Έβρεξε πολύ ο Θεός φέτος και αν δεν έβρεχε πολύ δεν θα κατέβαιναν τα ποτάµια, δεν θα ποτίζονταν τα δέντρα, δεν θα φύτρωναν τα λουλούδια, δεν θα γεµίζανε τα πηγάδια, δεν θα πληµµύριζαν οι δρόµοι, δεν θα ξεχείλιζαν τα φρεάτια του µεταλλείου, δεν θα ανέβαιναν πάνω τα νερά, δεν θα κουβαλούσαν σκοινιά, ξύλα και σαπισµένες λαµαρίνες, δεν θα κουβαλούσαν παλιά ρούχα, δεν θα έφερναν στην επιφάνεια τούβλα και µπάζα, δεν θα έσπρωχνε πάνω το νερό πεθαµένες γάτες και σκοτωµένες γυναίκες… Τον Απρίλιο του 2019, µετά από παρατεταµένες βροχές στην άνυδρη Κύπρο, ανακαλύπτεται το πτώµα µιας εργάτριας από τις Φιλιππίνες. Αρχίζει τότε ένα φρικτό κουβάρι να ξετυλίγεται, που θα οδηγήσει στα επτά θύµατα του πρώτου κατά συρροήν δολοφόνου της χώρας, πέντε µετανάστριες και δύο παιδιά. Οι σοροί θα βρεθούν σε διάφορες περιοχές, ανάµεσα στις οποίες και η Κόκκινη Λίµνη, ο κρατήρας του µεταλλείου της Κοκκινοπεζούλας, όπου στο παρελθόν άφησαν την τελευταία τους πνοή δεκάδες µεταλλωρύχοι χτυπηµένοι από πνευµονοκονίαση. Μια γυναίκα, που έχασε νέα τον άντρα της στο φονικό µεταλλείο, αφηγείται σήµερα, µε αφορµή τη σταδιακή ανεύρεση των δολοφονηµένων γυναικών, τη δική της σκληρή ζωή. Δίπλα της ηχεί η αρχαία φωνή του τόπου, µύθοι και δοξασίες που ξεκινούν από τα οµηρικά έπη και καταλήγουν στην κεφαλή του Τσάτσγουερθ, ό,τι απέµεινε από ένα χάλκινο άγαλµα του Απόλλωνα, που στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρα των ανθρώπων ακόµη και τώρα. Μια ιστορία ανάµεσα στο παρελθόν και στο µέλλον: οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, οι µετανάστες, ο Δράκος του Νερού, ένας τόπος που ανακαλύπτει συνεχώς, ζωντανά και πνιγµένα, µυστικά.
Η γνωριμία μου με την Κωνσταντία Σωτηρίου έγινε πριν 10 χρόνια όταν διάβασα το θεατρικό της έργο στο λογοτεχνικό περιοδικό Cadences όπου είχα στείλει και εγώ ένα ποίημα.
Στο ίδιο περιοδικό υπήρχε και κριτική για το πρώτο της μυθιστόρημα Η ΑΪΣΕ ΠΑΕΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ.
Λίγους μήνες μετά το μυθιστόρημα αυτό το βρήκα στο πρώτο φεστιβάλ βιβλίου Λευκωσίας και το διάβασα λίγες βδομάδες μετά. Και από τότε ξεκίνησε η γνωριμία μου με την κυρία Σωτηρίου.
Και έτσι με το που έβγαινε μυθιστόρημά της το άρπαζα. Το 2017 βγήκαν οι ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΧΩΜΑ, το 2019 η ΠΙΚΡΙΑ ΧΩΡΑ και το 2023 το BRANDY SOUR.
Και φέτος Απρίλη του 2025 10 χρόνια μετά την πρώτη εκείνη γνωριμία βλέπω ότι βγάζει καινούργιο βιβλίο Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΤΣΑΤΣΓΟΥΕΡΘ.
Για ένα μήνα έκανα συνέχεια refresh την ιστοσελίδα των εκδόσεων Πατάκη για το πότε θα είναι διαθέσιμο το βιβλίο. Αυτό έγινε μέσα στον Μάη και τότε το άρπαξα.
Την ώρα όμως που μπήκα στο online βιβλιοπωλείο να το αρπάξω βλέπω ότι η κυρία Σωτηρίου είχε ήδη γράψει πέρσι ένα παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο, Η ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ και αποφάσισα να το πάρω μαζί με το μυθιστόρημα.
Το συγκεκριμένο παιδικό βιβλίο είναι 22 εικονογραφημένες σελίδες και διαβάζεται μέσα σε 5 λεπτά. Μιλά για την προσφυγιά των Κυπρίων το ‘74 και την συγκρίνει με ένα ευαίσθητο τρόπο (είναι και ευαίσθητο το θέμα αυτό) με την προσφυγιά των σημερινών ανθρώπων που έρχονται στην Κύπρο.
Και τώρα για να επανέλθουμε στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα· είναι το πρώτο βιβλίο της κυρίας Σωτηρίου που δεν ασχολείται με την γνωστή ιστορία της Κύπρου δηλαδή με τις διακοινοτικές ταραχές του ‘63, και το πραξικόπημα και την εισβολή του ‘74.
Ασχολείται με την δολοφονία πέντε ξένων γυναικών που ζούσαν στην Κύπρο για να βγάλουν το ψωμί τους μαζί με δύο παιδιά από έναν κατά συρροή δολοφόνο.
Τον πρώτο κατά συρροή δολοφόνο της Κύπρου. Από τύχη το 2019 έβρεχε ασταμάτητα· ποτέ έτσι τα τελευταία χρόνια.
Γέμισαν τα πηγάδια στο εγκαταλελειμμένο ορυχείο στο οποίο είχε πετάξει μέσα σε βαλίτσα τα πτώματα ο αδίστακτος δολοφόνος.
Την είδαν την βαλίτσα τουρίστες και από ‘κει ξεκίνησε να ξετυλίγεται ένα κουβάρι και να ανακαλύπτονται οι εξαφανισμένες οικιακές βοηθοί, πεθαμένες φυσικά.
Στην Κύπρο πριν ανακαλυφθεί η βαλίτσα κανείς δεν έψαξε για τις γυναίκες αυτές διότι ο ρατσισμός μας καλά κρατεί.
Δηλαδή οι εξαφανισμένες Φιλιπινέζες αποκλείεται να ήταν σκοτωμένες: είτε δραπέτευσαν στα κατεχόμενα σαν φυγάδες, ή έφυγαν για άλλη χώρα κλέβοντας ταυτόχρονα και αντικείμενα των αφεντικών τους.
Και φυσικά αυτή η αδιαφορία των Κυπρίων προς ξένες γυναίκες γινόταν και από τους άγγλους αποικιοκράτες προς τους κύπριους εργάτες στα ορυχεία.
Με αφορμή αυτές τις δύο πτυχές της ιστορίας η κυρία Σωτηρίου βάζει μία γριά την οποία προσέχει Φιλιππινέζα να θυμάται τον άντρα της που υπήρξε κι αυτός θύμα της χρηματικής εκμετάλλευσης των αποικιοκρατών. Των Άγγλων που έστελναν βαθιά μέσα στα ορυχεία κύπριους εργάτες και πέθαιναν αργότερα από πνευμονοκονίαση.
Ταυτόχρονα στο σήμερα την βλέπουμε να ξέχνα για το πόσο υπέφερε στα χέρια των Άγγλων ο άντρας της και να βλέπει με υποτιμητικό ύφος την Φιλιππινέζα η οποία υποφέρει κι αυτή μακριά από την πατρίδα της.
Με αυτό τον τρόπο βλέπουμε ταυτόχρονα το δράμα φτωχών ανθρώπων. Και Κυπρίων λίγο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και Φιλιππινέζων τον 21ο αιώνα.
Είναι το πρώτο μυθιστόρημα της κύριας Σωτηρίου που δεν ασχολείται με το ‘74 ίσως διότι είχε να πει ό,τι είχε να πει γι’ αυτή την πτυχή της ιστορίας μας.
Δε θα με πείραζε όμως να δω ότι ένα καινούργιο της θα μιλούσε πάλι για το 74. Αλλά θα προτιμούσα ίσως περισσότερο να ανακαλύψει και άλλες άγνωστες πτυχές της κυπριακής ιστορίας και να ξετυλίξει και εκεί το λογοτεχνικό ταλέντο της.
Υπάρχουν βιβλία που δεν διαβάζονται απλώς· εισχωρούν κάτω από το δέρμα, σε τυλίγουν σαν ομίχλη και μένουν. Η «Κεφαλή του Τσάτσγουερθ» της Κωνσταντίας Σωτηρίου είναι ακριβώς ένα τέτοιο βιβλίο. Σύντομο σε έκταση αλλά συγκλονιστικά πυκνό σε νοήματα και συναισθήματα, σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί μέσα σε ένα τοπίο γεμάτο μυστήριο, θρήνο και ενοχή — ένα τοπίο κυπριακό, αλλά πανανθρώπινο.
Με αφορμή μια αληθινή υπόθεση που συγκλόνισε την Κύπρο το 2019 — τις φρικιαστικές δολοφονίες μεταναστριών γυναικών από τον πρώτο κατά συρροή δολοφόνο της χώρας — η συγγραφέας στήνει ένα αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθικό. Η φωνή της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας, σχεδόν προσευχητική, μιλά για τον θάνατο, την εξαφάνιση, την απώλεια, αλλά και για την οδύνη εκείνων που μένουν πίσω χωρίς απαντήσεις.
Η «κεφαλή του Τσάτσγουερθ» — το χαμένο άγαλμα του Απόλλωνα που καταλήγει να εμφανίζεται σε λονδρέζικη συλλογή και να επιστρέφει ως φάντασμα στην κυπριακή κοινότητα — λειτουργεί ως σύμβολο· μια ενοχική συνείδηση που πλανάται πάνω από μια χώρα που έχει ξεχάσει, που έχει θάψει, που αποσιωπά. Ο λόγος της Σωτηρίου είναι ποιητικός, μελωδικός, με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, χωρίς όμως να χάνει ποτέ τη δύναμη και την έντασή του.
Η αποικιοκρατία έχει αφήσει πολλά σημάδια στην Κυπριακή γη, και δεν αναφέρομαι μόνο σε περιπτώσεις όπως αυτή της «κεφαλής». Οι μεταλλωρύχοι που χάθηκαν δουλεύοντας κάτω από άθλιες συνθήκες ξέρουν καλά τι εννοώ. Όπως και οι οικογένειές τους που έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να ορθοποδήσουν μετά από μια τέτοια απώλεια. Οι λίμνες που έχουν αφήσει πίσω τους τα μεταλλεία λένε την ιστορία τους. Σε μια τέτοια κόκκινη λίμνη είναι που βρέθηκαν τα πτώματα των αλλοδαπών γυναικών. Γυναίκες για τις οποίες, παρ’ όλο που φώναζαν οι φίλοι και οι συγγενείς τους όταν εξαφανίστηκαν, δεν νοιάστηκε κανείς. Η αστυνομία βιάστηκε να τις κατηγορήσει ότι πήγαν στα κατεχόμενα, ότι έφυγαν με δική τους απόφαση. Μέχρι που διαψεύστηκε…
Το βιβλίο διαβάζεται μέσα σε μια ανάσα, αλλά η αίσθηση που αφήνει είναι μακράς διαρκείας. Η σιωπή των γυναικών γίνεται κραυγή. Η Ιστορία και οι μύθοι μπλέκονται με τη βία του παρόντος. Και εμείς, ως αναγνώστες, καλούμαστε να δούμε, να αναγνωρίσουμε, να θυμηθούμε.
Ένα βιβλίο-σπονδή για όσες φωνές χάθηκαν χωρίς να ακουστούν. Ένα λογοτεχνικό στολίδι.
Με αφορμή την ανεύρεση του πτώματος μιας δολοφονημένης αλλοδαπής εργάτριας στα λασπόνερα του κρατήρα ενός εγκαταλελειμμένου ορυχείου, μια Κυπρία γιαγιά ξαναθυμαται τη σκληρή ζωή της και τις αφηγήσεις της δικής της, μεγάλης γραίας, γιαγιάς. Παντρεμένη με άντρα μεταλλωρυχο σε εξορυκτική εταιρεία των Εγγλέζων, που πέθανε πολύ νέος, χτυπημένος από την πνευμονοκονιαση, η ηλικιωμένη γυναίκα διηγείται στην Φιλιππινέζα οικιακή βοηθό που την προσέχει, πώς χρειάστηκε να δουλέψει ως εργάτρια, σε σκληρές οικοδομικές εργασίες, για να αναθρέψει τα παιδιά της, να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και την αρρώστια του άνδρα της και μετά τη χηρεία και τις δυσκολίες της ζωής. Οι αρχαίοι μύθοι για την ανομβρία και τον δράκο του νερού διαπλεκονται με τις θρησκευτικές τελετουργίες, τη καταγγελία της αποικιοκρατίας και την εκμετάλλευση των μεταναστών, με μια γλώσσα που ρέει και ευφραινει.
Υπέροχη η σύλληψη της υπόθεσης, εντυπωσιακή θα ελεγα. Ο συνδυασμός της νεότερης Ιστορίας της Κύπρου με το σήμερα μ' εκανε ν ανατριχιάζω.
Η γραφή της συγγραφέως διαφέρει από το "Μπράντυ Σάουαρ" το οποίο μ' ειχε ταξιδέψει και γοητεύσει παράλληλα. Τώρα βρήκα κάπως χαοτική την προσέγγιση των προτάσεων, ίσως χρειαζόμουν ένα πιο ξεκάθαρο ύφος, πιο καθαρές παραγράφους και προτάσεις.
Θα επιμείνω στην υπόθεση του βιβλίου για το πόσο δημιουργική ιδέα ήταν ο συνδυασμός των δύο κόσμων.
Συνδυάζει ιστορία από την δεκαετία του 50ε τη σύγχρονη ιστορία του 1ου κατά συρροή δολοφόνου της Κύπρου. και στις 2 περιπτώσεις οι υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή, η άτυχης κατάληξη και η αντιμετώπιση του κόσμου. αυτού του κόσμου που τα ξέρει όλα, αλλά μόλις πέσει η αυλαία απλά σε ξεχνάει
Δυστυχώς όχι αντάξιο των προηγούμενων βιβλίων της Σωτηρίου, προβληματικό δομικά με το πώς ενώνει τις διαφορετικές ιστορίες και όχι απόλυτα εύστοχο υφολογικά με την επιλογή των επαναλήψεων.