Σε έναν χρόνο άχρονο και σε έναν τόπο άτοπο κι αγεωμέτρητο, ο Κυριάκος Χαρίτος ανασύρει από αμφιλεγόμενες περγαμηνές κάπου στον Ευφράτη σπαράγματα και θραύσματα ενός κόσμου άκοσμου, ενός γιου ασώτου και απολεσθέντα μα διασωθέντα, μιας μάνας αστάθμητα αρχετυπικής και ενός σύμπαντος υπάρξεων που βαδίζουν γοργά μακριά από το σημείο μηδέν και ξανά το πλησιάζουν, εκεί όπου δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα και τα πάντα.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή, της λέει, αναχωρώντας για την έρημο. Γιατί μόνο τότε θα δικαιούται να έχει φωνή. Πρέπει να συνδεθείς με χάρη. Μόνο τότε θα αντιστρέψεις “την επικράτηση του θανάτου“. Άτακτος βίος, νομαδικός και μοναχικός μαζί, μια διαδρομή μη μετρήσιμη, πέρα από τις διαμπερείς πληγές της ύλης, γεμάτη σιωπηρή ταπεινότητα και ακατεύθυντη σωτηρία, ο ένας με τον άλλον, “πλαθόμασταν από την αρχή“, γιατί μόνο τότε ξεκινάς από το μηδέν που έχει πραγματική αξία.
Όλα είναι δικά σου και τίποτα δεν έχεις. Είναι λεπτό το όριο του έχω και του δεν έχω, του είμαι και του τι είμαι και αν είμαι. Μια αβεβαιότητα διαρκής, ακροβασία μικρών θεών, δηλαδή ανθρώπων, εύπλαστων και ευπαθών, ξεχασμένων στη φθορά.
“Πρέπει να βρω τη γλώσσα, μάνα. Πρέπει να βρω μια γλώσσα που δεν θα έχουν ξανακούσει οι άνθρωποι. Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω. Αν καταφέρω και αναστήσω τις λέξεις, μπορώ να σηκώσω και το σώμα τους από το χώμα“.
Ο λόγος είναι αυθεντικός, ο επαναπροσδιορισμός της αποστολής είναι η μεγαλύτερη αποστολή, η σωτηρία της ψυχής περνάει από τις λέξεις, αυτές πρέπει να αναστηθούν πρώτα για να πάρουν μαζί τους τα πάντα. Κι ύστερα είναι ο μόχθος. Θέλει κόπο η σωτηρία, θέλει κόπο η ίαση και όχι άκοπο παρακάλι που θα τα φτιάσει όλα κι έπειτα θα ξεχαστούν μέχρι το επόμενο κατέβασμα προς τον Άδη.
Ένα Ευαγγέλιο, από ένα νέο Κουμράν και μια Νεκρά Θάλασσα που ζωντανεύει το πνεύμα, ξέθολο από το πούσι της αμφιβολίας, ενός φταρτού ανθρώπου που του απονεμήθηκε όλο το βάρος του κόσμου σαν μετάλλιο πρωταθλητή και εκείνος το κουβάλησε σαν σταυρό ξύλινο που τον μεταπλάθεις όπως θέλεις και τον κάνεις μυσταγωγία, κατάνυξη και άνοιξη και διάλυση εις τα στοιχεία εξ ων συνετέθη. Κι εκείνα, όλα, άστρα διαλυμένα που έσμιξαν σε ένα σπάνιο ένωμα, έφεραν στη γη τον Υιό του Θεού που συνετρίβη όπως συντρίβεται και απανθρακώνεται κάθε άνθρωπος που φέρει την αλήθεια ως νέα ηθική και διάσταση. Το ατελές κι ατέλειωτο και διψασμένο και μάταιο πλήθος ζητωκραυγάζει για σωτήρες και μεσσίες, την ώρα που εκείνος ξέρει ότι άφωνοι, παράφωνοι, δεν πρόκειται να καταλάβουν ποτέ ποιος κόσμος τους δόθηκε και τι να τον κάνουν.
“Εσένα ποιος κόσμος σου δόθηκε [μάνα];”
Ένας Τελευταίος Πειρασμός από το κατώφλι του αιώνα Νο21, για έναν άνθρωπο που του δόθηκε αποστολή να μας επισκεφθεί, να μας δείξει αίμα στο μέτωπο και πληγές στα άκρα, και να φύγει, αφήνοντάς μας ξανά στο έρεβος της αμέτρητης ατέλειάς μας, μιας κανονικότητας που ξεχνά τους θεούς γιατί πρώτα ξέχασε τους ανθρώπους που ζουν δίπλα. Που θέλει το θαύμα για να πιστέψει, λησμονώντας ότι αυτό ζει μέσα του και δεν το ξυπνάμε ποτέ.
“Γιατί με βάλατε με τους ανθρώπους αφού ήταν σκοπός από την αρχή να τους εγκαταλείψω;”
Τελειώνει. Σε ένα όρος με ελιές. Εκεί όπου δεν έρχεται ο λύκος κι η αρκούδα για εκείνον. Αλλά ο άνθρωπος. Που δεν είναι για καλό. Θα τον δικάσουν. Ούτε ο λύκος, ούτε η αρκούδα. Ο άνθρωπος. Θα ακουστούν πράγματα φριχτά. Αλλά η μάνα του θα ξέρει.
Ο Κυριάκος Χαρίτος μεταβολίζει την πρώτη ύλη του ανθρώπου που τον είπαν θεό, υπονομεύει τα κρεμασμένα ασημικά των δωροδοκούντων πάνω στο πέτο του μανδύα του και του μεταμοσχεύει τα άριστα υλικά μιας εξομολόγησης, βαθιά εσωτερικής, ορμητικής, φτιαγμένης από τα ταπεινά υλικά του μικροβιώματος που είναι τόσο μεγάλο για να υπερβαίνει τα φαντασιακά μυθεύματα και να αγγίζει την κορυφή της πατρίδας που λέγεται καρδιά.
Και ιδού το μέγεθος της ποιήσεως και το ύψος της, οι λέξεις οι απλές, οι αναστημένες από τον τάφο της απλότητας, να φτιάχνουν ψηλά βουνά που θα ανέβεις δίχως τιμωρητικούς σταυρούς, εκεί, στο όρος όπου οι βεβαιότητες είναι ανύπαρκτες, κι ο άνθρωπος ένας μικρός, ανεπίγνωστος γίγαντας, με πόδια που τρέμουν με δέος μπροστά στο οριστικό τέλος. Που δεν θα έρθει ποτέ γιατί όλοι θα επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ήρθαμε. Δεξιά του πατρός ή άλλως αστερόσκονη από κάποια σύγκρουση γαλαξιακή. Πάντως ψηλά θα είσαι, όταν θα γνωρίσεις τον εαυτό και τα υλικά σου.
Λόγος λεπτοδουλεμένος, κβάντο κβάντο, που εκρήγνυται εκτοξεύοντας το νέο σου σύμπαν. Απόλαυση. Το κατά Κ. Ένας καθρέφτης του εαυτού.