Ο Κώσταντίνος Χατζόπουλος είναι από τους πρώτους δημοτικιστές που παρουσιάζονται με σοσιαλιστική ιδεολογία και επιχειρούν να δώσουν κοινωνική τροπή στο κίνημα νου δημοτικισμού. Τα σοσιαλιστικά άρθρα του Χατζόπουλου προκάλεσαν κατά το 1908-1909 μεγάλες συζητήσεις μέσα στους κύκλους των δημοτικιστών και στη συντροφιά του Νουμά. Ο Χατζόπουλος έγραψε στίχους με πνεύμα σοσιαλιστικό. Έγραψε και διηγήματα, όπου διαφαίνονται οι σοσιαλιστικές τάσεις». Το βιβλίο του «Υπεράνθρωπος» είναι ένα από τα καλύτερα έργα του.
Ο καλύτερος τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράγμα είναι να το εφαρμόσεις πραχτικά. Κι εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο
100 χρόνια μετά θ’ ακούσεις κάποιες φορές έκπληκτους καταναλωτές να δείχνουν φωτογραφίες με είδη – ορισμένα πολύ καινοτόμα – που πωλούνται στο εξωτερικό και που απουσιάζουν απ’ τη δική μας αγορά, ελληνικά. Με κανένα τρόπο, οι νοοτροπίες, οι γραφειοκρατίες, τα φορολογικά, δεν έχουν αλλάξει σ’ αυτό τον τόπο.
Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ’ αυτό τον κόσμο. Μη νομίζετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξεριζώσετε τέτοιες ορμές.
Υπάρχει λόγος για την ιδιαίτερη μνεία στην παραπάνω φράση; Κανονικά όχι. Λίγο παραπάνω όμως έχουν αναφερθεί ο Σενέκας κι ο Σοπενάουερ. Και το έργο είναι συγκαιρινό του Τζουντ του Αφανή.
Η συνάφεια των διαρκών εναλλαγών διάθεσης κι αναζήτησης του Νίκου, μοιάζει σα να κοιτά από τη μια πλευρά μιας ταραγμένης λίμνης, τρικυμισμένη φιγούρα, το Τζουντ, ενώ κατά κάποιο τρόπο διαφαίνεται κι η σχέση με άλλο κοντινό έργο, την Παρούσα ώρα, ;ίσως δε και τη Νύχτα του εκφυλισμού που μοιάζουν να ενισχύουν τις κοινές ανησυχίες των λογίων της εποχής. Είναι οι γενιές στο μεσοδιάστημα προτού ξεκινήσουν οι μεγάλες λαίλαπες. Παραπάνω άλλωστε συναντάμε την ιδέα της ανόδου του Γερμανικού Διαφωτισμού, που μοιάζει ωστόσο με πολυλογία ανθρώπων σε δίνες κούφιας εκζήτησης, ν’ άγονται και να φέρονται, με την ηχητική ωραιότητα του Sturm und Drang. Της εποχής όμως, έχει προηγηθεί κι ένα άλλο έργο, κι αυτό που το ξεχωρίζει είναι η ψυχολογική αποδόμηση των χαρακτήρων: Ο Παίχτης, επίσης συναφές υπό μια έννοια, αν και όχι απαραίτητα την ίδια τη χαρτοπαικτική λαγνεία. Εδώ, δε συζητάμε για αντιγραφές. Συζητάμε για το κοινό μέτωπο απέναντι στην άνοδο άναρχων ασυδοσιών, της επανάστασης χωρίς σκοπό, σαν απόηχο, τόπων που υπάρχει ο σκοπός, αλλά λείπει η επανάσταση.
Το έργο έχει ποιότητες. Παίζει πολύ με το ήθος, τις τρέχουσες ανυποχώρητες αντιλήψεις που δεν κάνουν πίσω στις ορμές, στις βουλήσεις αν προτιμάμε. Κι ίσως είναι αυτή ακριβώς η νεανικότητα που συγκρούεται με την παλιακή αντίληψη για τη γυναίκα μάνα, τη γυναίκα σύζυγο, τη γυναίκα ψυχοκόρη, ακόμα και τη γυναίκα σπιτονοικοκυρά ( ας δούμε την αρχή του έργου γι’ αυτό κι όχι την αδικία που της γίνεται στο τέλος ). Προκαλούν το θυμό κι αισθάνομαι πως είχε την πρόθεση αυτή, ο συγγραφέας. Παίζει επίσης με το συναισθηματικό και τον ψυχολογικό παράγοντα, τους αναμιγνύει, αλλά και τους διαχωρίζει. Κι επειδή το ύφος είναι ελαφρύ, τελικά μοιάζει σοβαρότερο. Και κάτι που μου έκανε τρομερή εντύπωση, ειδικά που είναι ένα στοιχείο που χάνεται και κρύβεται, σα να περιμένει να του αναγνωρίσεις πως απαιτεί έναν ειδικό τρόπο ανάγνωσης: ο αφηγητής έχει τις εμπειρίες του από γυναίκες, τις ‘’εργολαβίες’’ του καθώς τις λέει, η εποχή ήταν τέτοια που ένα ορισμένο είδος πίεσης, ήταν κατά ένα τρόπο ‘’αποδεκτό’’, ή υπήρξε σε άλλες περιπτώσεις, μια ορισμένη διάθεση παρασπονδίας στα πλαίσια μιας χειραφέτησης που ακόμη δεν είχε γίνει εντελώς κατανοητή. Και όμως, το πλησίασμα με τη Μαρία, που μιλά για πράγματα κοινά, του νοικοκυριού, της γειτονιάς, των βασάνων του σπιτιού, που λέει βαρετά πράγματα, κάποια στιγμή, τον οδηγεί να συγκρίνει εκείνες τις εργολαβίες με τη Μαρία και να σκεφτεί, πως, η Μαρία, μιλάει…
Μα το έργο δε στέκεται ούτε εκεί. Έχει ακόμη περισσότερες ποιότητες και σχέσεις. Παρακάτω, θ’ αντιπαραβληθεί ο άνθρωπος της τυφλής βούλησης με την ηθική του δυνατότερου κι αυτή με τη σειρά της, με την αρεταΪκή ηθική του δυνατότερου, αποδεσμεύοντας το Νίτσε ουσιαστικά, από ερμηνείες που έκαναν ως και το μέγα Τολστόϊ, να πει κάποτε ‘’αρρωστημένα πράγματα’’. Και όμως μ’ ένα μη απτό τρόπο, μοιάζει να υπογραμμίζεται μια σχέση με τον Περιττό άνθρωπο του Τουργκένιεφ κι ίσως ακόμη, στην αδυναμία ενσυναίσθησης του Νίκου, παρά μόνο ως λογικό επαγόμενες ‘’αξίες’’, εν δυνάμει νομίσματα εκμετάλλευσης, να συναντάμε κάτι απ’ την κοινωνική ορμή, του Ονιέγκιν.
Το έργο πατάει αφ’ ενός στο δικαίωμα του αστικού είδους και της ηθογραφίας, ώστε να μην προσδιορίσει σαφή γραμμή μεταξύ ρεαλισμού και νατουραλισμού, παρά να υπονοήσει τις κληρονομούμενες σχέσεις, όσο και τις συνθήκες κληροδοτήματα – κηδεμονίες. Πουθενά όμως, δεν καθορίζεται κάτι μορφικά. Το βρήκα δελεαστικό να ανιχνεύω τις σχέσεις και τις ισορροπίες, ή τα μπλεξίματα. Είναι όλα σε ποσοστό να μην τονίζουν καμιά ραφή, ίσως από έλλειψη, ίσως από επιλογή.
Νομίζω δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια μικρή ιστορία που έχει αρμέξει ιδέες κι έχει κάνει στοχασμούς πάνω τους, μέσα σε καθαρά ελληνικό πλαίσιο, διατηρώντας σφριγηλή συγγένεια με το ευρωπαΪκό κοινό ‘’ρεύμα’’ διαφεύγει κατά πολύ απ’ οτιδήποτε κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή. Έργο διανοητικό, μαθητείας, ποιητικό, που θέλει να περάσει χωρίς να υπογραμμίσει, παρά να χαΪδέψει το ενιαίο του εδώ και του εκεί. Είναι το είδος που σε κάνει να τρίβεις τα χέρια και να λες πως το μικρό μπουκαλάκι είχε ενδιαφέρον άρωμα μέσα του: ζωντανό, πικάντικο, φρέσκο. Κι ίσως, τέλος, ένα απ’ τα ωραιότερα σημεία, βρίσκεται στο χτίσιμο της αλληλεπίδρασης μεταξύ της ματαιόδοξης Θάλειας ( ίσως μια Όλγα ελαφρά μετατοπισμένη προς την Τατιάνα ), τόσο με τον αφηγητή, όσο και με το Νίκο, καθώς και το ψυχολογικό αντάριασμα τυυ αφηγητή και τα στάδια. Κι όμως δεν ξεχνάς στιγμή, πως είναι ο ίδιος άνθρωπος, που θα μπορούσε να έχει κάνει ατιμία στη Μαρία, αλλά μόλις του υπαγορεύτηκε η πιθανότητα να του παραχωρηθεί σαν εμπόρευμα απ’ το Νίκο, αντιλήφθηκε εν μέρει αυτό, που η νοοτροπία τον τύφλωνε και δε μπορούσε να δει.
- να ρθη η αδερφή του επίτηδες γι’ αυτό και να μην πάη να τη βρη; - Η αδερφή του ναι. Τι κολοκύθια ειν’ αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να μπορής να τις νικάς. - Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος. - Να είσαι υπεράνθρωπος
Πτυχές της αθηναϊκής ζωής της νέας γενιάς κατά τις αρχές του 20ου αι με τους καφενέδες, τους λογοτεχνικούς κύκλους και το θέατρο, παράλληλα με τους απλοϊκούς ρυθμούς και τα οικογενειακά ήθη της ελληνικής υπαίθρου, παρουσιάζονται γλαφυρά στο μυθιστόρημα του Κ. Χατζόπουλου <<Ο Υπεράνθρωπος>> (1915), μέσα από μια ολοζώντανη αφήγηση που σε μπάζει στην ατμόσφαιρα της εποχής από την αρχή ως το τέλος. Γρήγορη ροή και εξέλιξη κυρίως μέσα από διαλόγους, ποικιλία από καρικατούρες χαρακτήρων, κωμικές σκηνές, όμορφη πλοκή και, κυρίως, μια νοσταλγική επίγευση που αφήνεται, φερμένη από μιαν άλλη εποχή που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και δύναται να βιωθεί στο έπακρον με μια τέτοια μηχανή του χρόνου όπως Ο Υπεράνθρωπος. Παρεμπιπτόντως, η επιλογή του τίτλου ήταν εξαιρετική. Πέντε στα πέντε χωρίς δεύτερη σκέψη καθότι το λάτρεψα και το απήλαυσα στο μέγιστο βαθμό*.
Η πιο ζωντανή αφήγηση που έχω συναντήσει ποτέ σε βιβλίο .
Ένιωσα ότι έζησα στην Αθήνα αρχές του 20ου αιώνα και ταυτόχρονα στην Ελλάδα του σήμερα. Συγκεκριμένα , ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνης της εποχής :τις προκαταλήψεις ,τα κουτσομπολιά ,τους καφενέδες ,την ψιλή κουβεντούλα που βλέπουμε και στις ελληνικές ταινίες και ταυτόχρονα "κατακεραυνώνει" το σύγχρονο άνθρωπο που αφενός δεν θέλει να κοπιάσει και να "λερωθεί" για τίποτα ,δηλώνοντας αφετέρου ιδεολόγος και ριζοσπαστικός .
4 αστέρια γιατί θεωρώ ότι έληξε λίγο απότομα και μου έδωσε στο τέλος τη χόρταση που περίμενα .