Στο χώρο του σχολείου προκύπτουν πολλά και ποικίλα προβλήματα που απασχολούν τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και γενικότερα όλους τους εμπλεκόμενους στην εκπαίδευση. Για την καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών είναι αναγκαία η καθιέρωση της συμβουλευτικής και στο σχολείο, προκειμένου να σταθεί στο παρόν και να διασφαλιστεί στο μέλλον. Ως κύριος εκφραστής της συμβουλευτικής στο σχολείο προτείνεται ο ίδιος ο εκπαιδευτικός που θα λειτουργεί υπό τη διακριτική εποπτεία ειδικών επιστημόνων, διαλεκτικά. Στο βιβλίο αυτό εξετάζεται κατά πόσο είναι ορθό, σκόπιμο και εφικτό ο εκπαιδευτικός να επιφορτιστεί και με συμβουλευτικές υποχρεώσεις. Ερευνάται, επίσης, αν η διάθεση συμβουλευτικών δεξιοτήτων εκ μέρους του εκπαιδευτικού είναι αναγκαία, και μάλιστα επιτακτική, για να επιτελείται πιο αποτελεσματικά το εκπαιδευτικό έργο και σταδιακά να περιορίζεται η υποβάθμιση ή και η συρρίκνωση των στόχων του σχολείου. Στη συνέχεια, διερευνάται ποιοι μπορεί να είναι οι αποδέκτες των συμβουλευτικών υπηρεσιών του εκπαιδευτικού, οριοθετούνται οι περιοχές της δραστηριότητάς του και σκιαγραφούνται τα κύρια προσόντα που επιβάλλεται να χαρακτηρίζουν τον εκπαιδευτικό ως λειτουργό συμβουλευτικής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την ανίχνευση της ετοιμότητας για την ανάληψη συμβουλευτικού έργου από τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς, αλλά και από τους σημερινούς φοιτητές σε Σχολές του χώρου της εκπαίδευσης. Τέλος, εξάγονται και ανάλογα συμπεράσματα, όπως προκύπτουν από τη θεώρηση του προβλήματος.
Ο Ανδρέας Μπρούζος σπούδασε Παιδαγωγική, Ψυχολογία και Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Είναι Καθηγητής (2005, Λέκτορας 1992, Επίκ. Καθηγητής 1996, Αναπλ. Καθηγητής 2001) και Διευθυντής (2008) του Εργαστηρίου Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, Συμβουλευτικής και Έρευνας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν κυρίως τη Σχολική Συμβουλευτική, την Ατομική και Ομαδική Συμβουλευτική, την Προσωποκεντρική Συμβουλευτική, την Παιδαγωγική Σχέση, το Έργο και την Προσωπικότητα του Εκπαιδευτικού και την εφαρμογή και αξιολόγηση Ψυχοεκπαιδευτικών Προγραμμάτων.