Φεβρουάριος 1950, Σκοτεινό. Μια πενταμελής ομάδα ηττημένων του εμφυλίου, παρακινούμενη από ένα σύντροφό τους που είναι πλέον ο παπάς του χωριού τους, αποφασίζει να ληστέψει ένα δωσίλογο της περιοχής. Ένας από αυτούς θα επιστρέψει τα χαράματα και θα ειδοποιήσει τον παπά ότι η ληστεία πήγε στραβά. Η ομάδα όχι μόνο γύρισε στο χωριό χωρίς τα χρήματα, αλλά άφησε πίσω νεκρό τον αρχηγό της, χτυπημένο από την καραμπίνα του δωσίλογου…
Ιανουάριος 1986. Η Μελίνα Γρηγορίου, την περίοδο που αντιμετωπίζει μια σκευωρία και αναγκάζεται να φύγει από τη δουλειά της κυνηγημένη, μαθαίνει από την ετοιμοθάνατη μητέρα της ότι είναι υιοθετημένη. Και ότι ο μόνος που μπορεί να τη διαφωτίσει για τις ρίζες της αληθινής της οικογένειας είναι ο παπα-Γρηγόρης, που ζει σ’ ένα χωριό που λέγεται Σκοτεινό… Η Μελίνα αποφασίζει να αναζητήσει την αλήθεια για το παρελθόν της και φεύγει για το Σκοτεινό. Μόνο που το ταξίδι αυτό θα είναι η αρχή μιας σκληρής ιστορίας εκδίκησης και θανάτου…
ΚΡΙΤΙΚΕΣ «Η γραφή του Γρηγόρη Αζαριάδη δεν είναι ούτε επίπεδη, ούτε “εύκολη”. Η μυθοπλασία του δεν ακολουθεί τα κλασικά μοτίβα εγκλημάτων κι εγκληματιών, όπου κυριαρχούν κοινότυπες και κοινότοπες προσεγγίσεις. Η συσχέτιση [δια-πλοκή;] των ιστορικών τραυμάτων με το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, αλλά και με τα βιώματα των πρωταγωνιστών, διαμορφώνουν μία ατμόσφαιρα που ναι μεν διαθέτει αστυνομικό άρωμα, όμως κατά βάθος απεικονίζει την κόκκινη γραμμή αίματος που συνδέει τις επιλογές των ανθρώπων με τα παιχνίδια της Μοίρας. Βασικό ερώτημα του βιβλίου: πόσο “εγκληματίας” μπορεί να χαρακτηρίζεται όποιος τιμωρεί με το ίδιο νόμισμα όποιους τον θυματοποίησαν; That’s the question!» -Γιάννης Πανούσης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας
«Ο Γρηγόρης Αζαριάδης είναι μια πολύ ζωντανή φωνή στον χώρο του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Και με τα μυθιστορήματά του που επικεντρώνονται στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και με την αρθρογραφία του για το αστυνομικό μυθιστόρημα, έχει μια σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη και τη διάδοση του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος». -Πέτρος Μάρκαρης, συγγραφέας
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). ''Το μοτίβο του δολοφόνου'' (Γαβριηλίδης, 2015) είναι το τρίτο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχουν προηγηθεί τα βιβλία ''Παλιοί λογαριασμοί'' (Γαβριηλίδης, 2012) και ''Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου'' (Γαβριηλίδης, 2013).
Ένα ακόμη masterclass στην πλοκή και την ατμόσφαιρα από τον Γρηγόρη Αζαριάδη. Μπλέκοντας με χειρουργική ακρίβεια παρελθόν και παρόν (στους αφηγηματικούς χρόνους) καταφέρνει να χτίσει ένα ψηφιδωτό αστυνομικής πλοκής και κοινωνικού σχολιασμού που αξίζει να ζηλέψεις και σίγουρα θα απολαύσεις. Πρώτη φορά χωρίς Τρύπη, μεγάλο στοίχημα για έβδομο βιβλίο αλλά σίγουρα κερδισμένο.
Ο Αζαριαδης φτιάχνει ένα σενάριο για τον αγαπημένο του Σαμ Πεκινπα με συνεχή μπρος πίσω άλλοτε μαζεύοντας και άλλοτε αμολωντας καλούμπα. Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, πειστικό όσον αφορά τον μύθο και τους χαρακτήρες με το γνωστό Αζαριαδικο χιούμορ και το σκοτεινό σκηνικό μας αφήνει να αναλογιστουμε εμείς για τους νικητές και τους ηττημένους, για τους δικαιωμένους και τους αδικαιωτους.
Σκοτεινό, 1950. Μια ομάδα από πέντε ηττημένους του Εμφυλίου, με παρότρυνση του αρχηγού τους, αποφασίζουν να ληστέψουν έναν δωσίλογο. Μόνο που η ληστεία στραβώνει και κάποιος πέφτει νεκρός. Περίπου σαράντα χρόνια μετά αυτοί οι άνθρωποι δολοφονούνται. Ποιος κρύβεται από πίσω και τι αποζητάει μετά από τόσο καιρό; Τι απέγιναν τα χρήματα που κατάφεραν ν’ αρπάξουν; Τι σχέση έχει με όλα αυτά μια κοπέλα που ανακαλύπτει πως είναι υιοθετημένη και ψάχνει τις ρίζες της;
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης έγραψε ένα δυνατό, γρήγορο, κινηματογραφικό και γεμάτο ένταση μυθιστόρημα που σκαλίζει ελαφρά τις μνήμες του Εμφυλίου και ρίχνει τους χαρακτήρες σ’ έναν κύκλο εκδίκησης, ψεμάτων και αίματος. Το 1986 σε διάφορα ξεχασμένα χωριά της Ελλάδας κάποιοι βρίσκονται δολοφονημένοι και οι κατά τόπους αστυνομικοί, που δεν έχουν αντιμετωπίσει τέτοια βιαιότητα στην καριέρα τους, ζητούν βοήθεια από τους ανωτέρους τους. Ο αριθμός των θυμάτων και κάποιες ομοιότητες τραβούν την προσοχή του Ανθρωποκτονιών κι έτσι ο έμπειρος και ικανός αστυνόμος Πραπέτης αναλαμβάνει τις υποθέσεις, με βοηθό τον υπαστυνόμο Βαλέ. Οι έρευνες φαίνεται πως θα τραβήξουν σε χρόνο και διάρκεια κι όσο τα θύματα αυξάνονται τόσο πυκνώνει το μυστήριο. Από το Σκοτεινό στο Κόκκινο Νερό κι από την Κορωνησία στο Παλιό κάποιος βγάζει από τη μέση με τον ίδιο τρόπο τα θύματά του και αφαιρεί συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. Τι κοινό έχουν αυτοί οι άνθρωποι και πώς θα καταφέρει να τους συνδέσει ο Πραπέτης; Γιατί όλα στρέφονται γύρω από τον παπα-Γρηγόρη του Σκοτεινού;
Το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο, μιας και έχουμε τέσσερις διαφορετικούς τόπους εγκλήματος και άρα πρέπει να στηθούν αντίστοιχα σκηνικά χωριού, οπότε γνωρίζουμε τους εκάστοτε κατοίκους, παπά, ταβερνιάρη και άλλους επαγγελματίες, καθώς και την ντόπια αστυνομική δύναμη, που ο καθένας τους έχει και διαφορετικό χαρακτήρα. Τα θύματα είχαν εμφανιστεί ξαφνικά πριν από πολλά χρόνια με χρήματα στα χέρια τους και έκαναν κατά κόρον αγαθοεργίες και επενδύσεις στους τόπους τους, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να πίνουν νερό στο όνομά τους. Ναι αλλά κάποιος τους σκότωσε, άρα κάτι συνέβη στο παρελθόν τους. Έντιμοι, ηθικοί, αγαπητοί στον τοπικό πληθυσμό, με σημαντική κοινωνική προσφορά, αν και το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει διάφορα γι’ αυτούς. Οι κάτοικοι αναστατώνονται, στις ταβέρνες και στα καφενεία οι γλώσσες παίρνουν φωτιά, ο κόσμος φοβάται, ανησυχεί αλλά και ενθουσιάζεται με τους φόνους. Οι αστυνόμοι Τσαμπούνης, Αναγνωστόπουλος, Κανελλόπουλος, Τσούνης αλλά και Λάλας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης και Κατσώτης και Κατσικογιώργος της Άρτας συνεργάζονται με τον Πραπέτη ώστε να βγάλουν άκρη με αυτό το κουβάρι και να προλάβουν νέα θύματα.
Παράλληλα με την κεντρική πλοκή, κάποια στιγμή μπαίνει στο κάδρο μια κοπέλα που υφίσταται σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία της κι όταν αποφασίζει να κινηθεί νομικά, η εταιρεία την παγιδεύει και την αναγκάζει να υπαναχωρήσει. Την ίδια περίοδο η ετοιμοθάνατη μητέρα της της αποκαλύπτει ότι είναι υιοθετημένη και την κατευθύνει στο Σκοτεινό, όπου ο παπα-Γρηγόρης έχει τις απαντήσεις. Ταυτόχρονα, μέσα από πρωθύστερα, ζωντανεύει η καταραμένη νύχτα της ληστείας, όπου και γνωρίζουμε τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν: «Οι ηττημένοι έχουν πάντα περισσότερες ιστορίες ν’ αφηγηθούν. Χαμένοι σύντροφοι. Χαμένα όνειρα. Το μεγαλείο της ήττας… Ήττα, παραίτηση, ματαίωση. Τα κατάλοιπα του Εμφυλίου σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια… Πεταμένοι στο περιθώριο της Ιστορίας» (σελ. 78). Όλοι τους φορτωμένοι με ένα απόθεμα από χαμένα όνειρα που «φλερτάρουν επικίνδυνα με τα όρια της οριστικής ματαίωσης». Τι πραγματικά συνέβη, τι ψέματα ειπώθηκαν και γιατί και τι ρόλο παίζει ο παπα-Γρηγόρης; Ποιες συνθήκες τον οδήγησαν να φορέσει το ράσο και ποιος ήταν πριν κάνει αυτό το βήμα; «Υπάρχουν κάποια μυστικά που σκοτώνουν» και κυρίως «Δεν πρέπει να βγάζουμε τα φαντάσματα από τους τάφους τους», κανείς όμως από τους χαρακτήρες του βιβλίου δεν άκουσε αυτές τις νουθεσίες, με αποτέλεσμα να έχουμε μια ιστορία εκδίκησης και ανατροπών μέχρι κυριολεκτικά την τελευταία σελίδα.
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης επιστρέφει μ’ ένα δυνατό, πολυεπίπεδο και καλοσχεδιασμένο μυθιστόρημα που μας οδηγεί στα σκοτεινά μονοπάτια του Εμφυλίου. Παραστατικές σκηνές και κινηματογραφική αφήγηση, σωστοί και περιορισμένοι διάλογοι που συμβάλλουν στην ταχύτητα των εξελίξεων, λεπτομέρειες που δημιουργούν κατάλληλη ατμόσφαιρα χωρίς να κουράζουν είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος που με γέμισε ένταση και αγωνία και στο τέλος με αποζημίωσε με ρίγη συγκίνησης για τις τελικές αποφάσεις κάποιων πρωταγωνιστών της ιστορίας. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης δεν παύει να γράφει μ’ ένα ιδιαίτερο, εντελώς προσωπικό στυλ που γοητεύει και ξαφνιάζει. Παράδοξες και ευφάνταστες παρομοιώσεις και μεταφορές («Φαίνεται ότι η καταιγίδα στέκει αναποφάσιστη, ζυγίζοντας τις εναλλακτικές λύσεις. Να μείνει μετέωρη ή να κατέβει για βραδινή μπαρότσαρκα στο Σκοτεινό;», σελ. 211), λεπτή ειρωνεία («το αβυσσαλέο ντεκολτέ θα έβαζε σε σοβαρό δίλημμα ακόμη και τον ανυποχώρητο σε παρόμοιους πειρασμούς Άγιο Αντώνιο», σελ. 45) αλλά και λυρισμός («Ένας λαμπρός ήλιος ξεμυτίζει δειλά από την κορυφή του βουνού, αφήνοντας υποσχέσεις για μια ζεστή μέρα στην καρδιά του χειμώνα» (σελ. 121), μικρές κοφτές προτάσεις και χρήση ενεστώτα αντί αορίστου ζωντανεύουν το κείμενο και το κάνουν να κυλάει σα νερό. Ο συγγραφέας δε βιάζεται, δεν κάνει σπασμωδικές κινήσεις, δε στριμώχνει πρόσωπα και καταστάσεις για να βγάλει κάτι, αντίθετα, κρατώντας τον έλεγχο της πλοκής, αφήνει πρόσωπα και χαρακτήρες να αναπνεύσουν, να δράσουν, να συμμετάσχουν όπως δει στις εξελίξεις και κρατάει τους άσους του κρυμμένους για την επόμενη αναπάντεχη «γωνία» ανάγνωσης. Ένα μυθιστόρημα για τα βάρη της Ιστορίας και για τα προσωπικά βάρη του καθενός μας.
Μετά από ένα δίμηνο περίπου αναγνωστικής «τεμπελιάς» όπου διάβαζα ένα περίπου βιβλίο ανά 10ήμερο, επανήλθα δριμύτερη με το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» του Γρηγόρη Αζαριάδη το οποίο ουσιαστικά «ρούφηξα», εντός δύο ημερών. Κι εδώ που τα λέμε ήταν ίσως μια από τις καλύτερες επιλογές που θα μπορούσα να κάνω. Κατά την προσωπική μου κρίση, η νέα αυτή ιστορία του Αζαριάδη είναι ίσως η καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα, συνδυάζοντας με δεξιοτεχνία το μυστήριο με τον κοινωνικό προβληματισμό.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους: το 1950, όπου μια ομάδα ηττημένων του εμφυλίου επιχειρεί μια ληστεία με τραγικές συνέπειες, και το 1986, όταν η πρωταγωνίστρια Μελίνα (αναρωτιέμαι πως σκέφτηκε αυτό το όνομα…) αναζητά τις ρίζες της στο χωριό Σκοτεινό, αποκαλύπτοντας σκοτεινά μυστικά του παρελθόντος.
Αυτό που ξεχωρίζει στο έργο είναι η στροφή του συγγραφέα προς μια πιο ώριμη και στοχαστική γραφή. Η γλώσσα του είναι απλή και δυναμική, με έξυπνους διαλόγους και δό��εις καυστικού χιούμορ που ισορροπούν τον ζόφο της πλοκής. Παρά τα κλισέ που ενδεχομένως υπάρχουν στο βιβλίο, η γραφή του Αζαριάδη έχει μια φρεσκάδα που δε μας έχει συνηθίσει, ρυθμό και συναισθηματική ένταση. Η δομή του μυθιστορήματος, με χρονικές λούπες, προσδίδει πλούτο στην αφήγηση και δίνει στην ιστορία ένα χαρακτήρα σχεδόν κινηματογραφικό.
Ιδιαίτερα αξιέπαινη είναι η επιλογή του συγγραφέα να περιορίσει –επιτέλους– τα… πικάντικα σχόλια, εστιάζοντας περισσότερο στην ψυχολογική ανάπτυξη των χαρακτήρων και στην εμβάθυνση των θεμάτων του βιβλίου. Αυτή η αλλαγή πιστεύω πως προσδίδει στην ιστορία του μια πιο σοβαρή και συγκινητική διάσταση, καθιστώντας τη πιο προσιτή σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.
Συνολικά, το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που υπερβαίνει τα στενά όρια του αστυνομικού είδους, προσφέροντας μια βαθιά ανθρώπινη και συγκινητική ιστορία που αγγίζει τις πληγές της συλλογικής μας μνήμης. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης παραδίδει ένα έργο που συνδυάζει την ένταση του αστυνομικού μυθιστορήματος με τη βαρύτητα του κοινωνικού σχολιασμού, προσφέροντας μια αξέχαστη αναγνωστική εμπειρία.