Έναν χρόνο μετά τη σκοτεινή συλλογή διηγημάτων «De Mysteriis», ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης αποφασίζει να μας χαρίσει μια ακόμη εξαιρετική δημιουργία του, «Το κατέβασμα του Φεγγαριού».
Στη νουβέλα αυτή που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, ο λαογραφικός τρόμος χοροστατεί σε μια απόκρυφη μυσταγωγία με πρωθιέρειες τη γυναίκα, τη νύχτα και τη φύση. Πέρα από τον σκούρο χιτώνα του, φοράει κάτι από τη νιότη και τη νοσταλγία. Εκστατικός, ζωντανεύει μαγευτικές, αστραφτερές αντανακλάσεις τους υπό το φως της σελήνης δεσμεύοντας για λίγο το πολύτιμο, θαυματοποιό ασήμι της, ώσπου αυτό να ξεγλιστρήσει πάλι προς τα πάνω και να βρει τη θέση του στον έναστρο ουρανό.
Πρόκειται για εξαίσια ιστορία που ακτινοβολεί από εικονοπλαστική δύναμη, την άσβεστη λαχτάρα του ατόμου για ξεστράτισμα πέρα από το συνηθισμένο, και την ακαταμάχητη γοητεία του ανοίκειου. Απηχεί το αρχέγονο κάλεσμα του μυστηριώδους και του ανεξήγητου που θα βρει ανταπόκριση από ξεχωριστούς χαρακτήρες οι οποίοι διεγείρουν αβίαστα την ενσυναίσθηση και οδηγούν σε ταύτιση.
Ο μύθος υφαίνεται αριστοτεχνικά και με θαυμαστή χάρη από νήμα γερό και διαλεχτό, όπως αυτό από το οποίο ο παιδικός μας εαυτός έφτιαξε άφθαρτες μνήμες από το χωριό. Ο συγγραφέας “συνομιλεί” με τον δικό του αυθεντικό τρόπο με το κοινό του το οποίο διευρύνεται πια και σε εφήβους. Χωρίς να στερεί κάτι από την απόκοσμη απειλή και το μυστήριο, στρέφεται με αμεσότητα και σεβασμό στη νεότερη εκδοχή όλων όσοι πέρασαν το κατώφλι της ενηλικίωσης και σε όσους ακόμα πρόκειται να το διαβούν.
Το έργο χαρίζει απλόχερα σε παλιούς και σε πρόσφατα μυημένους λάτρεις του folk horror είδους στιγμές αγνής συναρπαγής, το ξόρκι της οποίας δύσκολα θα “σπάσει” με τα χρόνια, με πιο πιθανό το ενδεχόμενο να το ισχυροποιήσει ο/η αναγνώστης/-στρια ανατρέχοντας πάλι ευλαβικά στις σελίδες του βιβλίου.
Ο καλοδουλεμένος άξονας της υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από παγανιστικές επιρροές, θρύλους της επαρχίας που αναβιώνουν στο σήμερα, διηθούνται προσεκτικά μέσα από την επιθυμία μας για επιστροφή στις ρίζες και το συνακόλουθο γλυκόπικρο αίσθημα που ανατροφοδοτούν όσα βιώματα μάς ακολουθούν από τα μικράτα μας, ειδικά από κάθε μας αντάμωμα με τη γιαγιά και τον παππού στο σπιτικό τους.
Έτσι, γεννιέται μια φρέσκια παραλλαγή στεριωμένη από έντονα παραμυθικά στοιχεία, με κραταιό πνεύμα-φύλακά την ίδια την ψυχή της υπαίθρου, με τις μυρωδιές και τη γεωγραφία της, όχι απαραίτητα με τη στενή σημασία του τελευταίου όρου, αλλά περισσότερο ως ένας «τόπος» τον χάρτη του οποίου ζωγραφίσαμε πιτσιρίκια ακόμη, από μνήμης και καρδιάς.
Δεν μας φαντάζει λοιπόν, καθόλου ξένο το να υποδεχόμαστε το αλλόκοτο με τη μορφή ενός στοιχειού ή κάποιας λυγερής “Καλότυχης” κοντά σε μια στέρνα. Αντιθέτως, αποκαθιστά αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ στην καθημερινότητά μας, την ικμάδα της φαντασίας, τη ζωογόνο ανάσα της και την πανίσχυρη διέξοδο που αυτή προσφέρει πέρα από το πλαίσιο μιας προβλέψιμης ρουτίνας απομάγευσης όπου διαφεντεύει η ανυπόφορα στυγνή λογική.
Μάλιστα, υπηρετείται τόσο πετυχημένα το παραπάνω, ώστε ενίοτε διχαζόμαστε για το αν όσα συμβαίνουν στην ηρωίδα, την Κίρκη, είναι προϊόν ενύπνιας εμπειρίας ή της πραγματικότητας. Ο Τσαπραΐλης με τις απόλυτα εμβυθιστικές του περιγραφές δίνει το έναυσμα για να ξεκινήσει να ξετυλίγεται ο μίτος, αφήνοντας στη απόλυτη ευχέρεια του αναγνώστη να ανακαλύψει όσα αναπτύσσονται πέρα από αυτά που αποτυπώνει με την πένα του. Δίνει στον καθέναν μας τον χώρο και τη δημιουργική ελευθερία να μεταστοιχειώσει στον νου του λεπ��ομέρειες, σημεία και αποχρώσεις πέρα από τη γραφή, που ναι μεν υπάρχουν μέσα στο κάδρο της δράσης, αλλά υποβόσκουν και περιμένουν κάποιον να τα «ξεκλειδώσει» μόνος του, με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες.
Κάπου εδώ έρχεται να συμβάλει καθοριστικά ως αναπόσπαστο κομμάτι του βιβλίου και η εικονογράφηση. Δίνει τη δική της ώθηση μέσω των σκίτσων που έχει επιμεληθεί μοναδικά ο Kanellos Cob, εξασφαλίζοντας εκπληκτική δυναμική στην αισθητική του αποτελέσματος στο σύνολό του.
Η εύστοχη επιλογή μοτίβων και μυθολογικών αφηγήσεων υποστηρίζεται από στιβαρά δομικά συστατικά που αναδιατάσσονται και μεταπλάθονται, ενώ συνδυάζονται αρμονικά και με πιο σύγχρονα, ρεαλιστικά ζητήματα. Μέσα συναντάμε θέματα όπως το προσφυγικό, ο ξεριζωμός, ο ρατσισμός, η καχυποψία, η εσωστρέφεια, η ανέχεια, η εργασιακή εκμετάλλευση και άλλα τα οποία προσεγγίζονται με κριτική ματιά και με αντίβαρο τη γνήσια ανθρωπιά όπως την πρεσβεύουν συγκεκριμένα πρόσωπα. Ακόμα και οι έμφυλες σχέσεις διαφωτίζονται καλύτερα μέσα από ανεπιτήδευτη κοινωνική ευαισθησία. Για παράδειγμα, μία πηγή που ανήκει σε νεράιδες, θεωρείται επικίνδυνο μέρος για όποιον άνδρα πλησιάσει εκεί, αλλά λειτουργεί εντελώς διαφορετικά για την Κίρκη, ως μία ασφαλής γωνιά.
Το μητρικό φίλτρο γίνεται ελπίδα, ικεσία, μία σπάνια πνευματική μεταρσίωση που διαπερνά παρήγορα και θεραπευτικά όλο το έργο. Η υπέρτατη ανάγκη μετουσιώνει τη λατρεία της μάνας για το παιδί της σε ξεχωριστό θέσφατο το οποίο εκφράζεται αντισυμβατικά, από τη γη προς τους αιθέρες, ενώ μέσω της υπέρβασης εξυψώνεται κυριολεκτικά και μεταφορικά, ώστε να υπακούει σ’ αυτό ολάκερη η πλάση και κάθε νόμος.
Το «Κατέβασμα του Φεγγαριού» σαν απαλό φως που χαϊδεύει τη μνήμη, κατορθώνει να τρυπώσει ενδόμυχά μας, ξυπνώντας την ακατανίκητη έλξη για δραπέτευση σε γνώριμα, ανακουφιστικά μέρη, άρρηκτα συνδεδεμένα με το μεγάλωμά μας και τον ευσεβή πόθο να παραμείνουν τόσο συναρπαστικά και ατόφια όσο τα έχουμε διασώσει στο μυαλό μας.
Υ.γ. Προλαβαίνετε να το διαβάσετε πριν την πανσέληνο της φράουλας που πλησιάζει!