Ένα τριήµερο στα Γιάννενα µε έναν άγνωστο, µια µικρή «αλητεία». Για την παρέλαση. Για ένα ρυζόγαλο. Για όπου µας βγάλει. Η συνθήκη σπάει, οι σηµαίες παλουκώνονται και η Έρση Σωτηροπούλου µάς καλεί νευρικά από το θυροτηλέφωνο, «άντε, πού είσαι;», για να έρθουµε για λίγο εκεί που µένει, στον αµφίσηµο κόσµο της αλήθειας.
Εκεί, τα αντικείµενα στέκονται στα πόδια τους, η παρέλαση τακτικά χτυπά τακουνάκι στην άσφαλτο, η βροχή µυρίζει επαρχία. Αλλά, από τον ήχο του νερού στα λούκια ως το ξενοδοχείο Εσπέρια, η πραγµατικότητα αλλάζει σώµα, µυρωδιά και υφή για να γίνει κάτι που µόνο εµείς το είδαµε, όσο οι άλλοι κοιτούσαν τη σηµαία.
Έχω ξαναγράψει για βιβλιο της Σωτηροπούλου πως δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο τα κείμενά της βαθμολογούνται τόσο άσχημα στο goodreads, ενώ παράλληλα βιβλία παραλογοτεχνικά και κακογραμμένα παίρνουν καλές βαθμολογίες που βασίζονται στο μάρκετινγκ. Η απάντηση, εικάζω, αφορά κυρίως την αναγνωστική έκπτωση. Οι αναγνώστες φαίνεται να μην έχουν επαρκή κριτήρια για να κατανοήσουν ορθώς ένα έργο. Το ίδιο βέβαια φαίνεται να συμβαίνει και με "κριτικούς ". Ο Ηλίας Μαγκλίνης έχει γράψει ένα αρκετά κενόστοχο άρθρο στην Καθημερινή για αυτό το βιβλίο ερμηνεύοντας το εντελώς λανθασμένα και γράφοντας αοριστιες. Παρότι δηλαδή η κρίση του ήταν θετική για το βιβλίο, δεν καταφέρνει να αποδώσει τίποτα από το νόημα του. Το βιβλίο ξεκινά με μια μάλλον κοινότοπη συνθήκη στο μυαλό του μέσου αναγνώστη, που έχει συνδέσει τα εορταστικά τριήμερα των εθνικών-χριστιανικών εορτών με τον παραθερισμό. Μια νεαρή σερβιτόρα αδράχνει την ευκαιρία να πάει στα Γιάννενα με έναν άγνωστο που την προσκαλεί να περάσουν εκεί την αργία της 28ης Οκτωβρίου και το σαββατοκύριακο. Παρά τη χαλαρότητα και την υπόσχεση μιας ρομαντικής κατάστασης, η ιστορία σύντομα εκτρέπεται από κάθε ρεαλιστικό και ασφαλές πλαίσιο και καταλήγει μια σειρά από εφιαλτικά ενσταντανέ. Οι ανθρωπότυποι που συναντάμε στο κείμενο είναι κυρίως ανδρικές φιγούρες που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από το ελληνικό, λαϊκό φαντασιακό. Ομοιάζουν, δηλαδή, σχεδόν με τους κινηματογραφικούς τύπους των παλιών ελληνικών ταινιών που με τη σειρά τους αποτύπωναν τις κοινωνικές συμπεριφορές: ο μάτσο και ευκατάστατος ζεν πρεμιέ που προσκαλεί την φτωχή σερβιτόρα σε μια απόδραση αναψυχής και που, κάτω από τα ρούχα του, φοράει μια «λευκή φανέλα» (το χαρακτηριστικό wife beater undershirt), «κιτρινισμένη στις μασχάλες» (σελ. 19), οι φιγούρες των ανδρών που τσακώνονται μπροστά από το περίπτερο (σελ. 17), ενσαρκώνοντας τον επιτελεστικό ρόλο της τοξικής αρρενωπότητας σαν να βρίσκονται σε μια θεατρική σκηνή με αμήχανους θεατές, ο νεαρός στρατιώτης που προσκαλεί την ηρωίδα για ένα ρυζόγαλο κι ύστερα, όταν έρχεται ο λογαριασμός, της προτείνει να πάνε μαζί σε μια άδεια οικοδομή (σελ .18), οι τρεις γέροι που παρακολουθούν το πρόγραμμα της τηλεόρασης μέσα στο σκοτάδι (σελ. 10-11) και αργότερα, ένας από αυτούς κλείνεται σε ένα δωμάτιο με μια υπηρέτρια που προβαίνει σε πεολειχία (σελ. 55), καθώς και οι δυο μεθυσμένοι άνδρες που βγαίνουν τρεκλίζοντας από την ταβέρνα (σελ. 31). Ακόμα και στο «ζευγάρι που τσακώνεται», πίσω από την κλειστή πόρτα ενός δωματίου στο ξενοδοχείο όπου διαμένουν, κυριαρχεί η ανδρική φωνή, ενώ η γυναίκα δεν «τσακώνεται», παρά υπομένει τις βρισιές και τη βία μιας ανδρικής συμπεριφοράς τάχα ασυγκράτητου πάθους, ορμής και μαγκιάς, που το εθνικό φαντασιακό έχει εξυμνήσει: «Να μας ακούσουν όλοι... Εγώ θα ξυπνήσω όλο το ξενοδοχείο... Ακούς εκεί η βρόμα, εγώ θα τους ξυπνήσω όλους, δεν με ξέρεις καλά εμένα, εγώ...» (σελ. 52).Οι γυναίκες της νουβέλας είναι λοιπόν οι ταλαιπωρημένες και κακοπληρωμένες ελληνίδες εργαζόμενες της μεταπολίτευσης που προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις κοινωνικές προσδοκίες και την ατομική τους επιβίωση. Την περίοδο της πρώτης δημοσίευσης της νουβέλας, άλλωστε, οι γυναίκες εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό οικονομικά από τους άνδρες τους. «Πεινάω» φωνάζει η ηρωίδα (σελ. 14) και εκείνος της πετάει απαξιωτικά ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα πριν βγει από το δωμάτιο, λέγοντάς της ότι αυτά θα της φτάσουν για να πάρει κάτι να φάει. Η οικονομική εξάρτηση από τους άνδρες οδηγεί τις γυναίκες σε αναζήτηση λύσεων χειραφέτησης κι έτσι αργότερα, όταν η ηρωίδα παραγγέλνει παραπάνω από ένα ριζόγαλο και δεν έχει να πληρώσει, ο στρατιώτης τής προτείνει να κάνουν σεξ. Το ίδιο συμβαίνει και λίγο παρακάτω, όταν η γυναίκα υπομένει τις ερωτικές περιπτύξεις του «φίλου της» και ευθύς κλείνεται στο μπάνιο τρομαγμένη: «Ωραίο αντάλλαγμα για μια εκδρομή στα Γιάννενα» σκέφτεται (σελ. 38). Σε σχέση με την απόδοση συγγένειας της παρούσας νουβέλας με την καφκική συνθήκη, σύμφωνα με τον Χρήστο Μπράβο -κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απαραίτητη αυτή η σύνδεση γιατί το βιβλίο στέκεται αυθύπαρκτο με βάση τα όσα αναλύθηκαν παραπάνω- μπορεί να εντοπιστεί στα εξής σημεία:
α. Όπως ακριβώς και στη Μεταμόρφωση, ο ζωομορφισμός χρησιμοποιείται για να αναδείξει ανθρώπινες συμπεριφορές που σχετίζονται με την αφελή μετάφραση του κοινωνικού δαρβινισμού στον σύγχρονο πολιτισμό και ειδικότερα εντός του καπιταλισμού, που επιφέρει αλλοτρίωση στις ανθρώπινες σχέσεις.
β. Όπως ακριβώς και στη Μεταμόρφωση, χρησιμοποιείται η αφήγηση της αλλαγής ως συμβολισμός αποποίησης των κοινωνικά έμφυλων προσδοκιών (ο Γκρέγκορ Σάμσα εγκαταλείπει τον ανδρισμό του, την ταυτότητα του χρήσιμου και παραγωγικού αρσενικού, για να μεταμορφωθεί σε κάτι άχρηστο για τους ανθρώπους), η οποία, αξίζει να σημειωθεί πως έχει χρησιμοποιηθεί και άλλες φορές στην λογοτεχνία, ακόμα και στην νεοελληνική, υπό αυτούς τους όρους της έμφυλης αντιστροφής (για παράδειγμα, στο βιβλίο Η μεταμόρφωσή της, της Αμάντας Μιχαλοπούλου).
γ. Οι τρεις γέροι που συναντά η ηρωίδα στον χώρο του ξενοδοχείου απηχούν τους γνωστούς αριθμητικούς συμβολισμούς του Κάφκα.
δ. Συγγενή θέματα μπορούν να εντοπιστούν και με άλλο βιβλίο του Κάφκα, τον Πύργο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ένα αρχικά αθώο ταξίδι σε έναν άλλο τόπο μετατρέπεται σταδιακά σε δοκιμασία αποξένωσης και εγκλωβισμού, ενώ το ίδιο το ξενοδοχείο Εσπέρια της νουβέλας θυμίζει στην αλλόκοτη ατμόσφαιρα το πανδοχείο όπου διαμένει ο Κ.
Ενδιαφέρον έχει και η επιλογή της ηρωίδας να αποκαλεί τον άνδρα με το ψευδώνυμο «Ροβινσώνας» (επιλογή που εξηγείται φαινομενικά στη σελίδα 31, όταν αναφέρει πως είχε διαβάσει το συγκεκριμένο όνομα στην εφημερίδα, σε μια υπόθεση δολοφονίας), που είναι βάσιμο να ερμηνευτεί ως μνεία στις αποικιοκρατικές προεκτάσεις της πατριαρχίας. Ο Ροβινσώνας Κρούσος, του Ντάνιελ Νταφόε, είναι το κατεξοχήν αρσενικό σύμβολο αρρενωπότητας που επιβιώνει μέσω της δύναμης και της ευφυίας του και καταφέρνει, ως δυτικός, να επιβληθεί στο απομονωμένο νησί αλλά και στον Παρασκευά. Πρόκειται άλλωστε για ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί και μέσα από ένα κουίρ φίλτρο, κυρίως λόγω της φορτισμένης σχέσης που έχει ο ήρωας με τον υπηρέτη του. Εκτός από τις σχέσεις εξουσίας που ενσωματώνει με την κλασική φιλοσοφική διαλεκτική του αφέντη και του δούλου, οι συνδιαλλαγές με τον Παρασκευά μπορούν να κατανοηθούν στα πλαίσια μιας σαδομαζοχιστικής εκτροπής ή ακόμα και ως κατά μόνας φαντασιώσεις του ήρωα (ενδεικτικό παράδειγμα το ερωτικό βιβλίο του Χάμφρεϊ Ρίτσαρντσον -που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Νταφόε- The Sexual Life of Robinson Crusoe). Με τον ίδιο τρόπο, ο διάχυτος ζωομορφισμός στο βιβλίο σχετίζεται με αυτή την μνεία αταβιστικού πρωτογονισμού και μιας μεταγωγής του ανθρώπινου πολιτισμού στον χώρο του ενστικτώδους όπου έχουν θέση αυτές οι σχέσεις εξουσίας.
Θα βρείτε αναλυτικότερα την κριτική μου στο σάιτ της bookpress.
Η νουβέλα αυτή της συγγραφέως, γράφτηκε 40 και πλέον χρόνια πριν κι είναι ίσως από τα πρώτα έργα της κας Σωτηροπούλου. Μια νουβέλα που διαδραματίζεται μέσα σε 3 μέρες στην ελληνική επαρχία των γυναικών που δουλεύουν ακατάπαυστα, που εξαρτώνται από την ανδρική υπεροχή, που θεωρούνται «άτιμες» με την πρώτη ευκαιρία.
Σκοτεινή και υπαινικτική γραφή και σαφέστατα επηρεασμένη από την Μεταμόρφωση του Κάφκα, προσπαθώντας να μιλήσει για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, είναι ένα πρώιμο δείγμα της μετέπειτα συγγραφικής πορείας της.
Ιδιαίτερο ανάγνωσμα που όμως δεν με ενθουσίασε , κι αυτό γιατί έχω διαβάσει την κα Σωτηροπούλου στα καλύτερα της!
2,5/5 📖 Ερση Σωτηροπούλου – «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα» Δεν μπορώ να πω ότι το διάβασα με ευκολία∙ ήθελα να τελειώσει γρήγορα. Όμως, όσο κι αν δεν το «διασκέδασα» με την κλασική έννοια, με προβλημάτισε και αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του βιβλίου: στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να φωτίσει το θέμα του. Το απρόβλεπτο τριήμερο στα Γιάννενα, με φόντο τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου, γίνεται αφορμή να ριχτούν τα εσωτερικά στεγανά και να ιδωθούν όλα με μια ειρωνική, σχεδόν σαρκαστική ματιά. Οι μεταμορφώσεις της μίας «κάποιας αλήθειας» παρουσιάζονται ως προσωπική υπόθεση, ως παιχνίδι ταυτότητας και συνείδησης. Οι συμβολισμοί του κειμένου δεν περιορίζονται στους ατομικούς μας διχασμούς∙ ξεδιπλώνονται και προς τα έξω, αγγίζοντας τον τρόπο που βιώνουμε τις εθνικές επετείους και, εμμέσως, την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης. Ένα βιβλίο που δεν χαρίζεται στον αναγνώστη, αλλά τον αναγκάζει να σταθεί απέναντι σε ερωτήματα, με το βλέμμα της ειρωνείας να γίνεται εργαλείο σκέψης.
Μου θύμισε τη γραφή της Μαργαρίτας Καραπάνου (έχω διαβάσει το βιβλίο «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»). Πολύ ποιητική γραφή, που γενικά δεν είναι στα γούστα μου, αλλά λόγω του μικρού μεγέθους του βιβλίου μπόρεσα να εκτεθώ σε αυτήν τόσο όσο και να την απολαύσω. Βιβλίο με πολλά σουρεαλιστικά στοιχεία που προσπαθούν να εκφράσουν τον ελληνικό ζόφο μέσα από ένα γυναικείο πρίσμα. Πιστεύω ότι κάπως έτσι θα ήταν οι περιγραφές της Βοσνίας από τη Lana Bastasic αν τις περιγραφές τις έκανε η Λέιλα και όχι η Σάρα.
Αν ψάχνεις να βρεις κάποιο ιδιαίτερο νόημα στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν πρόκειται να βρεις. Για τον μέσο αναγνώστη το βιβλίο είναι κάποιες ασυνάρτητες σελίδες. Προσωπικά δεν με κράτησε, δεν δημιούργησε πειστικές εικόνες στην φαντασία μου και μου ήταν αρκετά δύσκολο να συλλάβω τον ειρμό του. Οι περιγραφές των προσώπων αρκετά αδύναμες έως ανύπαρκτες. Πασχίζεις να καταλάβεις τι ακριβώς γίνεται και ποιοι οι συμβολισμοί πίσω από κάθε τι. Η συγγραφέας προσπαθεί να μιμηθεί έργα του Κάφκα όπως η μεταμόρφωση, αλλά και διάφορες Σουρεάλ στιγμές που θυμίζουν τη δική ή τον πύργο. Εκεί που αποτυγχάνει η συγγραφέας αν παραλληλίσουμε το βιβλίο με τη γραφή του Κάφκα, είναι ότι ο Κάφκα καταφέρνει να δημιουργήσει στον αναγνώστη στις σκηνές των βιβλίων του τη γνώριμη αίσθηση του κακού ή περίεργου ονείρου, που όταν το διαβάσεις το καταλαβαίνεις. Αυτήν ακριβώς την αίσθηση ενδεχομένως προσπαθεί να μιμηθεί ανεπιτυχώς η συγγραφέας. Όσο για το τέλος του βιβλίου, πρέπει να γκουγκλάρω να καταλάβω τι συμβολίζει. Το βιβλίο δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ο μέσος αναγνώστης θα το καταλάβει ή αν περιπλανηθεί στο χάος της πλοκής του, θα λάβει κάποια εξήγηση για το τι διάβασε στο τέλος. Ευτυχώς που είναι λίγες οι σελίδες και ο χρόνος που χάθηκε διαβάζοντας το, δεν ήταν πολύς.
Ενα τόσο μικρό ανάγνωσμα που κατάφερε να με κάνει άνω κάτω σε τόσες λίγες σελίδες. Σιγουρα με μπέρδεψε αλλά πιστεύω πως δεν έχει νόημα να καταλάβουμε απόλυτα τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Τα συναισθήματα και οι υπόνοιες που αφήνει για εμένα αρκούν, με έχουν "στοιχειώσει". Σίγουρα στο μέλλον θα το διαβάσω ξανά ή θα ανατρέξω σε συγκεκριμένα σημεία. Δεν έχω διαβάσει κάτι άλλο της ίδιας συγγραφέως και θα το τολμήσω με χαρά.
I expected something else. First, I liked her writing: simple, describing the surroundings and daily moments. Second, I found the surrealist and metaphorical description of the sexual encounter quite interesting like devouring, eating and connecting this encounter with cannibalism. It was kind of symbolic but other than these two things, there’s nothing left.
Αν ήμουν καταπιεσμένη γυναίκα,φεμινίστρια στις αρχές του 1980 ,το βιβλίο θα με είχε συναρπάσει,θα μιλούσα παντού για αυτό,θα έβαζα στην κριτική 6 αστέρια. Θα μιλούσα για αρρενωπή τοξικότητα και άλλα τέτοια κλισέ. Διαβάζοντας το το 2025 και όντας άντρας μόνο μπορώ να το κρίνω ιστορικά λαμβάνοντας υπόψιν την εποχή και τις αρχές του φεμινισμού μετά την μεταπολίτευση.Αρα πλουσιοπάροχα 2αστερια
Μια καλή νουβέλα που μάλλον τη διάβασαν άνθρωποι που περίμεναν κάτι διαφορετικό και τη βαθμολόγησαν χαμηλά. Βέβαια η σύγκριση με τον Κάφκα μοιάζει περισσότερο με φιλολογικό ευσεβή πόθο παρά με πραγματική συγγένεια.
Λίγες ώρες πριν διαβάσω το Εορταστικό Τριήμερο στα Γιάννενα έβλεπα σε μια συνέντευξη την Έρση Σωτηροπούλου να λέει ότι συνήθως απογοητεύεται από το πώς γράφουν για τη γυναικεία σεξουαλικότητα οι γυναίκες συγγραφείς. Τώρα κατάλαβα τι εννοεί!!
Η Σωτηροπούλου σε λίγες σελίδες γεμάτες σουρρεαλιστικές εικόνες, χιούμορ και περιγραφές που, με κάποιον τρόπο, μου θύμισαν Μπάροουζ και Καφκα, μιλάει για την γυναικεία σεξουαλικότητα με έναν όντως πολύ πρωτότυπο και ποιητικό τρόπο!!!
Too weird. Easy to read, very short and good, clear writing. Sotiropoulou's writing is indeed great: sharp and lucid. But the story was a bit too odd for me to enjoy. Not sure if I'd recommend it to anyone. Well, I guess I could recommend it to someone who likes surreal/horror books.)