Ένα απομονωμένο χωριό, όπου τίποτα δεν αλλάζει. Οι άνθρωποι ζουν όπως έζησαν οι γονείς τους, όπως θα ζήσουν τα παιδιά τους. Ή έτσι νομίζουν. Μέχρι που εμφανίζονται δύο ξένοι: ένας άντρας που προσφέρει τα πάντα χωρίς να ζητά αντάλλαγμα και ένα παιδί που δεν μιλά. Ποιοι είναι; Τι θέλουν; Τι είναι ο Άγγελος; Ευεργέτης ή εισβολέας; Γιατί το παιδί μοιάζει να κουβαλά ένα μυστικό που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει; Στην αρχή, τους παρατηρούν. Μετά, τους αμφισβητούν. Και ύστερα, η καχυποψία μετατρέπεται σε φόβο. Το χωριό αρχίζει να καταρρέει - όχι μόνο τα σπίτια και οι δρόμοι του, αλλά και οι βεβαιότητες που το κρατούσαν όρθιο. Γιατί κάποιες αφίξεις δεν φέρνουν απλώς νέα πρόσωπα. Φέρνουν πράξεις επικίνδυνες και ερωτήματα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει. Όταν η αλλαγή χτυπήσει την πόρτα, θα είναι πλέον αργά. Τι είναι αυτό που φοβόμαστε περισσότερο; Το άγνωστο ή αυτά που αποκαλύπτει για εμάς;
Το παιδί δεν μιλούσε. Οι μοναχοί το δέχτηκαν σαν να ήταν πάντα εκεί. Το έβλεπαν να περιπλανιέται στα βουνά και να επιστρέφει χωρίς εξηγήσεις. Ο Άγγελος το συνάντησε μια μέρα στο μοναστήρι και, όταν το κοίταξε, ένιωσε κάτι βαθύτερο από όσα είχε ζήσει. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αν και δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Το πήρε από το χέρι και το οδήγησε έξω από το μοναστήρι, προς το αυτοκίνητό του. Το παιδί στάθηκε μπροστά στην πόρτα του συνοδηγού. Ο Άγγελος το κοίταξε και ρώτησε: «Τι θέλεις;». Το παιδί δεν απάντησε. Και τότε, το απόγευμα, έφυγαν μαζί. Απόσπασμα από το βιβλίο
Από την πρώτη σελίδα με συνεπήρε. Ένα μυθιστόρημα που με μάγεψε με τις περιγραφές του και με έκανε να σταθώ ξανά και ξανά στη δύναμη της γλώσσας του. Δεν είναι απλώς μια ιστορία αλλά ενα αλληγορικό ταξίδι, γεμάτο συμβολισμούς κ μεταφυσικές νύξεις που με έβαλαν να σκεφτώ βαθύτερα.
Σε ένα απομονωμένο χωριό, σκαρφαλωμένο σε βουνό, εμφανίζεται ένας άγγελος μαζί με ένα αγόρι που δεν μιλά. Από την αρχή ένιωσα ότι η σιωπή του παιδιού έκρυβε κάτι πολύ πιο δυνατό από τις λέξεις. Ποια είναι η σχέση τους; Γιατί αποφάσισαν να μείνουν εκεί; Όσο διάβαζα, ο άγγελος συνέχιζε να κρατάει μυστικά, να δίνει αόριστες απαντήσεις κ να αφήνει την ατμόσφαιρα φορτισμένη με υποψίες κ ενοχές. Η ένταση στο χωριό μεγαλώνει, οι άνθρωποι αρχίζουν να διχάζονται, κ δεν είναι λίγοι εκείνοι που θέλουν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, υπερφυσικά φαινόμενα εμφανίζονται, λύνονται με παράξενους τρόπους κ με κρατούν διαρκώς σε αγωνία.
Για μένα, αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο μια ιστορία, είναι μια απόπειρα να αγγίξει κάτι πιο βαθύ...την παιδική ψυχή, τα αρχέγονα ένστικτα, τις μνήμες που όλοι κουβαλάμε χωρίς να το ξέρουμε. Ένα βιβλίο που με έκανε να νιώσω, να σκεφτώ, να θυμηθώ...
Ο Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορία, όπου η σιωπή και η πίστη, ο φόβος και η ελπίδα, συγκρούονται σε ένα σκηνικό φαινομενικά απλό, ένα απομονωμένο ορεινό χωριό. Στο «Παιδί και ο Άγγελος» η πλοκή ξεκινά ήρεμα, με τον αναγνώστη να παρακολουθεί την καθημερινότητα μιας κοινότητας που μοιάζει να έχει μείνει έξω από τον χρόνο. Αυτή η ηρεμία όμως ανατρέπεται όταν εμφανίζονται δύο ξένοι. Ένας άντρας που προσφέρει δίχως αντάλλαγμα και ένα βουβό παιδί που κουβαλά ένα μυστήριο.
Η άφιξή τους λειτουργεί σαν καταλύτης. Οι κάτοικοι, αρχικά επιφυλακτικοί, αρχίζουν να αμφιβάλλουν, να γίνονται καχύποπτοι και τελικά να φοβούνται. Η παρουσία τους αποκαλύπτει ρωγμές στο κοινωνικό και ιδεολογικό οικοδόμημα του χωριού. Όλα όσα έμοιαζαν αμετάβλητα, ξαφνικά αμφισβητούνται. Ο συγγραφέας χειρίζεται αυτό το κλίμα με μαεστρία, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που φλερτάρει με το μυστικιστικό, αλλά παραμένει βαθιά ανθρώπινη.
Το μυθιστόρημα είναι κατεξοχήν φιλοσοφικό. Θέτει ερωτήματα γύρω από την έννοια της πίστης, της συλλογικότητας, αλλά και του φόβου απέναντι στο διαφορετικό. Μέσα από τη σιωπή του παιδιού και τη γενναιοδωρία του «Άγγελου», ο Σταμάτης δείχνει πόσο εύθραυστες είναι οι βεβαιότητες μιας κοινωνίας, αλλά και πόσο εύκολα το άγνωστο μπορεί να μετατραπεί σε απειλή.
Η γλώσσα του είναι λιτή και δυνατή, με σκόπιμα επαναλαμβανόμενους ρυθμούς που θυμίζουν παραβολή ή θρησκευτικό κείμενο, ενισχύοντας το αλληγορικό στοιχείο. Ταυτόχρονα, οι χαρακτήρες, αν και δεν έχουν πάντα έντονη ατομικότητα, λειτουργούν ως συλλογικά σύμβολα. Εκπροσωπούν μια κοινωνία που πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει φοβική ή αν θα ανοιχτεί στο καινούριο.
Το βιβλίο δεν διαβάζεται σαν μια απλή ιστορία, αλλά σαν μια παραβολή για τον άνθρωπο. Πώς αντιδρά απέναντι σε εκείνον που προσφέρει δίχως να ζητά, πώς αντιμετωπίζει την αθωότητα, πώς αφήνει τον φόβο να κυριαρχήσει. Η ένταση κορυφώνεται σταδιακά, όχι μέσα από έντονη δράση, αλλά μέσα από την εσωτερική διάλυση του χωριού.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας, γεμάτη μυστήριο και υπόγεια ένταση, κάνει τον αναγνώστη να θέλει να μείνει λίγο παραπάνω μέσα στο χωριό και στους ανθρώπους του. Η αλληγορική διάσταση της ιστορίας, αφήνει χώρο για ερμηνείες και προκαλεί τη σκέψη. Με την απλή του γλώσσα αλλά και πίσω από τις λέξεις, μιλάει για πράγματα που μας αγγίζουν όλους, την εμπιστοσύνη, τον φόβο, τη συλλογικότητα, την πίστη.
Δεν είναι ένα βιβλίο που θα το πάρεις παραλία για «ανάλαφρη» ανάγνωση. Θέλει τον χρόνο του, θέλει διάθεση να μπεις σε αυτή την αλληγορική ατμόσφαιρα και να στοχαστείς. Αν το αφήσεις να σε παρασύρει, όμως, θα σου μείνει.
Το «Παιδί και ο Άγγελος» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν παραβολή για την ανθρώπινη φύση και τον φόβο απέναντι στο άγνωστο. Δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά γεννά ερωτήματα. Και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη δύναμή του. Ότι σε βάζει να κοιτάξεις μέσα σου και να αναρωτηθείς πώς θα αντιδρούσες εσύ αν έπρεπε να αντιμετωπίσεις το «διαφορετικό». Ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί αργά, με προσοχή και ανοιχτό μυαλό.
Το παιδί και ο Άγγελος εμφανίζονται στο χωριό και σταδιακά γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του. Γιατί το παιδί δε μιλάει; Γιατί ο Άγγελος αρχίζει να επενδύει στο μέρος όπου διάλεξε να μείνει; Ποιος οδηγεί ένα μπλε αμάξι και πώς συνδέεται με τα μυστηριώδη γεγονότα που αρχίζουν να τρομοκρατούν το χωριό;
Ο Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει μ’ ένα διαφορετικό και ιδιαίτερο μυθιστόρημα, που σταδιακά εντάσσεται σε διάφορα και ποικίλα είδη (αστυνομικό, κοινωνικό, τρόμου, φαντασίας), στη συνέχεια εξελίσσεται και γεμίζει ερωτήματα και περιστατικά τις σελίδες του και τελικά αφήνεται στη μαγεία μιας υποβλητικής και πολλαπλά ερμηνευτικής κατακλείδας. Το τέλος ολοκληρώνει την ιστορία μεν αλλά με τον τρόπο που επιθυμεί ο καθένας που θα φτάσει ως το τέλος του βιβλίου. Ο συγγραφέας δεν άφησε έρμαια στην τύχη τους τους ήρωες του βιβλίου ούτε όμως και βιάστηκε να κλείσει την ιστορία του, αντίθετα, χαρίζει ένα γοητευτικό λογοτεχνικό ταξίδι γεμάτο λέξεις, λυρισμό, μυστήριο κι η επίγευσή του μαλακώνει τις όποιες αντιρρήσεις δημιουργούνται από την επιλογή του. Από την αρχή καταλαβαίνεις πως μπαίνεις σ’ ένα ιδιαίτερο σύμπαν στημένο από την οικεία γραφή του Αλέξη Σταμάτη: «Κάθε νύχτα, το χωριό χανόταν -και, κάθε πρωί, ξεπηδούσε και πάλι από τις ρίζες των ήχων του, λες και γεννιόταν από την αρχή. Ένας σκύλος γάβγιζε λυπητερά, μια αγελάδα μουγκάνιζε βαριά, τα φύλλα σύρονταν στη γη, μιλώντας μια γλώσσα που δεν έμαθες ποτέ» (σελ. 11). Και: «Όλα αυτά που ακούς είναι κομμάτια ενός κόσμου που δεν ξέρεις αν θέλεις να εξηγήσεις ή απλώς να ακολουθήσεις. Κι αυτό είναι, τελικά, το πιο μαγικό απ’ όλα» (σελ. 12). Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίζεται η μαγεία της πένας του συγγραφέα.
Η ιστορία ξεκινάει σ’ ένα υποβλητικό παπαδιαμαντικό σκηνικό, με τον μοναχό Γεώργιο να βρίσκει ένα παιδί τυλιγμένο σε κουβέρτα, με ένα γαλάζιο και ένα καφέ μάτι που έλαμπαν από περιέργεια αλλά τα χείλη του παρέμεναν σφραγισμένα, δε μιλούσε. «Ήταν σαν να είχε έρθει με έναν σκοπό, σαν να κουβαλούσε κάτι που έπρεπε να αποκαλυφθεί με τον χρόνο» (σελ. 16). Το παιδί όταν μεγάλωσε άρχισε να περιφέρεται από δω κι από κει και κατέληξε σε άλλο μοναστήρι, σ’ ένα μέρος σκληρό αλλά πανέμορφο, με μια απόκοσμη, σχεδόν μυστηριώδη γαλήνη να τυλίγει τα πάντα. Εκεί τον βρίσκει ο Άγγελος, με μια ουλή στη σπονδυλική του στήλη, όταν έρχεται ως επισκέπτης. Το παιδί τον πλησίασε και έφυγαν μαζί. Το παράδοξο ντουέτο επισκέπτεται το κοντινό χωριό και απ’ όπου περνάνε κάτι αλλάζει. Ίσως σε αυτό φταίει το παιδί, το βλέμμα του, «το μέσα βλέμμα, εκείνο που δεν κοιτάζει την επιφάνεια αλλά ψάχνει πιο βαθιά, στο μυστήριο που κρύβεται πίσω από το οικείο» (σελ. 48). Τελικά ο Άγγελος αγοράζει ένα σπίτι και μένει μαζί με το αγόρι, φουντώνοντας τα κουτσομπολιά, τις φήμες και τις απορίες των κατοίκων. «…δεν έκρυβε τη ζωή του μα δεν έλεγε και πολλά» ενώ για το παιδί ελάχιστα μιλούσε. Είναι πλούσιος και εκκεντρικός; Δραπέτης; Απατεώνας; Στις απορίες, απαντούσε όσο χρειαζόταν και τους άφηνε με μεγαλύτερα ερωτήματα. Σταδιακά, αρχίζει να αποκτά ακίνητη περιουσία, να κάνει δωρεές και αγαθοεργίες και ο κόσμος αρχίζει να φοβάται. Τι βλέπει πραγματικά ο τρελός του χωριού και τους κυνηγάει όποτε τους συναντάει; Μια εξαφάνιση και μια αυτοκτονία θα δυσχεράνουν την κατάσταση και θα αποτελέσουν την αρχή για μια σειρά από γεγονότα που συσσωρεύονται στο χωριό «σαν ηφαιστειακή τέφρα». Πώς συνδέονται οι εξαφανίσεις και οι δολοφονίες με την ισχυρή παρουσία του Άγγελου στο χωριό; Ποιοι κρατάνε το στόμα τους κλειστό και γιατί; «Όλοι κάτι ξέρουν. Το θέμα είναι αν το λένε» (σελ. 152).
Ο τόπος ξεδιπλώνεται σε όλη του τη γραφική αλλά και σουρεαλιστική μεγαλοπρέπεια. Είναι ένα χωριό που το προσπερνάνε οι διαβάτες χωρίς να το βλέπουν, με σπίτια χαμηλά, σχεδόν εξαφανισμένα μέσα στη βλάστηση, και πίσω το βουνό στέκεται αγέρωχο. «Ένα χωριό είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Κάθε πρωί, ξυπνά μαζί με τη φύση… Οι ήχοι της φύσης ξεκινούν αργά: το νερό που κυλάει στις άκρες των καλντεριμιών, τα έντομα που βουίζουν ακατάπαυστα, τα πουλιά που μοιράζονται τ�� πρώτα τους τραγούδια» (σελ. 19). «Ο έξω κόσμος αλλάζει… οι πόλεις βουλιάζουν στη φθορά τους. Μα το χωριό μένει σταθερό, λες και ανήκει σε έναν διαφορετικό χρόνο. Οι κάτοικοι παρακολουθούν τις αλλαγές από τα κινητά και τις τηλεοράσεις τους αλλά δεν επηρεάζονται πραγματικά. Η σχέση τους με τον έξω κόσμο είναι απόμακρη, σχεδόν αφηρημένη. Τα όρια του χωριού είναι σαφή: δύο πινακίδες σηματοδοτούν την είσοδο και την έξοδο… Ανάμεσά τους απλώνεται η ψυχή του» (σελ. 20). «Ένα μέρος όπου οι ιστορίες μπλέκονται με τις μνήμες, αφήνοντας πίσω τους σημάδια που τα νιώθεις πριν καν τα δεις» (σελ. 20).
Ο Τάσος με τα σκληραγωγημένα χέρια είναι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας στην πλατεία, παντρεμένος με την κόρη του κρεοπώλη, την Αργυρώ, με την οποία απέκτησαν τη Λιόνα με το διάφανο, σχεδόν νεραϊδένιο, παρουσιαστικό. Η ταβέρνα είναι «ένα μέρος όπου οι άνθρωποι έβρισκαν κάτι από τον εαυτό τους, ακόμη κι αν δεν ήξεραν τι ακριβώς έψαχναν» (σελ. 33). Η φράση «μην πάθει τίποτα το παιδί» έγινε κάτι περισσότερο από έμμονη ιδέα για την Αργυρώ, «είχε ριζώσει τόσο βαθιά στη σκέψη της που την καθόριζε». Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν το κοριτσάκι αποφασίζει να κάνει παρέα με το αγόρι του Άγγελου. «Εκεί που οι άλλοι έβλεπαν έναν ξένο η Λιόνα έβλεπε έναν φίλο. Έναν καθρέφτη της δικής της ψυχής» (σελ. 65). Όπως εκείνο, κι η ίδια ένιωθε πως δεν ανήκε απόλυτα σ’ αυτόν τον κόσμο. Από την άλλη, η Έλλη, η φαρμακοποιός, βοηθάει τους κατοίκους με αυταπάρνηση, είναι εγκρατής και λιτή, τη σέβονται: «Η ζωή της είχε τις δικές της απολαύσεις και η αποδοχή από τους άλλους ήταν μία από αυτές» (σελ. 29). Της αρέσουν το διάβασμα και οι γάτες ενώ τα βράδια πριν κοιμηθεί γεμίζει σκέψεις για τον θάνατο, την αγάπη, τη θρησκεία. Όλοι νομίζουν ότι την ξέρουν αλλά λίγοι καταλαβαίνουν το βάθος της και μόνο ένας ξέρει τι άγρια βιώματα κουβαλάει. Ο Τάσος, ο αστυνομικός με το επιβλητικό παράστημα, παίζει στον καταρράκτη την πίπιζα, ενθύμιο από τον πατέρα του, όταν οι σκέψεις του σκοτεινιάζουν. Η Ελευθερία και ο Αντώνης έχουν το καφενείο στη βόρεια είσοδο του χωριού, ο Κυριάκος, ο παντοπώλης με το κουρασμένο βλέμμα, αρνείται την τεχνολογία και δέχεται μόνο μετρητά, ο παπα-Ηλίας ακτινοβολεί μια ηρεμία που κάνει τους γύρω του να αισθάνονται άνετα, ο Κώστας, συγγραφέας με σημαντική καριέρα, γράφει το τελευταίο του βιβλίο, αποφασισμένος να αποσυρθεί πλέον μετά από αυτό και ζει με την αγαπημένη του, Μαρίνα.
Σε αυτό το μέρος έρχονται το παιδί και ο Άγγελος και τα πάντα αλλάζουν. Δυο μυστηριώδεις φιγούρες που τις ακολουθεί ο οδηγός του μπλε αυτοκινήτου: «Κάθε του κίνηση αλλάζει τον κόσμο γύρω του. Έχει δει πράγματα που κανείς άλλος δεν έχει δει, έχει σηκώσει βάρη που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να αντέξει…Ο οδηγός είναι εκείνος που στηρίζει τον κόσμο μόνο με την ύπαρξή του…» (σελ. 142). Με λιτές φράσεις και αρμονικό συγκερασμό ενδοσκοπικών παρατηρήσεων και ρεαλιστικών περιγραφών ξεδιπλώνεται σταδιακά αλλά όχι αργά μια ιστορία γεμάτη ενδιαφέροντες χαρακτήρες που συγκροτούν ένα ολοζώντανο χωριό κι ανάμεσά τους κυριαρχεί ένα διαφορετικό πρωταγωνιστικό ντουέτο που έχει ανεξιχνίαστους σκοπούς στο μυθιστόρημα. Λέξεις που σχηματίζουν αξέχαστες και παραστατικές εικόνες, μια ιστορία που κλιμακώνεται σταδιακά κι ένα πολύσημο τέλος δημιουργούν μια ξεχωριστή και διαφορετική αναγνωστική εμπειρία που με ταξίδεψε και με προβλημάτισε.
I really enjoyed this book which is only the second book in Greek that I've read that wasn't for children. It wasn't difficult to read, obviously there were a lot of new words. It's full of mystery - who is this child who suddenly appears in the village and who is Angelos (I presume that's how you write it in Greeklish). The first part describes the village and the main characters who will take part in the events which follow. The final part takes place on and near a beach. It's difficult to say more without spoiling things. The ending was a surprise for me. It's a book I'll certainly read again. I want to read another book by this author. I would definitely recommend this book.
Σε ένα απομακρυσμένο χωριό, εμφανίζεται ένας άντρας παρέα με ένα παιδί. Η άφιξη τους προκαλεί εντύπωση, ειδικά όταν ο Άγγελος αποφασίζει να μείνουν εκεί. Οι περισσότεροι κάτοικοι τους δέχονται με περιέργεια, ορισμένοι με επιφύλαξη έως φόβο. Γιατί ήρθαν; Για ποιο λόγο θέλουν να μείνουν; Γιατί το παιδί δεν μιλά;
Μια νουβέλα που κυλάει σαν νερό. Μια νουβέλα για τους ανθρώπους, το μέσα τους που κρύβουν, τα πάθη τους, το φόβο για το άγνωστο. Όταν κάτι δεν το γνωρίζουμε δύσκολα το αποδεχόμαστε. Κάθε αλλαγή ενοχλεί. Κάθε πράξη χρειάζεται εξήγηση…χρειάζεται άραγε;
Κι αν πίσω από όλα αυτά κρύβεται κάτι που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε;
Κι αν αυτό που αποκαλύπτεται δείχνει αυτό που κρύβουμε;
Έντονη ατμόσφαιρα και μυστήριο, εξαιρετική απόδοση της μικρής κοινότητας του χωριού, και των στοιχείων του μαγικού ρεαλισμού, όμως αισθάνομαι ότι η πλοκή έμπαζε από παντού και ότι απλά ο συγγραφέας τεμπελιαζε: θα μπορούσε να ήταν ένα δυνατό βιβλίο με περισσότερη η εμβάθυνση στους χαρακτήρες και στη σχέση τους και λιγότερη αφαίρεση.
Ένα αλληγορικό μυθιστόρημα για την ξενότητα, τον φόβο απέναντι στο άγνωστο και την αλήθεια που φανερώνεται όταν οι βεβαιότητες ενός χωριού αρχίζουν να καταρρέουν.