Ο σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ κι η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και τον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα. Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου Σε αυτό το έπος της φτώχιας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται.
Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός νεοέλληνα.
Ουίσκι μπλε. Ο τίτλος αινιγματικός συνδυασμένος με το χρώμα της θάλασσας το βαθύ το ξέχωρο το μπλε. Εκείνο του κοβαλτίου - όπως αναφέρει η συγγραφέας . Συνδυασμένος και με τη φυγή, την αναζήτηση, τον εθισμό.. Αφήνεται στη φαντασία του αναγνώστη να δουλέψει τον τίτλο στο μυαλό του και να τον ερμηνεύσει κατά πως θέλει. Αφήνεται στην πένα της Τέσυ Μπάιλα να ξεδιπλώσει το ταξίδι των ηρώων της, για την κατάκτηση των ονείρων τους, το ψάξιμο του εαυτού τους, την αναζήτηση μιας άλλης ζωής που κάπου τους περιμένει.... Η θάλασσα κεντρικός άξονας που γύρω του γυρνούν οι κύκλοι ζωής ενός Έλληνα - αντιπροσώπου μιας γενιάς που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια - με ψυχή γεμάτη ελπίδα για ένα καλύτερο στήσιμο της ζωής του. Πορτ Σάιντ όμορφη ζωή, ήσυχη, οικογενειακή και μπόλιασμα της βαθιάς αγάπης για τη θάλασσα από τον πατέρα στο γιο. Σημάδι ανεξίτηλο μέσα του, ψάχνει την ευκαιρία και το χρόνο να εκδηλωθεί. Σαντορίνη. Πέρασμα στη φτώχεια στη μιζέρια αλλά και χτίσιμο σιγά σιγά των ονείρων για τη φυγή, για το άνοιγμα άλλου κύκλου στη ζωή του ήρωα. Φευγιό από τη Σαντορίνη που την πυρπολεί βίαια η κόκκινη λάβα και τη συγκλονίζει ο σεισμός.. Πειραιάς εποχή του 1950. Πειραιάς στη δίνη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Mε το λιμάνι - κεντρικό άξονα στη διήγηση της συγγραφέως - τις φτωχικές συνοικίες, τα σπίτια με τα κόκκινα λαμπάκια και τα όνειρα να διατηρούνται ζωντανά .. Καθημερινό κυνήγι για μικρό μεροκάματο. Πόνος βάσανα φτώχεια αλλά και αλληλεγγύη και αγάπη. Στοιχεία αντιφατικά που ενώνουν. Ανθρώπινες καρδιές που σμίγουν. Βέλγιο .. σκληρή η ζωή μέσα στα έγκατα της γης. Ταμπέλες όπως ΄΄ έξω οι Ιταλοί, οι Έλληνες και οι σκύλοι ΄΄ σημαδεύουν τον ήρωα . Η ψυχή του μυρίζει απελπισία . Ένα ατύχημα με δεκάδες νεκρούς στα ορυχεία τον κάνει να δεχτει πως ΄΄ και τα δάκρυα έχουν χρώμα ΄΄. Επιστροφή στη πατρίδα και φυγή ξανά για κυνήγημα του αμερικάνικου όνειρου. Νέα Υόρκη απλά ένα πέρασμα πριν επιστρέψει σαν σύγχρονος Οδυσσέας στην πατρίδα. Για να δεθεί πια με το μπλε του κοβαλτίου το βαλμένο στο ποτήρι του, το βαλμένο στη ψυχή του.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που με τις εναλλαγές των συναισθημάτων, τις αλλεπάλληλες ανατροπές, με τον διαρκή αγώνα για την επιβίωση, με τους έρωτες και την αληθινή αγάπη κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο. Η συγγραφέας με μια γραφή λιτή αλλά και δυνατή ξεδιπλώνει τις ζωές των ηρώων της με τέχνη και συναίσθημα. Δεν σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται να διαβάσεις κι΄ ύστερα σαν ένα ποτάμι άλλοτε ήρεμο και γλυκό, άλλοτε ορμητικό και βίαιο ξετυλίγεται η ιστορία μπροστά σου. Μέσα από τους ήρωές της, μέσα από την ιστορία της περνά μηνύματα, περνά τις φιλοσοφικές της αναζητήσεις χωρίς να αλλοιώνεται ούτε στο ελάχιστο η ροή του βιβλίου. Το ΄΄ουίσκι μπλε ΄΄ άφησε ήδη τα χνάρια του διαβάζοντάς το. Και πήρε ταυτόχρονα τη δική του ξέχωρη θέση στη βιβλιοθήκη μου.
ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ, η αίσθηση αυτή της ελευθερίας που νιώθει κάθε ναυτικός μονάχα πάνω στο καράβι του και το ουίσκι, η συντροφιά και η παρηγοριά του, τις μέρες και τις νύχτες των ατέλειωτων ταξιδιών. Κυριολεκτικός και ταυτόχρονα αλληγορικός ο υπέροχος αυτός τίτλος του νέου βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα, μέσα στο οποίο παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον τα ταξίδια του πρωταγωνιστή της, Μιχάλη, στη ζωή και στην απέραντη, μεθυστική θάλασσα. Η λαχτάρα κι ο πόνος μαζί ! Συμπορεύονται χέρι με χέρι στον αγώνα που κάνει η μεταπολεμική Ελλάδα να χορτάσει την πείνα της, να ορθοποδήσει, να προχωρήσει μπροστά. Μια μυθιστορηματική ματιά στην ιστορία της χώρας μας κατά τον προηγούμενο αιώνα και μέσα από την προσωπική «οδύσσεια» του Μιχάλη, βλέπουμε τις περιπέτειες μια ολόκληρης γενιάς που αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή της, τοποθετεί η συγγραφέας και πολλά άλλα πρόσωπα, συνοδοιπόρους του Μιχάλη, να αφηγούνται ο καθένας μέσα από την δική του ιστορία όλες της πτυχές της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής. Υπέροχες και συγκινητικές ιστορίες, που σαν χάντρες στο κομπολόι της Ελλάδας, μετρούν τον πόνο και τον καημό της ξενιτιάς, το μόχθο της φτωχολογιάς και τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τη μοναδική πένα της Τέσυ Μπάιλα, που το προτείνω ανεπιφύλαχτα.
Δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε. Αν και καλογραμμένο, δεν κατάφερε να μου ξυπνήσει συναισθήματα. Δεν μπόρεσα να ταυτιστώ με κανέναν από τους ήρωες. Η κύρια ιστορία μου φάνηκε χλιαρή, χωρίς ενδιαφέρον. Πολλές μικρές ιστορίες-συμβάντα που αφορούσαν τρίτα πρόσωπα εμφάνιζαν κάποιο ενδιαφέρον αλλά τελείωναν αμέσως. Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τις περιγραφές τις οποίες βρήκα κουραστικές. Απλά θα πω ότι δεν ήταν του γούστου μου για να μην το αδικήσω κιόλας.Τα τρία αστέρια για τον τρόπο γραφής.
Η Τέσυ Μπάιλα, ενας ευτυχής συγκερασμός Καβάφη και Ομήρου, ανεβάζει τον πήχη της γραφής της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μας χαρίζει το Ουίσκι μπλε, ένα αξέχαστο μυθιστόρημα με ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλα που έχω δει σε βιβλίο. Νομίζετε ότι ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη και στην Πηνελόπη του και η ιστορία τελείωσε εκεί; Κάνετε λάθος, ο Οδυσσέας γέννησε απογόνους που αναζητούν τη δική τους πατρίδα και ταξιδεύουν στις άκρες της γης ψάχνοντας το δικό τους μέλλον και αναζητώντας την άκρη της κλωστής που θα τους δέσει γερά με τη ζωή. Ένας τέτοιος απόγονος είναι και ο Μιχάλης του μυθιστορήματος, μια τσακισμένη σβούρα στην αλάνα του χρόνου που στριφογυρίζει από δω κι από κει, ανάλογα με τη φορά του ανέμου της μοίρας και την κλίση του εδάφους της τύχης. Ένας άντρας χαμένος στους δαιδάλους της καθημερινότητας, που ακούει τη φωνή της επίτευξης να αντηχεί στους τοίχους γύρω του και δεν καταφέρνει να βρει τη σωστή γωνία και να στρίψει.
Ουίσκι μπλε, διάφανο σαν την ψυχή του Μιχάλη, καυτό σαν τη λάβα του ηφαιστείου που ανάγκασε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τη Σαντορίνη της δεκαετίας του 1950 για να έρθουν στην Αθήνα, γαλάζιο σαν την κουβέρτα της θάλασσας που καλεί, σαν ανικανοποίητη ζωντοχήρα, κοντά της άντρες ολοζώντανους, στιβαρούς, ετοιμοπόλεμους, για να χορτάσει τη δίψα της και να ικανοποιήσει τον εγωισμό της. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο συναισθήματα, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, ιστορίες, χαρακτήρες. Κάθε σελίδα κι ένα κύμα που ή σε ανεβάζει ψηλά ή σε καταβαραθρώνει, κάθε λέξη κι ένα σκάφος που σε φέρνει όλο και πιο κοντά στον φάρο του τέλους της ιστορίας, όμως αποζητάς με λαχτάρα να παρεκκλίνεις της πορείας αυτής, να γευτείς με την ησυχία σου την αρμύρα του συγγραφικού ύφους, να χαϊδέψεις με τη σκέψη σου το μυαλό που έχει γεμίσει με όλες αυτές τις εικόνες κι έχει προβληματιστεί σε πρωτόγνωρο βαθμό από όσα η δεξιοτέχνις συγγραφέας επιλέγει να σου παρουσιάσει.
Τι άλλο μπορεί να νιώσει κανείς για ένα κείμενο που από την αρχή κιόλας καλωσορίζει τον αναγνώστη χαρίζοντάς του λέξεις γλαφυρές, τρισδιάστατες, και τον τυλίγει με προτάσεις σαν αυτήν: «Κανένας ναυτικός δεν κατάφερνε ν’ αποχωριστεί ποτέ τη θάλασσα και ο Μιχάλης την ένιωθε να κυλά στις φλέβες του από πάππου προς πάππου, να μπαίνει στο αίμα του και να θρέφει την καρδιά του. Την ένιωθε να ζαλίζει τις αισθήσεις του, σαν το ουίσκι που συνήθιζε να πινει καμιά φορά τα τελευταία χρόνια, όταν ήθελε να ξεχαστεί και αναζητούσε μιαν άλλη θάλασσα για να πλεύσει μέσα στακύματά της. Ένα ουίσκι δυνατό και καλόπιοτο και το ίδιο εθιστικό...Ένα ουίσκι, μπλε, όσο πιο βαθύ μπλε ήταν το χρώμα του, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ο εθισμός του» (σελ. 18).
Το βιβλίο μας ταξιδεύει στο Πορτ Σάιντ, όπου ξεκίνησε να χτίζεται ελληνική παροικία τα χρόνια που χτιζόταν η διώρυγα του Σουέζ, στη Σαντορίνη με το καταστρεπτικό ξύπνημα του ηφαιστείου της το 1950, στο Βέλγιο του 1956, οπότε και αυξήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τα εκεί ένεκα η ζήτηση χεριών για εξόρυξη άνθρακα από τα μεταλλεία της χώρας, αν και στα μαγαζιά απαγορεύονταν «οι Έλληνες, οι Ιταλοί κι οι σκύλοι» (στην πόλη Μαρσινέλ του Βελγίου σημειώθηκε τότε το πιο σοβαρό πολύνεκρο εργατικό ατύχημα σε ανθρακωρυχείο) και στην περιβόητη Τρούμπα αλλά και ευρύτερα στον Πειραιά της αναπτυσσόμενης μετεμφυλιακής Ελλάδας, στον Πειραιά της μέρας με τους αχθοφόρους, τους λιμενεργάτες και τους λιμενικούς, και της νύχτας, εμ τους κουτσαβάκηδες, τις πόρνες και τους κλέφτες. Παρέα στις αναζητήσεις του Μιχάλη για επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπική ευτυχία μια φυσαρμόνικα, που ξέρει να τραγουδά από μόνη της λες το πιο ρομαντικό τραγούδι, αυτό της Αριάδνης.
Ένας ζωγραφικός πίνακας αυτό το μυθιστόρημα, με φόντο και προοπτική, γεμάτος χαρακτήρες, άλλους στη σκιά και άλλους στο φως, που όλοι πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή και πότε τον βοηθάνε, πότε τον εξαπατούν. Γεμάτος ο πίνακας αυτός ιστορίες, επάλληλους κύκλους που ολοκληρώνονται σταδιακά, ανθρώπους που παίζουν σκάκι με τη μοίρα τους γεμάτοι αγωνία για την έκβαση. Η συγγραφέας κάπου κάπου διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να μας γυρίσει στο μέλλον ή στο παρελθόν κι αυτό βοηθάει στην κλιμάκωση της αγωνίας για την εξέλιξη της πλοκής. Ο χειρισμός λοιπόν είναι αριστοτεχνικός, η επιλογή των χαρακτήρων μοναδική και η σκιαγράφησή τους ανεπανάληπτη. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα και με όλη μου την καρδιά!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Κοιτούσε την πλανεύτρα θάλασσα –μια γυναίκα ξελογιάστρα ήταν του λόγου της. Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν χάδι πάνω στο ατίθασο κορμί της». (σελ. 17).
«Γιατί, ξέρεις, δεν τους σηκώνει όλους η θάλασσα. Άλλους τους θέλει κι άλλους όχι. Εκείνη διαλέγει όποιον θέλει. Κάνει το κουμάντο της μαζί σου κι αν είσαι τυχερός και σε διαλέξει, θα αφήσει το σημάδι της επάνω σου και τότε θα το ξέρεις κι εσύ. Αλλιώς, όσο κι αν θες τίποτα δε γίνεται» (σελ. 82).
«Μετανάστης θα πει ξένος, μάνα, θα πει μόνος, έρημος...αυτό θα πει και τίποτα περισς΄τοερο, θα πει φτώχεια και μοναξιά. Στην ξένη χώρα λίγες πόρτες ανοίγουν...κι όταν ανοίξουν σε κοιτούν σα να πρόκειται κακό να τους κάνεις. Και δε σου μιλούν. Λες και φοβούνται ακόμα και τα λόγια τους να σου χαρίσουν, οι άνθρωποι σε αποφεύγουν» (σελ. 200).
«Είπα ν’ αλλάξω τόπο μήπως και βγει από μέσα μου ο πόνος, μα να εδώ στρογγυλοκάθεται ακόμα, είπε κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του να δείξει το μέρος της καρδιάς του» (σελ. 236).
«Ένας αλλόκοτος θίασος σκιών βιαζόταν να βγει ξανά στο φως. Μαριονέτες οι οποίες κινούνταν με δυσκολία και υπάκουαν σε κινήσεις προκαθορισμένες από κάποιο αόρατο νήμα. Η καρβουνόσκονη είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, τα πνευμόνια τους αλλά κυρίως τα όνειρά τους» (σελ. 246).
«Κανείς δεν ξέρει καλύτερα από ένα βαπόρι τι θα πει αποχωρισμός, συλλογίστηκε, καθώς είδε ένα ογκώδες πλοίο να περνά τη μπούκα του λιμανιού και να μπαίνει στο λιμάνι με αργές, ζυγιασμένες κινήσεις. Μόνο ένα βαπόρι ξέρει να ξεχωρίζει τον πόνο του φευγιού από την προσμονή της επιστροφής, τα δάκρυα του ξεριζωμού από εκείνα της χαράς του γυρισμού, σκέφτηκε...» (σελ. 313).
«Όποιος έχει περάσει τη ζωή του δίπλα στη θάλασσα γνωρίζει καλά ότι όλα τα λιμάνια ζουν δυο παράλληλες ζωές. Μια το πρωί, με τον μόχθο και τη δουλειά των λιμενεργατών, τους αποχωρισμούς και τα ατέλειωτα αντίο, εκείνες οι ώρες που γεμίζουν τον αέρα του λιανιού με θλίψη λίγο προτού λύουν τακ αράβια τουςκάβους για να εισχωρήσουν ηδονικά στο θαλασσινό σώμα, και μία, ολότελα διαφορετική ζωή, το βράδυ, όταν μοιάζει όλα να ησυχάζουν και το λιμάνι να αδειάζει...Ένας ολόκληρος κόσμος κινείται στο περιθώριο και κάνει την εμφάνισή του αμέσως μόλις σβήσει το φως του ήλιου, για να εξαφανιστί, ως διά μαγείας, λίγο πριν από την επόμενη ανατολή» (σελ. 322).
«Χαλασμένες ζωές, ζωές του λιμανιού, φίλε μου, μα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανένα για τη ζωή του. Δικά του είναι τα λάθη και τα πληρώνει. Δικά του και κανενός αλλουνού» (σελ. 350).
Μια ολόκληρη ζωή πάλη και αγώνας για επιβίωση. Λίγες οι χαρές, πολύς ο κόπος, όμως η ελπίδα για το καλύτερο αύριο δεν φεύγει ποτέ. Ο Μιχάλης, γεννημένος στην Αίγυπτο και η ιστορία της σκληρής και κοπιαστικής ζωής του, ένας άνθρωπος που δεν φοβήθηκε να δουλέψει σκληρά για να επιβιώσει, άξιος γιος της ικανότατης Βιργινίας. Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ από αυτό το βιβλίο, έχει μέσα τόσες πολλές ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι πολλά διαφορετικά διηγήματα, και όμως όλες έχουν δέσει μεταξύ τους πολύ όμορφα. Η αφήγηση ρέει αρμονικά, ο κάθε ήρωας έχει τουλάχιστον μια διαφορετική- πάντα συγκλονιστική ιστορία να μας διηγηθεί και μέσα από τις ιστορίες αυτές μεταφερόμαστε στο χώρο και το χρόνο. Η περιγραφή των συνθηκών ζωής σε κάθε εποχή και σε κάθε μέρος είναι δοσμένη κινηματογραφικά: με ελάχιστες λέξεις η συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει εικόνες και να αποδώσει συναισθήματα. Είναι ένα μάθημα ιστορίας αυτό το βιβλίο, μια αναδρομή σε γεγονότα της Ευρωπαϊκής και Αιγυπτιακής ιστορίας που εγώ τουλάχιστον δεν γνώριζα, και επίσης μια εξαιρετική περιγραφή των συνθηκών ζωής του φτωχού Έλληνα του 20ου αιώνα, ο οποίος πάντα με περηφάνια πάλεψε για την επιβίωσή του σε συνθήκες δύσκολες. Θα το ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο. Λίγο να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα που μου δημιούργησε και θα το ξαναδιαβάσω, να μάθω και άλλα, να μην αφήσω τίποτα να μου ξεφύγει. Τα συγχαρητήριά μου στη συγγραφέα για την έρευνα που έκανε και για την ικανότητά της να μεταφέρει εικόνες και αρώματα μέσω της γραφής της.
Μια μυθιστορηματική αφήγηση που αφορά την περιπλάνηση του Μιχάλη που μέσω της μετανάστευσής του αναζητά πάντα ένα καλύτερο αύριο με σκοπό την κατάκτηση των ονείρων του.Πρωταγωνιστής και φόντο το απέραντο γαλάζιο Η ΘΑΛΑΣΣΑ και η σχέση του ήρωα με αυτήν.Η πορεία του ξεκίνησε από Αίγυπτο σε μικρή ηλικία κατόπιν στην γενέτειρα των γονιών του Σαντορίνη και ακολουθούν Πειραιάς-Βέλγιο-Ν.Υόρκη.Συνταξιδιώτες σε αυτήν την αναζήτησή του όλοι εμείς οι αναγνώστες του συγκεκριμένου βιβλίου και με την συγγραφέα να αναδεικνύει τα διάφορα προβλήματα των ανθρώπων.Δύσκολοι καιροί - ταραχές-πόλεμοι-σεισμοί και σίγουρα οι αιτίες για αυτό το ταξείδι του Μιχάλη.Παράλληλα γνωρίζουμε και τις ζωές όλως της εποχής εκείνης και του κάθε τόπου με τις δυσκολίες τους.Πόρτ Σάιντ όμορφη ζωή και ταραχών συγχρόνως.Σαντορίνη συγκλονιστικός σεισμός μέσα στην φτώχεια τους.Μεταπολεμικός Πειραιάς με τα βάσανά του αλλά και την αγάπη.Βέλγιο σκληρή ζωή με θέμα το ορυχείο(θέμα άγνωστο για πολλούς)απελπισία,φυγή.Ν.Υόρκη όνειρο απραγματοποίητο.Γραφή γλαφυρή με πολλές περιγραφές και που η ανάλυσή τους,ίσως κουράζουν τον αναγνώστη.Προσωπικά θα ήθελα περισσότερες διευκρινήσεις για ορισμένα θέματα των ηρώων.Γενικά είναι ένα βιβλίο που σίγουρα δεν χάνεις τον χρόνο διαβάζοντάς το αλλά μαθαίνεις αρκετά και μάλιστα για την ζωή των ανθρακωρύχων και όχι μόνο.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορία μας είναι ο Μιχάλης που ξεκινάει η πορεία της ζωής του στην Αίγυπτο. Τα γεγονότα οδηγούν την οικογένεια του να φύγουν για τη Σαντορίνη και ο ίδιος λίγο αργότερα να βρεθεί στα ανθρακωρυχεία της Μαρσινέλ.
Παρακολουθούμε την πορεία ενός ανθρώπου που από την τρυφερή ηλικία έμαθε να αγωνίζεται και να προσπαθεί να φτιάξει την ζωή του. Είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας που παλεύει να ξεφύγει από τα κατάλοιπα που άφησε ο πόλεμος και βιώνει στο πετσί του την μετανάστευση.
Ο συνδετικός κρίκος στις εμπειρίες του ήταν η θάλασσα που είχε την δύναμη να γαληνεύει τους πόνους του και υπήρξε το καταφύγιο του.
Ένα μυθιστόρημα γεμάτο εικόνες και περιγραφές των παθών που πέρασε η Ελληνική κοινότητα εντός και εκτός συνόρων. Η Τέσυ με την μαγική της γραφή δίνει φωνή και υπόσταση στους χαρακτήρες και ασχολείται με την εργατική τάξη που χτυπήθηκε από τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές.
Είναι η δεύτερη φορά που το διαβάζω και σας το προτείνω να το ανακαλύψετε και να γνωρίσετε μέσω αυτού μία σπουδαία πεζογράφο.
Μετά το βιβλίο "Το μυστικό ήταν η ζάχαρη", που λάτρεψα, διάβασα και το "Ουίσκι μπλε" της Τέσυ Μπάϊλα, που το είχα πολύ καιρό αδιάβαστο στην βιβλιοθήκη μου. Φυσικά και δεν με απογοήτευσε και, για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Τελικά, τα βιβλία της κυρίας Μπάϊλα είναι εγγύηση. Απλές ιστορίες, αλλά δοσμένες με λυρικότητα, όμορφους παραλληλισμούς και αλληγορίες και πλούσιο λεξιλόγιο. Από τις συγγραφείς που θα αγοράζω με κλειστά μάτια!
Γνώρισα τη συγγραφέα με το Μυστικό από Ζάχαρη και τώρα διάβασα το Ουίσκι Μπλε. Μου αρέσει πολύ η γραφή της, η προσωπικότητά της και η όλη παρουσία της στα γράμματα. Είναι από τις λίγες συγγραφείς που χρησιμοποιεί ιστορικά γεγονότα λες και ήταν η ίδια αυτόπτης μάρτυράς τους και βάζει τους ήρωές της να μας διηγηθούν τη ζωή τους χωρίς να νιώθω ως αναγνώστρια ότι διαβάζω απλά ιστορικά γεγονότα όπως σε άλλα έργα που είναι κάτι σαν μόδα να κάνουν copy paste ιστορικές πηγες και τις εισάγουν στο κείμενο της αφήγησης. Όλες οι βασικές σκηνές του έργου αυτού μου έμειναν στο μυαλό. Θα επιδιώξω να διαβάσω και τα επόμενα έργα της.
Το '' Ουίσκι μπλέ'' της Τέσυς Μπάιλα έχει κάτι από την αύρα των μεγάλων σύγχρονων δραματουργών του θέάτρου , όπου κυριαρχεί ο θάνατος , ο χρόνος που κυλάει σε βάρος των βασανισμένων υπάρξεωνν των ηρώων , των οποίων οι ελπίδες ματαιώνονται , μόνο που εδώ, δεν υποτάσσονται σ΄ αυτή την ματαίωση , αναγεννώνται για να συνεχίσουν τον κύκλο μιας νέας πορείας μέσα στον χρόνο. Η συγγραφέας μέσα από την κινηματογραφική περιγραφή ρεαλιστικών , σκληρών μερικές φορές εικόνων αφήνει να ξεχυθεί ο γνωστός λυρισμός της , σαν μελωδία μελαγχολικής μουσικής που γλυκαίνει την ψυχή του αναγνώστη . Ο ουρανός, η θάλασσα, κυρίως η θάλασσα , το καράβι , η ταξιδιάρικη ελληνική ψυχή , που αναγκάζεται ν΄ απαρνηθεί την ομορφιά του τόπου της , να βυθιστεί στην μαυρίλα της μίνας της Μαρσινέλ , να γευτεί ακόμη κι εκεί την ζεστασιά της φιλίας, να καταπνίξει τον ασίγαστο πόθο για έναν έρωτα που θα εμπόδιζε τον νόστο , να δεθεί με μια αληθινή αγάπη , να δαμάσει τα κύματα του ωκεανού, να περιπλανηθεί στις αποβάθρες της Νέας Υόρκης , να παλεύει με την ανήμπορη έφεση της για το καλύτερο , να χάνει και να ξανακερδίζει τα χαμένα , άλλοτε με νηφαλιότητα κι άλλοτε μέσα από την μέθη της γεύσης του ουίσκι που παίρνει το χρώμα της θάλασσας, είναι τα βασικά συστατικά του μύθου που αφορούν τον κεντρικό της ήρωα , δομημένο με την επιστημονική ακρίβεια ευφυούς ψυχολόγου και την δεξιότητα ταλαντούχου συγγραφέα !! Τα πρόσωπα που τον πλαισιώνουν, δημιουργούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία που αναγκάζει τον αναγνώστη να επιμείνει μανιωδώς να γευτεί την εξέλιξή της, άλλοτε πασχίζουν και κερδίζουν τον αγώνα , κι άλλοτε παρασύρονται από πάθη ανίερα και χάνονται μέσα στην πυκνή υγρή ομίχλη που περίτεχνα κινηματογραφεί με την πένα της , η συγγραφέας. Η Τέσυ Μπάιλα , Πιστεύει : στις δυνατότητες του ανθρώπου , για την πραγμάτωση των ονείρων του, ακόμη και κόντρα στον χρόνο που κυλάει και διαφοροποιεί καταστάσεις και αισθήματα : ''Κι ενώ μοιάζει ο χρόνος να περνάει και ν΄αλλάζει τα δεδομένα στη ζωή των ανθρώπων , στην πραγματικότητα εκείνος ο οποίος μπορεί να τα αλλάξει όλα είναι μόνο ο ίδιος ο άνθρωπος '' , και στην δύναμη της ζωής : '' Ενας έρωτας κραταιός έδενε την καταστροφή και την ομορφιά , και η μοναδική αυτή αίσθηση της ελπίδας πως η ζωή θριαμβεύει πάντα, ακόμα και πάνω σε ερείπια καμένης γής , ανταπτέρωσε και το δικό τους ηθικό '' . Χρωματίζει : ''...........κι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε πως στη ζωή μπορείς να βρείς το μαύρο μέσα στην υπέρτατη ένταση του λευκού '' , '' η ψυχή της γέμισε δέος από την σπαρακτική δημιουργία της φύσης να εκτοξεύει αιφνίδια κι εκθαμβωτικά κύματα φωτός πρός κάθε κατεύθυνση '' . Δημιουργεί εικόνες σκληρές μέχρι δακρύων , όπως η γέννηση ενός μωρού μέσα στην μαυρίλα του ανθρακωρυχείου και ακόμη εικόνες που φέρνουν στον νου κινηματογραφικά στιγμιότυπα ταλαντούχου σκηνοθέτη : '' Κοίταξε στο βάθος τα οργισμένα σύννεφα. Από ώρες παρατάσσονταν επιθετικά , λευκοντυμένοι στρατιώτες σε ώρα μάχης, πάνω στο γαλανό πεδίο . Η πόλη έδειχνε να κοιμάται νωχελικά στα νωπά ακόμα ερωτικά της σεντόνια . Είδε τα φώτα πρώτα να τρεμοπαίζουν στην ακινησία της ώρας κι ύστερα να σβήνουν ένα ενα με τη σειρά και σκέφτηκε ότι κάπως έτσι είχαν σβήσει και τα προηγούμενα χρόνια της ζωής του . Ενα , ένα , σιγά σιγά, αργοκίνητα ''. Μέσα στην περίτεχνη από λογοτεχνικής απόψεως αφήγηση της περιπέτειας των ηρώων ,της Τέσυ Μπάιλα, πάντα παρούσα η θάλασσα που αφήνει το σημάδι της στις ψυχές των ανθρώπων που βρίσκουν παρηγοριά και διέξοδο άλλοτε στην γαλήνη της κι άλλοτε στούς κάτασπρους αφρούς των μανιασμένων κυμάτων της , που δέρνουν την στεριά. Το '' Ουίσκι μπλέ'' είναι όντως μια σύγχρονη Οδύσσεια ! 'Εργο '' ιστορικής '' καταγραφής της μεταναστευτικής περιπέτειας των Ελλήνων , αλλά και ιδιαίτερα επίκαιρο τώρα που οικονομικές συγκυρίες εξαναγκάζουν και πάλι την ελληνική ψυχή στην μετανάστευση .