Αποφάσισα να γράψω το «Τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό» όταν διάβασα τα απομνημονεύματα του θείου Λη, που εκδόθηκαν στα ρωσικά το 1963. Στο βιβλίο με τίτλο «Αριστερή πλευρίτιδα: αναμνήσεις ενός Αμερικανού Κόκκινου» —που θα μπορούσε να έχει υπότιτλο «Το ρομάντζο του αμερικανικού κομμουνισμού» ή κάτι παρόμοιο — ο Λη Φίλιπς, πρώην Ηλίας Φιλιππόπουλος, αφηγείται τη ζωή του από το 1918, όταν πήρε το καράβι για την Αμερική, μέχρι το 1961, όταν εγκατέλειψε το Μέμφις του Τεννεσσί για να εγκατασταθεί στη λατρεμένη του Μόσχα. Έγραφα λίγες σελίδες κάθε βράδυ στη διαδρομή προς την Καλιφόρνια, όπου πήγα να συναντήσω τον αδερφό μου τον Πάντυ, κι έπειτα στη Μοντάνα, όπου ταξίδεψα μόνο και μόνο για να δω πώς είναι η Μέρυ Κέυ είκοσι χρόνια αργότερα. Το χειρόγραφο —τριακόσιες είκοσι σελίδες γραμμένες στη γραφομηχανή, με τις μουτζούρες και τα σβησίματα— το είχα βάλει στο ντουλαπάκι του στέισον βάγκον ανάμεσα σε διάφορα μικροαντικείμενα: έναν φακό, ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια, την άδεια του αυτοκινήτου και δυο κλήσεις της τροχαίας για υπερβολική ταχύτητα. Και θα το ξεχνούσα εκεί αν δεν πήγαινα επιστρέφοντας στο Μέμφις, στη μάντρα του Χάρρυ Γουάιτ για να ανταλλάξω το στέισον βάγκον με ένα παλιό Όλντσμομπιλ. Κανείς δεν μου ζήτησε να αφηγηθώ την ιστορία των Φίλιπς και της πόλης μας, του Μέμφις του Τεννεσσί. Κανείς δεν μου ζήτησε να μην την αφηγηθώ. Έτσι, αφηγήθηκα αυτή την αληθινή ιστορία που είναι γεμάτη ψέματα.
Μια αφήγηση που ξεκινάει στο Μέμφις της Αμερικής τον Νοέμβριο του 1968 και τελειώνει πάλι εκεί τον Φεβρουάριο του 1969, αφού πρώτα έχει περιπλανηθεί στον τόπο και στον χρόνο: στην Νέα Υόρκη του 1918, στον Αμερικάνικο Νότο και στην Αθήνα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, στην Καλιφόρνια των 60ς, στην Σοβιετική Ένωση των Σταλινικών χρόνων – κάνει και μια μικρή στάση στην Κορέα του «Ξεχασμένου Πολέμου».
Είναι μια ιστορία επιβίωσης και ονείρων, προσωπικών και συλλογικών. Η Σώτη Τριανταφύλλου την ξέρει καλά την Αμερική, την έχει διαβάσει, ζήσει και ταξιδέψει. Παραμένει γοητευμένη από το παραμύθι της, αν και γνωρίζει πόσο αυτό απέχει από την ιστορική πραγματικότητα. Νομίζω ότι πάνω από όλα αγαπάει την υπόσχεση της για μια καλύτερη (ή απλά για μια άλλη) ζωή.
Δεν ξέρω αν η χώρα δίνει ακόμα αυτή την υπόσχεση, και ίσως ούτε η συγγραφέας είναι πια τόσο σίγουρη. Ξέρει όμως την ανάγκη για αυτό το συγκεκριμένο παραμύθι – της φυγής, της ελπίδας, ενός κόσμου όπου τα πράγματα, οι άνθρωποι, οι πεποιθήσεις, μπορούν να γίνουν λίγο καλύτερα. Στην συγγραφική της ωριμότητα, ξέρει επίσης καλά πως να διηγηθεί αυτό το ενήλικο παραμύθι, και πως να γοητεύσει τους αναγνώστες της με την συνειδητή του πλάνη. Πάντα θαύμαζα τις γνώσεις και την φαντασία της, το πνεύμα περιπλάνησης των βιβλίων της, τον τρόπο που έχει να χαρίζει ελαφρότητα στα σοβαρά πράγματα και βάρος στα ανάλαφρα. Αυτή εδώ η ιστορία δεν αποτελεί εξαίρεση.
«Η Αμερική» έλεγε γελώντας ο Λη «είναι μια τεράστια συνωμοσία με σκοπό να σε κάνει ευτυχισμένο».
Οι Μεμφιανοί ήταν πεπεισμένοι ότι χωρίς τις βόμβες ο πόλεμος δεν θα τελείωνε κι ότι οι Ιάπωνες άξιζαν την αδυσώπητη τιμωρία. Εγώ πάλι, που ήμουν πολύ νέος και δεν είχα ιδέα από κινήματα, πίστευα πως η χώρα μας είναι ένα μεγάλο φιλικό σκυλί σε ένα μικρό δωμάτιο – κάθε φορά που κουνούσε την ουρά του διέλυε τα έπιπλα.
Νομίζω ότι αυτό που επιδίωκα ήταν η αναβίωση ενός ολόκληρου χαμένου κόσμου από δανεισμένα αυτοκίνητα με αεροτομές, από αναψυκτήρια, ντράιβ ιν, παγωτατζίδικα και παντοπωλεία όπου μπορούσες να αγοράσεις «τα πάντα» με πέντε δεκάρες. Μερικές φορές νιώθω ο γηραιότερος έφηβος στον κόσμο – ίσως ακόμα και το γηραιότερο παιδί.
Καμία αντικειμενικότητα καθώς μιλάμε για την αγαπημένη μου συγγραφέα,έχω διαβάσει τα άπαντά της(και γενικότερα διαβάζω ό,τι γράφει,άρθρα κτλ.)
Στο παρόν μυθιστόρημα επιστρέφει στον πλούσιο αφηγηματικό της λόγο (500 σελίδες) γεμάτο περιπέτειες των ηρώων της,οι οποίοι θέλοντας και μη "παίζουν" το ρόλο τους στην ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική ιστορία των αρχών μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Η Τριανταφύλλου όμως δεν έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα,προσοχή!Αλλά χρησιμοποιεί κάθε πηγή και πληροφορία της Ιστορίας των ΗΠΑ,της Ελλάδας και της ΕΣΣΔ ώστε να "κεντήσει" αριστοτεχνικά πάνω σ'αυτήν τη δική της μυθοπλασία.
Ένα απολαυστικό βιβλίο που αναδεικνύει πολλά από τα μοτίβα και τους προβληματισμούς που έχει προβάλλει η συγγραφέας και σε άλλα έργα της.
Ένα βιβλίο γεμάτο νοσταλγία, για πράγματα που έζησε ο πρωταγωνιστής, για πράγματα που έζησαν οι πρόγονοι και οι απόγονοί του; Νοσταλγία για τη νοσταλγία ίσως. Σίγουρα μια ιστορία που δεν θα είχε γράψει η συγγραφέας σε νεότερη ηλικία. Είναι τόσες πολλές οι παράλληλες ιστορίες που μπαίνει η μία μέσα στην άλλη που το μόνο που τις ενώνει ίσως είναι ότι σταματούν όλες απότομα, σε άσχετα σημεία. Κάπως σαν τη ζωή, που με κάποιους ανθρώπους χάνεσαι χωρίς να μάθεις το παρακάτω.
Η Σώτη Τριανταφύλλου, όπως συνηθίζει, κινείται με άνεση μέσα στον χρόνο και την Ιστορία.Το μυθιστόρημα δεν στέκεται απλώς στα γεγονότα ,τα αφήνει να διαπεράσουν τους ήρωες και να τους αλλάξουν. Ξεχώρισα ιδιαίτερα τον Κρις. Προσωπικά τον λάτρεψα.Είναι άμεσος, αυτοσαρκαστικός και στοχαστικός, γειωμένος, με εξομολογητικό τόνο και λεπτή ειρωνεία. Ένας αφηγητής που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να καταλάβει. Ο Κρις γοητεύει όχι επειδή είναι «μεγάλος» ήρωας, αλλά ακριβώς επειδή είναι ατελής, συνειδητοποιημένος και βαθιά ανθρώπινος. Αυτή η ισορροπία μεταξύ απλότητας και εσωτερικού βάθους τον κάνει έναν αφηγητή που δεν εντυπωσιάζει επιφανειακά αλλά μένει. Και κάπως έτσι σε παίρνει μαζί του. Μέσα από τη δική του φωνή, το συλλογικό γίνεται προσωπικό και η Ιστορία αποκτά βάρος, όχι σαν γνώση, αλλά σαν εμπειρία. Συνολικά, πρόκειται για ένα καλογραμμένο και ουσιαστικό μυθιστόρημα, με έντονη αφηγηματική φωνή και χαρακτήρες που αφήνουν αποτύπωμα. 4/5 ⭐️ με σαφώς θετικό πρόσημο.
Μια ιστορία για τους Έλληνες μετανάστες των αρχών του 20ού αιώνα στην Αμερική, όπως δεν την έχουμε ξαναδιαβάσει.
Ο τίτλος παραπέμπει στα μπαρ της ποτοαπαγόρευσης –τα περίφημα speakeasies– όπου σερβίρονταν παράνομα, φθηνά ποτά.
Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η οικογένεια Φιλιπποπούλου, που μετονομάστηκε σε Φίλιπς το 1919. Τα δύο παιδιά του Χρήστου Φιλιππόπουλου, δασκάλου από την Αρκαδία –ο Γιαννάκης, πια Τζον, και ο Ηλίας, που έγινε Λι– φτάνουν στην Αμερική με σκοπό να δουλέψουν στη Λουιζιάνα. Οι συγκυρίες, όμως, τους κρατούν στο Μέμφις.
Χρόνια αργότερα, το 1968, ο εγγονός του Χρήστου, σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του, ανακαλύπτει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που είχε γράψει ο θείος του Λι. Από εκεί ξεκινά η διπλή αφήγηση: ο πατέρας του, ο Τζον, θαμπωμένος από τη «νέα πατρίδα», κυνηγάει το αμερικανικό όνειρο με όχι πάντα νόμιμους τρόπους. Γνωρίζει στιγμές δόξας αλλά καταλήγει στη φυλακή. Ο αδερφός του, ο Λι, φυλακίζεται επίσης – αυτή τη φορά για πολιτικούς λόγους, ως κομμουνιστής και υποτιθέμενος κατάσκοπος.
Η αφήγηση διατρέχει την περίοδο 1919–1968. Οι ζωές των ηρώων επηρεάζονται από τα μεγάλα γεγονότα του αιώνα: δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, το Κραχ του 1929, η ποτοαπαγόρευση, οι δολοφονίες του Κένεντι και του Μάλκομ Χ. Όλα αυτά υφαίνονται με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, μέσα από τα γράμματα του παππού Χρήστου που έμεινε στην Αθήνα.
Με το γνώριμο μέτρο και την αφηγηματική ισορροπία της, η Σώτη Τριανταφύλλου συνδέει χωρίς χρονικά χάσματα στιγμιότυπα της ζωής: από τα κλισέ και τις παραδόσεις του αμερικανικού Νότου, μέχρι τη μουσική και τον κινηματογράφο της εποχής. Το κάνει με χιούμορ, με λεπτή ειρωνεία, κοιτάζοντας πίσω από την επιφάνεια όσων συμβαίνουν.
Ιδιαίτερα εύστοχο είναι το εύρημα του «κομμουνιστή θείου», που επιτρέπει στην αφήγηση να φωτιστεί από δύο οπτικές. Και βέβαια, ο εγγονός –ο άμεσος αφηγητής– στέκεται ανάμεσά τους σαν ισορροπιστής, δίνοντας φωνή στη νέα γενιά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα που κυλάει σαν γάργαρο νερό· οι ήρωες ζωντανεύουν, ακόμη κι αν δεν έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, και το βιβλίο δεν σε αφήνει στιγμή να το αφήσεις από τα χέρια σου.
Ένα από τα πιο ώριμα μυθιστορήματα της Σώτης Τριανταφύλλου. Αναφέρεται στην περίοδο 1918-1968 και ασχολείται με μια οικογένεια ελληνοαμερικανών στις ΗΠΑ, κυρίως στο Μέμφις. Όχι μόνο. Με άνεση, χιούμορ και ζεστασιά περιγράφει τις περιπέτειες των συμπατριωτών μας και την ενσωμάτωσή τους στη νέα χώρα αλλά μας δίνει με μεγάλη γνώση και σοβαρότητα μια πολύ καλή εικόνα των ΗΠΑ της ΕΣΣΔ και της Ελλάδας εκείνη την περίοδο. Η ευκολία της συγγραφέως να κινείται με μεγάλη άνεση σε διάφορα περιβάλλοντα γεωγραφικά και χρονικά βγαίνει εδώ με τον καλύτερο τρόπο και το βιβλίο, ενώ περιέχει πλήθος πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες, δεν γίνεται ποτέ κουραστικό ή διδακτικό. Ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον.
1918-1968. Μίσος αιώνας ιστορίας. ΗΠΑ, Ελλάδα, ΕΣΣΔ, μέσα από την αφήγηση ενός δεύτερης γενιάς Έλληνα από το Μέμφις. Τα πάνδεινα που περνούσαν οι μαύροι στον αμερικανικό νότο, η Ελλάδα του μεσοπολέμου και του εμφυλίου, η μετεπαναστατική Ρωσία, Β' Παγκόσμιος, ο πόλεμος της Κορέας, τα παιδιά των λουλουδιών, ένα συναρπαστικό κουβάρι που η Τριανταφύλλου το ξετυλίγει μαεστρικά, κρατώντας μάλιστα ισορροπίες που δεν περίμενα, έτσι όπως την έβλεπα να δημοσιολογει τα τελευταία 10-15 χρόνια.
500 ενδιαφέρουσες σελίδες που φεύγουν αβίαστα.Μια ιστορία μεταναστών,τα αδέρφια Φιλιππογλου (κατόπιν Φιλιπς) στις αρχές του αιώνα μεταναστεύουν στο Μέμφις,ακολουθούν διαφορετικές πορείες και όλα περιγράφονται από τον γιο του ενός.Ολη η νεότερη ιστορία της Αμερικής,του εμφυλίου πολέμου και κατόπιν του ψυχρού πολέμου ξετυλίγονται στα χέρια μας ,γλαφυρά με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες και μετά από μεγάλη μελέτη.Πολύπλευρα ενδιαφέρον και ψυχαγωγικό .
Πλούσιο βιβλίο και ευανάγνωστο, σαν να παρακολουθείς ένα περίεργο road movie που κάνει άτακτες στάσεις σε ιστορία, μέρη, πρόσωπα. Η αφήγηση μοιάζει να εξυπηρετεί την παράθεση των πλούσιων και με εξαιρετικό ενδιαφέρον πληροφοριών που αντανακλούν την ευρυμάθεια της συγγραφέως. Παρότι κατά στιγμές το απόλαυσα, μου έλειψε κάποιο κεντρικό νόημα, ο σκοπός του έργου ή έστω η κορύφωση της μακροσκελούς αφήγησης.