Είναι βέβαιο πως η Ροδόσταμη, κωμόπολη της Ανατολικής Μακεδονίας, δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Οι άνθρωποί της, όμως, πιθανότατα θυμίζουν γείτονες, συγγενείς, εραστές ή και τυχαίες γνωριμίες.
Το έτος 1959 και η αναμονή του ξεχωριστού 1960, που εγκαινίαζε μια ζωηρή δεκαετία, ανέσυρε αναμνήσεις από γεγονότα που η Ιστορία κατέγραψε ως κοσμοϊστορικά, με τη συνδρομή επιστημόνων, ιστορικών ή καφενόβιων ρητόρων που κυκλοφορούν πάντα ανάμεσά μας, σαν αντιβίωση στην πλήξη. Μπορεί όμως να είμαστε κι εμείς φορείς ανάλογης αβάσταχτης σοβαρότητας ή και ελαφρότητας, όσο κι αν δεν το έχουμε εμπεδώσει, αφού ουδείς μάς το επισήμανε εγκαίρως… Η Ροδόσταμη, πάντως, συγκέντρωνε μια ενδιαφέρουσα ποικιλία από σωσίες των εαυτών μας. Οι αδελφές Γαργάρα, Φιλοθέη και Μαγιοπούλα, εκπαιδεύουν την αθωότητά τους αρχικά στην οικογενειακή αρένα και μετά ταξινομούν αλήθειες και ψευδαισθήσεις με σθένος ηρωικό και ευτράπελο. Οι δύο θυγατέρες του παλαιστή Ηρακλή Γαργάρα έγιναν έτσι αφορμή να γραφτεί ένα πόνημα θυελλωδών καταστάσεων – καιρικών, ψυχολογικών και άλλων. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι πρόκειται για συγγενικές του περσόνες ως προς την επιδίωξη απόδρασης σε μια Αθήνα έτοιμη να τις ανταμείψει με μυστικά τερατωδών αλλά ρομαντικών ρεφρέν, που υμνούσαν κάθε οξύμωρη προσδοκία ή ματαίωση. Κι αυτές, εύπιστες και απελπισμένες, επιδόθηκαν στο σπορ της Άλωσης, παραδομένες στα κέφια ενός εκτροχιασμένου χρόνου. Όσο για την εμμονή του συγγραφέα με τα έτη 1959 και 1960, αυτή, σύμφωνα με φήμες και σχόλια εμπειρογνωμόνων, οφείλεται στην ψυχωτική αμηχανία ενηλικίωσης που υπέστη – και την οποία, μάλλον, δεν ξεπέρασε ποτέ.
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Ακόμα ένα απολαυστικό, κουνημένο, οικογενειακό πορτρέτο έρχεται να προστεθεί σε περίοπτη θέση στην πινακοθήκη των φοβερών και τρομερών ηρώων του Γιάννη Ξανθούλη. Το βιτριολικό χιούμορ, η κοινωνική σάτιρα, ο γλωσσικός αισθησιασμός, η σουρεαλιστική ηθογραφία, η καυστική ειρωνεία, η διάχυτη μεταφυσική είναι μερικά μόνο από τα οικεία, ακαταμάχητα χαρακτηριστικά της γραφής του, που συνθέτουν μια εκδοχή της Ελλάδας τόσο αναγνωρίσιμη και συγκινησιακά εξαργυρώσιμη που παίρνει διαστάσεις συλλογικής μυθολογίας.
Έχει γράψει και πολύ καλύτερα ο Ξανθούλης. Το συγκεκριμένο μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν κάπως άνισο από αφηγηματικής πλευράς. Η γλώσσα είναι η τυπική του συγγραφέα -αν και η αθυροστομία που αποτελεί και κάτι σαν σήμα κατατεθέν του, εδώ αρχίζει να σου σπάει τα νεύρα από ένα σημείο κι έπειτα.
Οι χαρακτήρες -κάποιοι οριακά καρικατούρες- παίζουν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, με έμφαση στο δεύτερο συνήθως. Η ελληνική επαρχία, η θρησκεία, η πολιτική και η οικογένεια μπαίνουν στο στόχαστρο και απομυθοποιούνται ως επί το πλείστον με απολαυστικό τρόπο, αλλά δεν λείπουν και κάμποσες, υπερβολικά σκληρές σκηνές.
Στην αρχή μου φάνηκε άνευρο και μονότονο. Λίγο πριν τη μέση αρχίζει η πλοκή κάπως να αποκτά ενδιαφέρον, αν και σε γενικές γραμμές θεωρώ ότι δεν κατάφερε να βρει τον ρυθμό του. Το τέλος δε, μου φάνηκε βιαστικό και απότομο. Εκεί που αναπτύσσει σταθερά τους χαρακτήρες και περιμένεις την κορύφωση, αυτή έρχεται τόσο αναπάντεχα και από το πουθενά που σχεδόν αναρωτιέσαι αν βιαζόταν να το τελειώσει για κάποιον λόγο. Τέλος, το μεταφυσικό στοιχείο δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο προστέθηκε και δεν νομίζω να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο στην ιστορία.
Έχω διαβάσει 6 βιβλία του Ξανθούλη με 2 από αυτά να είναι τα αγαπημένα μου ever. Στο συγκεκριμένο, η γραφή του, που αν και διατηρεί το χαρακτηριστικό της ύφος ( χιούμορ), εντείνει την εμμονική χρήση σεξουαλικών ύβρεων –συχνά χωρίς ουσιαστικό αφηγηματικό λόγο– και φαντάζει περισσότερο ως πρόκληση παρά ως ρεαλισμος.
Οι ανδρικοί χαρακτήρες εμφανίζονται κατά βάση καρτουνίστικοι: ακαλλιέργητοι, χυδαίοι, με τάσεις που αγγίζουν τα όρια της σεξιστικής ή και επιθετικής συμπεριφοράς. Η απομυθοποίηση του άνδρα και της ελληνικής οικογένειας είναι ένα ενδιαφέρον και συχνά απαραίτητο εγχείρημα, ωστόσο εδώ υλοποιείται με έναν σχεδόν σατιρικά ισοπεδωτικό τρόπο. Μεχρι τη μέση ήταν τελείως άτονο, αδιάφορο, χωρίς πλοκή κ νόημα. Μου άρεσαν οι τελευταίες 40-50 σελίδες. Προσωπικά, με άφησε με μια αίσθηση υπερβολής και επιφανειακής σάτιρας, σε βάρος ίσως της ουσίας. Παρόλα αυτά ο Ξανθούλης είναι μαέστρος στο να συνδυάζει το κωμικό με το τραγικό, τον ρεαλισμό με το μεταφυσικό.
Για όσους είμαστε γύρω στα 80 το τέλος της δεκαετίας του -50 αρχές -60 είναι κάτι το τελείως ιδιαίτερο, είναι η "δική μας" εποχή. Βγαίναμε από την εφηβεία και αντικρίζαμε την ενήλικη ζωή μας με λίγο φόβο και περισσότερη προσμονή και ελπίδα. Το ίδιο και η Ελλάδα. Έβγαινε από τη μεταπολεμική-μετεμφυλιακή εποχή και προσδοκούσε να δει επιτέλους ήρεμα και δημιουργικά χρόνια. Επόμενο είναι βιβλία που αναφέρονται σ'αυτή την εποχή να μας κεντρίζουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Πράγματι το βιβλίο του Ξανθούλη τα έχει όλα: Η μιζέρια της ελληνικής επαρχίας είναι εκεί. Ο χαφιές επίσης. Ο "μυστικός" που όλοι ξέρουν ποιος είναι αλλά καμώνονται άγνοια και συνήθως είναι κάποιος από τους "παρακατιανούς" του χωριού, όπως τους αποκαλούσαν. Τα νιαουρίσματα της Βουγιουκλάκη και οι κλαυθμυρισμοί του Καζαντζίδη είναι φυσικά παρόντες. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις στην Αθήνα δεν θα μπορούσαν βέβαια να λείπουν. Και πολλά άλλα. Όλα εκεί, όλα γνωστά και πραγματικά, δεν χρειάζεται να επικαλεστείς φανταστικά γεγονότα όταν η πραγματικότητα καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Παρόλα αυτά θεωρώ το βιβλίο μέτριο. Ένα είναι το χοντροκομμένο χιούμορ που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο συγγραφέας, γυμνασιακού επιπέδου συνήθως. Θέμα γούστου βέβαια αλλά κατά τη γνώμη μου αδικεί το βιβλίο. Δεύτερον μου δίνει την εντύπωση ότι ο Ξανθούλης ζορίζεται να το τελειώσει, δεν του βγαίνει αυθόρμητα, εν ολίγοις έχει χάσει το κέφι του. Μακάρι να έχω λάθος.
Στην αρχή δεν μ' ενθουσίαζε το ύφος, πολλές βωμολοχίες, αρνητικοί χαρακτήρες, μικροαπατεωνιές. Κι όμως, γρήγορα η διάθεση αντιστράφηκε. Ο Ξανθούλης απλώς εκθέτει τις αλήθειες μας, καταγράφει την κοινωνική ιστορία μας στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Το βιβλίο είναι μια παράσταση της ζωής και των καταστάσεων - πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών - στην περιφέρεια. Επινοεί χαρακτήρες με έξυπνα επινοημένα ονόματα και ρολους. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περνούν η φτώχεια, η μιζέρια, η τακτική των καρφιών και των "μυστικών", η διαπλοκή και η διαφθορά, τόσο στα πάνω όσο και στα κάτω πατώματα, οι ανισότητες, οι αντιθέσεις και η μετανάστευση. Και τέλος, η θέση της γυναίκας με τους πολλούς ρόλους της, μάνα, κόρη, διασκεδάστρια των αρσενικών. Και η "μοίρα" με τα παιχνίδια που παίζει για τον καθένα. Άξιζε η ανάγνωσή του.
Ροδόσταμη, 1959-1960, ένα χωριό όπως όλα τα ελληνικά χωριά. Μαγιοπούλα και Φιλοθέη Γαργάρα, αδελφές που μεγαλώνουν όπως όλα τα παιδιά σε τέτοια μέρη εκείνη την εποχή, γεμάτα όνειρα και προσδοκίες. Μπαμπάς αυστηρός, μαμά μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ο μεγάλος αδελφός αλάνι, ο μικρός σχεδόν παρατημένος. Και γύρω τους γείτονες, συγγενείς και φίλοι. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη στήνει ξανά στα πόδια της την αιμάσσουσα και ψυχικά παρακμάζουσα ελληνική επαρχία των χρόνων της μετανάστευσης και της αστυφιλίας και χαρίζει άφθονο γέλιο χωρίς να κρύψει την τραγικότητα των περιστατικών.
Ο Γιάννης Ξανθούλης, εμμένοντας σε βασικά μοτίβα που έχουμε συναντήσει και σε άλλα έργα του, καταφέρνει να τα παρουσιάσει με φρέσκια ματιά και εξακολουθεί να βρίσκει πληθώρα περιστατικών και χαρακτήρων που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη δίνοντάς τους ονόματα ξεχωριστά, ιδιαίτερα και απόλυτα ταιριαστά με το ποιόν τους. Τοξικές σχέσεις, λεκτική κακοποίηση, «μαγκιά» και αλητεία, οικογένεια με κανόνες και τύπους που τραυματίζουν ψυχικά τα παιδιά και ταυτόχρονα μια κοινωνία με τους τυπικούς ή και μη χαρακτήρες που βρίσκει κανείς σε μια επαρχιακή πόλη. Άνθρωποι που κουτσομπολεύουν, εποφθαλμιούν, εξαπατούν, προσεύχονται, κρύβονται, ατιμάζουν, δέρνουν, ξεδίνουν, με τον καιρό να περνάει από πάνω τους και να παραμένουν τελματωμένοι στο ίδιο σημείο. Κάθε προσωπική ιστορία κι ένα απολαυστικό εύρημα, κάθε κεφάλαιο και μια παραστατική αφήγηση που δημιουργεί την ίδια στιγμή αντικρουόμενα αισθήματα: γελούσα δυνατά με τα κωμικά ενσταντανέ, κατά βάθος όμως έβλεπα ή ένιωθα την τραγικότητα, τη σκληρότητα, την απελπισία που πήγαζε από αυτά.
Οι γονείς, Κατίνα και Ηρακλής Γαργάρας, είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Εκείνος αθλητικός τύπος και παλαιστής στα πανηγύρια, εκείνη μάνα και νοικοκυρά που ερωτεύτηκε τον μέλλοντα άντρα της ακαριαία. Αμάθητη σε αυτά, ήρθε για εργάτρια από τις Σέρρες και τελικά «έδωσε μια περίπου ζωή για μια άλλη ζωή, αχαρακτήριστη και απρόβλεπτη». Έκανε παιδιά και: «Μην έχοντας καιρό και προσβάσεις στην αυτολύπηση, τόκιζε από τότε σε κάτι που έμοιαζε με θυμό γενικής φύσεως» (σελ. 32). Μια γυναίκα «με κούραση σε ανεξίτηλες στρώσεις», με βασανισμένο παρελθόν γεμάτο ανασφάλεια και θανάτους, «ένα σφιχτό κουβάρι μαύρη κλωστή που κάποτε θα ξετυλιγόταν». Από την άλλη, ο Ηρακλής είναι ερωτιδής, στιβαρός, καλογυμνασμένος και διαπρεπής παλαιστής, αντικείμενο πόθου αντρών και γυναικών, με ένα εξίσου αμφίσημο και αμφιλεγόμενο παρελθόν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1920 (όπου «οι νίκες, οι ήττες, η πολιτική και η αιμόπτυση πήγαιναν αντάμα») για το οποίο όμως «κλειδοστόμιασε» και ούτε που θέλει να την ξαναδεί την πρωτεύουσα. Μια οικογένεια χωρίς συμπόνια, καταν��ηση «και άλλα τέτοια άχρηστα κι αχρείαστα»!
Πρωτότοκος είναι ο Σούλης, «η επιτομή της λέξης παλιοτόμαρο», που πιστεύει ότι έχει εξουσία ζωής και θανάτου στις αδελφές του και τις κοπανάει κάθε τρεις και λίγο, «για να ξεκουράζει την κατάκοπη από τη δουλειά μάνα»! Δεν τέλειωσε το δημοτικό, δε στεριώνει πουθενά, ακολουθεί στη συμπεριφορά και στο τουπέ τον πατέρα του, δε διστάζει να προβεί σε σεξουαλικές και άλλες παρενοχλήσεις σε ό,τι στην κυριολεξία θηλυκό του γυαλίσει και τελικά γίνεται χαφιές της αστυνομίας, με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλους. Πατέρας και γιος είναι «κλειδαμπαρωμένοι στο πιο σκληρό κέλυφος αρσενικής υπεροψίας», γαμπρίζουν, επισκέπτονται συχνά το τοπικό πορνείο και γενικώς είναι «όσα πάνε κι όσα έρθουν». Τέλος, το τέταρτο παιδί Γαργάρα είναι η τιμωρία εξ ουρανού κατά τη μάνα του. Μικρός, σιωπηλός και αόρατος, βαφτίστηκε Χαράλαμπος αλλά του έμεινε το Σους, αφού όποτε ανοίγει το στόμα του για να μιλήσει του κάνουν νόημα να πάψει. Οι γονείς του το θεωρούν βλαμμένο και ζαβό, «ούτε φίλους είχε ούτε σπουδαία προκοπή, απ’ ό,τι έλεγαν οι δάσκαλοι». Για να επιβεβαιωθούν τα λεγόμενά τους, ο Χαράλαμπος βλέπει και συζητά με τις πεθαμένες ξαδέλφες του πατέρα του που τον αγάπησαν ερωτικά και οι δύο ταυτόχρονα. Τι θέλουν στη ζωή του παιδιού; Τι προσμένουν και τι του λένε;
Κι ερχόμαστε στη Μαγιοπούλα και στη Φιλοθέη, κορίτσια που μεγάλωσαν με τα βογκητά της μάνας τους, νομίζοντας πως τα «αχ, αχ, αχ» της είναι από πόνο και θα πεθάνει. Η μεγαλύτερη, η Φιλοθέη, ονειρεύεται ξύπνια, αφαιρείται, σε σημείο που η μάνα της τη θεωρεί αγγελοκρουσμένη, θέλει διακαώς να πάει «στας Αθήνας», μια πόλη γεμάτη γιασεμιά και γαζίες σύμφωνα με τις ρομάντζες που ερμηνεύουν οι τραγουδιστές στα ραδιόφωνα, για να σπουδάσει, να δει όλα αυτά τα θαυμαστά και να ξεφύγει από το χωριό. Φυσικά τα όνειρά της κάνουν έξαλλους πατέρα και μεγάλο αδελφό. Γυρνάει την πλάτη της σε όσα δοξολογούν τα σχολικά βιβλία (υπακοή, αγάπη προς τον πλησίον, θαλπωρή και τρυφερότητα, που έτσι κι αλλιώς είναι ξένα στον οικογενειακό τους μικρόκοσμο), δημιουργεί ένα «μυστικό φυτώριο αισιόδοξων προσδοκιών», βρίσκεται «στο σήμερα με λαθραία εφόδια από ένα προκλητικό αύριο» κι έχει για στόχο την αριστεία. Φυσικά, η μικρότερη, η Μαγιοπούλα, παρηγορεί και στηρίζει την αδελφή της ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνει πως αρχίζει να ομορφαίνει επικίνδυνα. Θα καταφέρει λοιπόν η Φιλοθέη να αντικρίσει την Αθήνα; Θα μπορέσει να πραγματοποιήσει αυτόν τον στόχο; Πόσο πολύ θα την πεισμώσουν τα εμπόδια των καιρών και των ανθρώπων;
Συναρπαστικές ιστορίες, εξαίσια και λεπτοκεντημένη πλοκή, γεμάτη διαχρονικά μηνύματα που αντικατοπτρίζουν την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας, ενδιαφέροντες και διαλεχτοί χαρακτήρες που εξελίσσονται κι όλα αυτά σε μια εποχή όπου «τα σχολεία στις μοναξιασμένες, ταλαίπωρες επαρχίες πότε άνοιγαν και πότε έκλειναν, ανάλογα με τα σχέδια των πολέμαρχων που είχαν την πεποίθηση ότι στήνουν φυτώρια δάφνης και ένδοξου μαϊντανού. Βασικό λίπασμα το αίμα και η δυστυχία. Στα δέντρα έβλεπες κρεμασμένους τους ήρωες της Κυριακής και ας ήταν μόλις Δευτέρα…Ως την επόμενη Κυριακή, αν δεν είχε βρεθεί κανένας πολύ δικός σου κρεμασμένος, είχες συνηθίσει τις κρεμάλες. Άντε μπρος για λίγο σχολείο και μια φέτα ψωμί με κίτρινο τυρί από γάλα διεθνών αγελάδων ως συσσίτιο» (σελ. 270). Οι λυρικές βελονιές του συγγραφέα ακουμπούν ελαφρά το κείμενο για να μη χαλάσουν την πίκρα που ξεπηδάει από τις λέξεις: «Ο χειμώνας της παλιάς επαρχίας. Με λάσπη κι ερημιά. Λίγα φώτα και θολά τζάμια καφενείων με γκρίζους θαμώνες» (σελ. 274).
Photo by Puck Milder on Unsplash Βρισκόμαστε στη Ροδόσταμη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου οι πρόσφυγες του 1922 έφεραν καινούργια πνοή και μυρωδιά. Σε αυτόν τον τόπο το τριαντάφυλλο είναι το πιο αξιόλογο εμπορεύσιμο προϊόν: γλυκά του κουταλιού, ροδέλαιο, ανθόνερο, θυμιάματα, λικέρ με αφροδισιακές ιδιότητες, ακόμη και κλινική για δυσκοίλιους, το «Μπονζούρ», μιας και το διευκολυντικό γλυκό του κουταλιού τριαντάφυλλο έχει εξαιρετικά αποτελέσματα (πολύ σύντομα όμως το καθάρσιο και άλλα φάρμακα θα αποτελέσουν ισχυρούς αντιπάλους για τον «αφοδευτικό τουρισμό» της περιοχής). Το 1959 έχουμε ακόμη Ψυχοσάββατα που βαραίνουν από τα πένθη της Κατοχής και ταυτόχρονα ήρθε η ώρα να φύγει μεταναστευτικό λεφούσι για τη Γερμανία, αποδεκατίζοντας το χωριό και δημιουργώντας σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς. Οι τραγικές και διαχρονικές αλήθειες έρχονται απρόσμενα: «Το 1959 οι άντρες στη χώρα γενικώς και στη Ροδόσταμη ειδικώς ήταν λιπόσαρκοι…ούτε οι τετρακέφαλοι ούτε οι γλουτιαίοι τούς έκαναν εντύπωση. Άλλες ήταν οι έγνοιες στις μικροζωές τους. Έκρυβαν θλίψη αυτές οι ζωές, πολλή απόγνωση κι ακόμη περισσότερο θυμό. Γι’ αυτό οι οικογενειάρχες ξεσπούσαν στις γυναίκες και στο τσούρμο των απογόνων τους. Το ξύλο για τον αντρικό πληθυσμό της γειτονιάς προϋπήρχε του Παραδείσου» (σελ. 65).
Η Ροδόσταμη είναι ένα κλασικό, παραδοσιακό μέρος, όπου διαδραματίζονται αλήστου μνήμης παραστατικές σκηνές, με μικρά και μεγάλα στιγμιότυπα που αποτυπώνουν ακριβώς την εποχή, τον τόπο, την κουλτούρα των ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας στο μεταίχμιο δύο δεκαετιών. Πότε συγκαλυμμένα και πότε κοφτά, καταγράφονται οι προσδοκίες, τα όνειρα, η κούραση, η ρουτίνα, η φτώχεια, η απελπισία αυτών των ανθρώπων που πάλευαν για ένα καλύτερο αύριο χωρίς να ξέρουν κάτι άλλο από το ξύλο και το κεράτωμα οι άντρες («όταν μεθάμε κάνουμε μπόλικες σκατοδουλειές»), από τη σιωπή και την ανοχή οι γυναίκες, από τα κοκορέματα οι γιοι, από το φευγιό σε γάμους οι κόρες. Το χιούμορ ξεπετάγεται αναπάντεχα, σε απροσδόκητα σημεία: «…είχε μισή πιατέλα κόλλυβα από το χθεσινό ετήσιο μνημόσυνο μιας εκατόχρονης γριάς που την πάτησε εντέλει τρακτέρ… Η Κατίνα με τα παιδιά, χωρίς δεύτερη σκέψη, έκαναν πλήρες σέρβις συχώριου στη γηραιά κυρία…είχαν μια διαβολεμένη όρεξη» (σελ. 106).
Έχουμε επίσης πολλές και ξεκαρδιστικές αναφορές στη μικροκοινωνία του χωριού και ταυτόχρονα παρατηρήσεις και σχόλια για τις μεταγενέστερες αλλαγές που αυτή υπέστη, για την αίγλη που χάθηκε, για την απώλεια του ήθους και άλλων αρετών. Στα ονόματα και στους χαρακτήρες ο συγγραφέας έχει δώσει ρέστα: ο δήμαρχος, ο παπάς, οι δύο ανταγωνιζόμενοι οδοντίατροι, η δασκάλα, η επιστήθια φίλη και συμμαθήτρια της Φιλοθέης και μετριοτάτης αντιλήψεως Μαρικούλα, η μοδίστρα, ο φαρμακοποιός, το καινούργιο κελεπούρι στο τοπικό πορνείο με διεθνή παρακαλώ εύσημα με το καλλιτεχνικό όνομα Ψωλίτα Μπονασέρα από την Παραγουάη, η μεγαλύτερη αοιδός-φίρμα στα πανηγύρια Τζουτζούκα Πλαταμώνα που ψάχνει τον Ηρακλή που την εκμαύλισε και κατέληξε να τραγουδάει στο κοσμικό κέντρο «Τα Παλαμάκια», ο χωροφύλακας, ο ειρηνοδίκης και πολλά άλλα πρόσωπα αποτελούν το ασφυκτικό περιβάλλον των αδελφάδων Γαργάρα που καταστρώνουν σχέδιο για την άλωση των Αθηνών. Όλοι τους αλληλοεπιδρούν, αλληλοεπηρεάζονται, συναναστρέφονται και κανείς από τους αναγνώστες δεν μπορεί να φανταστεί ούτε τη συνέχεια ούτε την κατάληξη.
«Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα» είναι ένα τραγικωμικό μυθιστόρημα γεμάτο διαχρονικές αλήθειες, συγκινητικές και αστείες στιγμές, διαρκείς ανατροπές, διαλεγμένους χαρακτήρες που ζωντανεύει τον αργό θάνατο ενός χωριού και των κατοίκων του. Όνειρα που δεν πραγματοποιούνται, φιλοδοξίες που καταπνίγονται, ξύλο που μοιράζεται αφειδώς, ψυχικά τραύματα που ριζώνουν βαθιά, μια κοινότητα που αποδεκατίζεται αργά αλλά σταθερά και μεταμορφώνεται στο πέρασμα του χρόνου καταγράφονται ακριβοδίκαια και δημιουργούν έναν σφιχτό κλοιό. Ένα κείμενο-αργαλειός με καλά υπολογισμένες και ισομοιρασμένες σαϊτιές γέλιου, σκεπτικισμού και διαχρονικών πανανθρώπινων μηνυμάτων που με έκαναν να ξεκαρδιστώ και να προβληματιστώ ταυτόχρονα.
Είναι το πρώτο βιβλίο του Ξανθούλη που διαβάζω. Μου άρεσε το ανακάτεμα κωμικού και τραγικού στοιχείου όπως και το μεταφυσικό που μπλέκεται άνετα με την πραγματικότητα. Γέλασα, θύμωσα, λυπήθηκα και κάπου αγανάκτησα. Το απόλαυσα ενώ μου έμεινε μια πικρή γεύση για την κατάντια που περιγράφει της μικρής επαρχιακής κοινωνίας.
Ξεκινάς το βιβλίο και δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει!!!Και μετά χάνεσαι…σε τραβάει η δίνη της γραφής του Ξανθούλη και δεν παίρνεις ανάσα!!!Ένα ταξίδι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας με τα αγαπημένα του σουρεαλιστικά κωμικά στοιχεία να λειτουργούν σαν αντίδοτο στην επαφή με την τοξικότητα της ελληνικής οικογένειας και κοινωνίας!!!
Along the lines of all Xanthoulis' books, a good read but not his best. 3½/5 Βασικά αν έχεις διαβάσει λίγο από Ξανθούλη, έκρυβε κάποιος το όνομα του συγγραφέα, σε άφηνε να διαβάσεις τις πρώτες ��ελίδες του "Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα" - ούτε καν όλο το βιβλίο ή ένα κεφάλαιο- και σου ζητούσε να μαντέψεις, σίγουρα θα διέκρινες εύκολα ότι είναι του Γιάννη Ξανθούλη.
Η κλασσική θεματολογία με τις χοντράδες και τον επαρχιωτισμό των περασμένων δεκαετιών, πασπαλισμένη με μία δόση σουρεαλισμού και υπερφυσικού και οι χαρακτηριστικοί ανθρωπότυποι και συμπεριφορές που διέκριναν την εποχή, όπως επίσης και τα περισσότερα έργα του συγγραφέα. Ενώ πιάνει ρυθμό και μπαίνεις στην ευτράπελη και γλυκόπικρη ατμόσφαιρα της εποχής, από κάποιο σημείο και μετά μου φάνηκε ότι το βιβλίο κάνει κοιλιά και το τέλος ήταν κάπως άνευρο. Η πλοκή έχει τον ρεαλισμό ονείρων που δεν δικαιώθηκαν και ουσιαστικά έλλειψη happy end, κάτι που εγώ θεωρώ πιο επιθυμητό σε ένα βιβλίο... ωστόσο από την άλλη πλευρά, περίμενα κάποια πιο πυκνή ιστορία και ίσως προς άλλη κατεύθυνση μετά από όλα τα σουρεαλιστικά και τις νύξεις που γίνονται στην αρχή του έργου.
Ήταν ένα καλό βιβλίο και στο πνεύμα του Ξανθούλη πάντα, αλλά όχι από τα πιο δυνατά του κατά την γνώμη μου.
Στο τέλος έχει και κάποια από τα ενδιαφέροντα σκίτσα του πολυτάλαντου συγγραφέα.
Ξεκίνησα το βιβλίο με περιέργεια και προσδοκίες — άλλωστε είναι Ξανθούλης. Το πρώτο μισό, όμως, με μπέρδεψε: ήπια πλοκή, χαρακτήρες που μοιάζουν να πνίγονται στην υπερβολή και ένα χιούμορ που σε σημεία έμοιαζε κουρασμένο. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα πως ο ίδιος ο συγγραφέας βαριόταν λίγο να το γράψει — ή ίσως ήθελε να σαρκάσει τα πάντα τόσο, που τελικά έμεινε απέξω το ίδιο το συναίσθημα. Κι όμως, το τελευταίο μέρος είχε κάτι. Είχε ρυθμό, ειρωνεία, φινέτσα — και τον Ξανθούλη που μπορεί να μιλήσει για την τραγικότητα με τρόπο που γελάς μεν, αλλά με έναν κόμπο στον λαιμό. Δεν με συγκίνησε όσο ήθελα, αλλά είχε τη ματιά του πάνω στις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και οικογένειας. Απλώς, δεν ξέρω αν είπε τελικά κάτι καινούργιο.
Άφθονο γέλιο με τα στιχάκια αλλά και το πικάντικο χιούμορ του συγγραφέα σε ένα βιβλίο που από μόνη της η πλοκή θα ήταν βαριά και ασήκωτη καθώς καταπιάνεται με πολλαπλές παθογένειες της Ελληνικής επαρχίας αλλά και της οικογένειας... Παρόλη την εφευρετικότητα του συγγραφέα, δεν με συγκίνησε καθόλου και δεν θα το συνιστούσα, οι συνεχείς βωμολοχίες, δε, με αποσυντόνιζαν, αλλά αυτή φυσικά είναι προσωπική ιδιαιτερότητα.
Είναι γνώριμο το ύφος και ο τρόπος γραφής του Γ. Ξανθούλη. Και είναι λατρεμένο. Σε αυτό το βιβλίο όμως λείπει η σπιρτάδα, λείπει το αγαπημένο παράλογο που λατρεύουμε να διαβάζουμε και να πλάθουμε εικόνες του κόσμου που μας χαρίζει ο συγγραφέας πάντα με νοσταλγία για τα παιδικά του ( και τα δικά μας) και τον δικό του μαγικό τρόπο. Θα περιμένω το επόμενο…
Αν υπήρχαν μισα θα έβαζα 3,5 αστέρια. Δηλωνω πιστος αναγνώστης του Γιαννη Ξανθουλη. Το συγκεκριμενο ειναι ένα βιβλίο γεμάτο ευρηματικό χιούμορ, που όμως πίσω από την κωμικότητά του κρύβει μια βαθιά δραματική πλευρά. Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί και η ιστορία σε παρασύρει. Μια πραγματικά ξεχωριστή ανάγνωση.
Διαβάζεται πολύ εύκολα, έχει αρκετά ενδιαφέροντες χαρακτήρες και καταφέρνει να αναμείξει δημιουργικά το κωμικό και το τραγικό στοιχείο (καημένη Κατίνα...) με αβίαστο τρόπο.
Το μεταφυσικό στοιχείο δεν με άγγιξε και δεν φρονώ ότι έδωσε κάτι στην ιστορία, αλλά συνολικά το βιβλίο μου άφησε θετικές εντυπώσεις.
Ο Ξανθούλης κάνει την πλακίτσα του και η πλακίτσα αυτή γίνεται bestseller.... Ήμαρτον Κύριε.... "Το πάθος, όποιο και να 'ναι, ποτέ δεν μετριέται για αθώο."
Διαβάζοντας την ‘Άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα ‘ επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η ευαισθησία και το χιούμορ του Γιάννη Ξανθούλη αλλά και η διεισδυτική του ματια σε πρόσωπα , χαρακτήρες και γεγονότα μιας εποχής, στοιχεία που κάνουν το έργο του διαχρονικό και άκρως ενδιαφέρον.