Από την Τραχήλα της Έξω Μάνης μέχρι το τελευταίο κυκλαδονήσι, την Αμοργό, με ενδιάμεση στάση στην Αθήνα. Μια κόκκινη γραμμή, κατακόκκινη, ξεκινά από τη δεκαετία του '50 και φτάνει στη σημερινή εποχή. Κοινή διαπίστωση: τα λάθη παύουν να διαιωνίζονται όταν παύουν να υπάρχουν οι άνθρωποι που τα διαπράττουν.
Ένας ιδιαίτερος συνδυασμός κειμένου και εικόνας, ή η εικαστική προσέγγιση της γραφής, σ' ένα βιβλίο όπου ο λογοτέχνης και ο εικαστικός αφηγούνται, με τον τρόπο του ο καθένας, την ίδια ιστορία.
Το βιβλίο αυτό εγκαινιάζει τη σειρά μας "εν-έδρα", με ιστορίες, στιγμιότυπα και σκηνές από την Ελλάδα του άλλοτε και του σήμερα.
Η σειρά χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρά κείμενα τα οποία με κάποιους τρόπους συσχετίζονται και συνομιλούν με εικόνες. Το "Και τώρα δεν είναι αργά" είναι μια επιστολική νουβέλα του Κώστα Αρκουδέα που φιλοτέχνησε με ξυλογραφίες ο Νίκος Σταυρακαντωνάκης. Μια εικαστική λογοτεχνική έκδοση, μια ιστορία ατμοσφαιρική, της οποίας η ατμοσφαρικότητα εντείνεται από τις εικόνες που από μόνες τους μιλούν.
Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Έκανε σύντομες καλοκαιρινές δουλειές στα νησιά και πιο μόνιμες αθηναϊκές. Μετά την επιστροφή του από τη Σαντορίνη, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια, εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ παράλληλα ήταν σύμβουλος σε εκπομπή βιβλίου στην κρατική τηλεόραση. Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1986 τη συλλογή διηγημάτων "Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει". Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα" (1987), "Το τραγούδι των τροπικών" (1988), "Το παλιό δέρμα του φιδιού" (1992), "Τα κατά Αιγαίον πάθη" (1994), "Ποτέ τον ίδιο δρόμο" (1999), "Ο πειρατής" (2003), "Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του" (2004), "Ο αριθμός του Θεού" (2008). Ακόμα έχει εκδώσει τις νουβέλες "Και πρόσεχε να μην πετρώσεις" (1996), "Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα" (2002), τη συλλογή διηγημάτων "Όλες οι μέρες Κυριακή" (2000), τη συλλογή μικρών κειμένων "Τα σιγκλάκια" (2010) και το παραμύθι "Η πολύχρωμη σβούρα" (2013). Εξακολουθεί να εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων.
«Και τώρα δεν είναι αργά». Έτσι είπε η Κλειώ στον Σταύρο την ημέρα του γάμου του με τη Μαρίκα. «-Άμα μπορούσα να γυρίσω πίσω το χρόνο, θα ζήταγα εσένα για γυναίκα μου. -Και τώρα δεν είναι αργά». Και μετά από αυτήν την πρόταση, οι σελίδες γυρίζουν με καταιγιστικό ρυθμό, το αίμα σπιλώνει τους αθώους για να ξεπλυθεί η ντροπή και όλα θα βρουν τον δρόμο τους χρόνια αργότερα στην Αμοργό. Ένα υπέροχο, ξεχωριστό βιβλίο, πρωτότυπο στη γραφή του, διαφορετικό στην εμφάνισή του και με ξεχωριστή πλοκή που ξεφεύγει από τα τετριμμένα και αναμενόμενα.
Ο Σταύρος είναι λαδέμπορος και έρχεται στην Τραχήλα της Μάνης για δουλειές. Ερωτεύεται και παντρεύεται τη Μαρίκα. Λίγες ώρες αφού έχει υποκύψει στα θέλγητρα της Κλειώς. Και παρατάει τη Μαρίκα την επομένη του γάμου τους, γιατί τάχα μου δεν είναι παρθένα. Από κει και πέρα τον νόμο παίρνουν τα όπλα, όμως η φαντασία του κυρίου Αρκουδέα ακολουθεί μονοπάτια διαφορετικά από ό,τι ίσως θα περιμένε ο αναγνώστης. Έχουμε μια ιστορία γδικιωμού, βεντέτας, η οποία όμως εξελίσσεται αλλιώς και όχι με την κλασική σειρά: ατίμωση-τιμωρία-αίμα. Επιπλέον, η «επιστολική νουβέλα» αυτή, όπως χαρακτηρίζεται από τις ίδιες τις εκδόσεις, είναι ένα γράμμα. Ποιος γράφει αυτό το γράμμα; Ποιος αφηγείται τα γεγονότα σε απειλητικό τόνο και σε ποιον απευθύνεται; Γιατί; Πόσο μπορούν να βλάψουν οι λέξεις μια ανέφελη ζωή; Τι ρόλο παίζει η Αμοργός στην υπόθεση και ποιος κρύβεται εκεί; Γιατί ο συγγραφέας αναλύει τις πάμπολλες ομοιότητες που έχουν ως τόπος και κουλτούρα η Αμοργός με τη Μάνη; Πώς γίνεται ένα κείμενο να ξεδιπλώνει έντονα, ολοκληρωμένα και μεστά μέσα σε μόλις 90 σελίδες μια τόσο ανατρεπτική ιστορία;
Αυτό που με εξέπληξε ευχάριστα είναι η ποιότητα του ίδιου του βιβλίου. Δηλαδή, δεν είναι μόνο ότι έχουμε ένα καλοδουλεμένο, πρωτότυπο κείμενο, με κινηματογραφική γραφή και ανατροπές αλλά επιπλέον το συνοδεύουν οι σκληρές, ασπρόμαυρες, κοφτές ξυλογραφίες του κυρίου Νίκου Σταυρακαντωνάκη. Όχι ατάκτως ερριμμένες αλλά στη δεξιά σελίδα του κειμένου, αποτυπώνοντας με μια εκπληκτική τεχνική το κύριο συμβάν στην κάθε αντικριστή σελίδα: το γλέντι, το χωριό, το νησί, το έγκλημα και πολλά άλλα. Επιπλέον, ο καλλιτέχνης φροντίζει να τονίσει με μεγαλύτερη γραμματοσειρά και με καλλιτεχνική γραφή μία λέξη ή φράση από κάθε σελίδα, που την ένιωθα πιο δυνατή από τις άλλες στο κείμενο. Εκεί που διάβαζα δηλαδή ανέμελος, όσο ανέμελος μπορείς να είσαι όταν ξεδιπλώνεται μπροστά σου η ιστορία ενός γδικιωμού, μια λέξη πετάγεται με θράσος μπροστά μου και μου δήλωνε την παρουσία της. Και οι εικόνες δεν είναι λεπτομερείς παραστατικοί πίνακες αλλά φωτογραφίζουν μια κίνηση, μια λεπτομέρεια, δίνοντας έτσι ακόμη περισότερη κίνηση και ζωντάνια σε ένα κείμενο που πάλλεται ήδη από μόνο του.
Το νέο μυθιστόρημα του κυρίου Αρκουδέα είναι μια διαφορετική πρόκληση του συγγραφέα για τον αναγνώστη και του εκδοτικού οίκου για την εμφάνιση και το τύπωμα. Αξίζει να το διαβάσετε και μετά να το ξεφυλλίσετε με την ησυχία σας. Κάθε φορά όλο και κάτι καινούργιο θα έχει να σας πει. Αν καταφέρετε να βρείτε και τη μία από τις τριάντα ειδικές συλλεκτικές εκδόσεις, με πέντε αυθεντικές ξυλογραφίες και υπέροχη συσκευασία δώρου μη διστάσετε να την αποκτήσετε (κι) αυτήν. Επίσης, μια άτυπη συνέχεια της ιστορίας είναι «Ο πειρατής» που κυκλοφόρησε το 2003 από τον Κέδρο.
Σήμερα το πρωί με τον καφέ μου αποφάσισα να διαβάσω αυτή την επιστολική νουβέλα που είχα πάρει πριν λίγους μήνες και νιώθω ότι έκανα ένα πολύ ωραίο δώρο στον εαυτό μου γιατί μου άρεσε πολύ το κείμενο και ευχαριστήθηκα το χρόνο μου. Καλογραμμένο, ενδιαφέρον το διαβάζεις μονορούφι γιατί σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και σε αποζημιώνει με το παραπάνω για το χρόνο που του αφιερώνεις. Η ιστορία απλή, μια βεντέτα από αυτές που χαρακτήριζαν εποχές και περιοχές της Ελλάδας που ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται με περίτεχνο τρόπο. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.