Ακραία ερωτικά παιχνίδια. Πολύ ακραία… Μέχρι θανάτου!
Ο δημοσιογράφος Χάρι Σβένσον επιστρέφει στο ξενοδοχείο του έπειτα από μια αποτυχημένη νύχτα λαγνείας. Η πόρτα του διπλανού δωματίου είναι μισάνοιχτη και ο Χάρι βλέπει έναν άντρα να ροχαλίζει στο κρεβάτι. Είναι ένας γνωστός καλλιτέχνης και δίπλα του ξαπλωμένη μια νεκρή γυναίκα… Έτσι ο Χάρι πέφτει πάνω σ’ ένα δημοσιογραφικό λαβράκι –τη στιγμή ακριβώς που σκόπευε να τα παρατήσει. Αποφασίζει να κάνει έρευνα για την άγνωστη δολοφονημένη γυναίκα και παίρνει συνέντευξη από τον καλλιτέχνη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι αθώος. Λίγο καιρό αργότερα, ο Χάρι θα βρεθεί μπλεγμένος σ’ αυτή την ιστορία… Ένας παρόμοιος φόνος γίνεται στο Γκέτεμποργκ. Αυτή τη φορά το θύμα είναι μια γυναίκα με την οποία ο Χάρι είχε περάσει μια βραδιά πάθους. Οι δυο τους είχαν πειραματιστεί με ακραία ερωτικά παιχνίδια. Τώρα ο Χάρι είναι και ο ίδιος ύποπτος. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν αρχίζει να δέχεται απειλητικά μηνύματα. Πλέον ξέρει ότι για να ξεμπλέξει πρέπει να κυνηγήσει μόνος του έναν κατά συρροή δολοφόνο. Έναν δολοφόνο με επικίνδυνα γούστα, χωρίς κανέναν φραγμό…
Τα «Θανάσιμα παιχνίδια» είναι η πρώτη περιπέτεια του δημοσιογράφου Χάρι Σβένσον, που μας εισάγει σε έναν ιδιαίτερο κόσμο: αυτόν του σαδομαζοχισμού.
Όλα ξεκινούν όταν, μετά από μια αποτυχημένη ερωτική νύχτα, επιστρέφει στο ξενοδοχείο του στο Μάλμε και ανακαλύπτει πως στο απέναντι δωμάτιο από το δικό του βρίσκεται ένας κοιμισμένος άντρας και μια νεκρή γυναίκα. Ο άντρας είναι ένας γνωστός τραγουδιστής κι ο Χάρι συνειδητοποιεί πως αυτό το γεγονός μπορεί να είναι μια αποκλειστικότητα που θα πρέπει να εκμεταλλευτεί. Κι ενώ ξεκινά την έρευνά του, ένας δεύτερος φόνος μιας γυναίκας έρχεται να τον εμπλέξει ακόμα περισσότερο στην παράξενη αυτή υπόθεση· το δεύτερο θύμα είναι η γυναίκα που βρισκόταν μαζί του προτού ανακαλύψει το πρώτο θύμα. Ο δολοφόνος γνωρίζει πως ήταν μαζί της κι αρχίζει να του στέλνει απειλητικά μηνύματα. Ο Χάρι βρίσκεται ξαφνικά εν δυνάμει ύποπτος, αν και ο ίδιος προσπαθεί να αποκρύψει από την αστυνομία τη σχέση του με τη νεκρή γυναίκα. Γιατί κρύβει κι αυτός τα δικά του μυστικά: του αρέσουν και του ίδιου τα σαδομαζοχιστικά παιχνίδια, όπως φαίνεται να αρέσουν και στον δολοφόνο! Ο Χάρι συνεχίζει την έρευνα, περισσότερο αποφασισμένος από ποτέ να βρει τον άνθρωπο που δεν διστάζει να σκοτώνει γυναίκες, αλλά και να εκβιάζει τον ίδιο. Η έρευνα τον οδηγεί σε μια παράξενη σειρά συμβάντων, με γυναίκες που έχουν πέσει θύματα ξυλοδαρμού. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για έναν και μοναδικό δράστη, ο οποίος ορισμένες φορές ξεπέρασε τα όρια φτάνοντας στον φόνο. Η προσεκτική έρευνα του Χάρι στα περιστατικά που έχουν καταγραφεί στο παρελθόν και το παρόν σε διάφορες περιοχές όχι μόνο της Σουηδίας, αλλά και των ΗΠΑ, θα τον αναγκάσει να καταδυθεί στον σκοτεινό κόσμο του σαδομαζοχιστικού σεξ, προκειμένου να ανακαλύψει την ταυτότητα του παράξενου τύπου με τις ιδιαίτερες προτιμήσεις. Όμως ο δολοφόνος αποδεικνύεται ιδιαίτερα επικίνδυνος και ο Χάρι θα βρεθεί από τη θέση του κυνηγού σ’ αυτήν του υποψήφιου θύματος, αν δεν προσέξει ιδιαίτερα τα επόμενα βήματά του…
Ο συγγραφέας επιλέγει να βασίσει την πλοκή του μυθιστορήματός του σ’ ένα αρκετά ‘πικάντικο’ θέμα, με έναν δολοφόνο που αρέσκεται στο να τιμωρεί τα θύματά του για την συμπεριφορά τους ξυλίζοντάς τες με ένα ραβδί. Όμως κάποιες φορές η ιδιοσυγκρασία του τον κάνει να ξεφεύγει από τα όρια, σκοτώνοντάς τες. Ο κεντρικός ήρωας δεν είναι ένας αστυνομικός επιθεωρητής που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την υπόθεση, αλλά ένας περίεργος δημοσιογράφος που, αρχικά τουλάχιστον, δεν ψάχνει παρά ένα λαβράκι για την εφημερίδα του. Όμως η έμφυτη περιέργειά του και το πείσμα του τον κάνουν να επιθυμεί να λύσει τον γρίφο αυτής της υπόθεσης, και μάλιστα αποκρύπτοντας στοιχεία από την αρμόδια επιθεωρήτρια. Αυτό που φαίνεται να ανησυχεί τον ίδιο –που είναι όμως ταυτόχρονα ενδιαφέρον για τον αναγνώστη– είναι το ότι ο δολοφόνος κι εκείνος έχουν ένα τουλάχιστον κοινό: αρέσουν και στους δύο τα σαδομαζοχιστικά παιχνίδια, κι ο Χάρι αρκετές φορές πιάνει τον εαυτό του να αναρωτιέται μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι σκοτεινές επιθυμίες κάποιου και σε ποιες ακραίες καταστάσεις μπορεί να οδηγήσει ένα θολωμένο μυαλό. Η ιστορία είναι καλογραμμένη και έξυπνη. Οι αυξομειώσεις στην πλοκή δεν είναι τόσο έντονες και δραματικές, όσο θα ήταν ίσως στην περίπτωση ενός κεντρικού ήρωα-αστυνομικού, που θα χρησιμοποιούσε πιθανότατα άλλες μεθόδους. Όμως και ο Χάρι δεν υστερεί καθόλου, αφού το δημοσιογραφικό του ένστικτο λειτουργεί και αποδίδει εξίσου καλά. Υπάρχει συνεχής δράση κι ανατροπές, αν και η περιγραφή των γεγονότων είναι περισσότερο χαλαρή κι όχι τόσο ‘σκοτεινή’ όσο σε άλλα βιβλία Σκανδιναβών συγγραφέων. Βέβαια, η γραφή δεν υστερεί ούτε ποιοτικά ούτε νοηματικά. Ο Χάρι Σβένσον μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, διατηρώντας συνεχώς έναν τόνο ζωντάνιας κι αμεσότητας, που κάνει αμέσως τον αναγνώστη να νιώσει πως συμμετέχει κι ο ίδιος στις εξελίξεις της υπόθεσης. Οι περιγραφές του δράστη είναι σε τρίτο πρόσωπο, αλλά καταφέρνουν να διατηρούν την ίδια αμεσότητα στην αφήγηση. Η εναλλαγή τους προσφέρει μια ικανοποιητικότατη, ολοκληρωμένη εικόνα, με τις σκέψεις και των δύο πλευρών σε ζωντανό χρόνο, ενώ εξελίσσονται παράλληλα (ή τα ίδια) γεγονότα. Ο αναγνώστης καταδύεται ταυτόχρονα στο μυαλό του δολοφόνου και του κυνηγού του, μαθαίνει τις σκέψεις και αφουγκράζεται το φάσμα των συναισθημάτων τους, ενημερώνεται για τις επόμενες κινήσεις τους και ανυπομονεί για την πολυπόθητη κορύφωση της υπόθεσης και την κατάληξή της. Το ότι η ταυτότητα του δολοφόνου αποκαλύπτεται αρκετά πριν το φινάλε δεν αφαιρεί τίποτα από την αναγνωστική έξαψη. Είναι τόσα πολλά τα θέματα που πρέπει να επιλυθούν και είναι τόσο ενδιαφέρουσα η προετοιμασία και των δύο πλευρών για την… τελική αναμέτρησή τους, που ο αναγνώστης συνεχίζει να διαβάζει εξίσου συνεπαρμένος τη συνέχεια της ιστορίας. Ακόμα κι αν σε ορισμένα σημεία τους τα «Θανάσιμα παιχνίδια» φαίνονται να πλατειάζουν, αυτό δεν είναι παρά ένα ακόμα συγγραφικό τέχνασμα· μια βαθιά ανάσα ανάμεσα στις εξελίξεις. Παρά τον όγκο του δεν κουράζει, αντίθετα προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα πολυπρόσωπο ταξίδι· γεωγραφικό και εσωτερικό, μέχρι τα πιο βαθιά κρυμμένα και σκοτεινά ανθρώπινα ένστικτα, που αναδύονται στην επιφάνεια με αριστοτεχνικό τρόπο από την ταλαντούχα πένα του Mats Olsson.
Δεν ξέρω τι να γράψω τώρα για αυτό το βιβλίο. Δεν είναι ότι δεν είναι καλό. Είναι. Είναι καλογραμμένο, χωρίς κοιλιές, αν και και κατά την γνώμη μου, μερικές σελίδες θα μπορούσε να τις έχει παραλείψει ο συγγραφέας. Η ιστορία αρκετά πρωτότυπη και μέσα στο πνεύμα της εποχής, άγγιζε σε βάθος το θέμα των γνωριμιών μέσω του διαδικτύου, το εμπόριο λευκής σαρκός κτλ. Έρεε γρήγορα κι είχε κινηματογραφική εξέλιξη. Ωστόσο, κάτι δε με άφησε να "μπω" στο στόρι. Μου φάνηκε αρκετά άνευρο.
Ίσως το γεγονός ότι το διάβασα αμέσως μετά την Φορμόλη του Ινδρίδασον, το οποίο ήταν ιδιαζόντως ατμοσφαρικό και με ύφος νουάρ. Πιθανολογώ ότι αυτή η απότομη προσγείωση στο σήμερα και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του διαδικτύου, μάλλον μου έπεσε λίγο βαριά. Προφανώς ήταν κακό το τάιμινγκ. Θεωρώ ότι αν το είχα διαβάσει κάποια άλλη στιγμή θα το είχα αξιολογήσει διαφορετικά. Πολύ φοβάμαι ότι δεν είμαι πολύ δίκαιη απέναντί του. :-(
Αν το έχετε στην βιβλιοθήκη σας, θα σας έλεγα να το διαβάσετε. Μην βασιστείτε στην δική μου γνώμη. Θα ήθελα πολύ να ακούσω την δική σας.