Ένα καινούριο σπίτι. Ένας «καλός» γάμος. Ένα τριώροφο που θα στεγάσει το όνειρο μιας μάνας: την τέλεια εικόνα της οικογένειας. Στο Αγρίνιο της δεκαετίας του ’70, η Μαρία είναι αποφασισμένη να επιβάλει στις κόρες της τη δική της εκδοχή της ευτυχίας. Ακόμα κι αν αυτή πληγώνει. Ακόμα κι αν ραγίζει ψυχές και σώματα. Κι αν τα παιδιά της υποφέρουν, είναι απλώς το τίμημα. Η Ρούλα, η μεγαλύτερη κόρη, αναγκάζεται να θυσιάσει τον πρώτο της έρωτα και να εγκλωβιστεί σε έναν ανεπιθύμητο γάμο. Η Χρύσα, η μικρότερη, για να κρατήσει τον δικό της έρωτα, τον εγκλωβίζει η ίδια σε έναν γάμο που έχει καταδικαστεί εξ αρχής να αποτύχει. Αλλά τίποτα άλλο δεν έχει σημασία για τη Μαρία και τις κόρες της, πέρα από την άψογη εικόνα στη μικρή κοινωνία του Αγρινίου. Καθώς περνούν τα χρόνια, το σπίτι ψηλώνει. Μαζί του, όμως, υψώνονται και οι τοίχοι ανάμεσα στους ανθρώπους. Όλοι οι όροφοι στεγάζουν παγίδες. Η ανάγκη για αποδοχή γίνεται βία. Η φροντίδα μεταμορφώνεται σε έλεγχο. Και το όνειρο μιας «καθωσπρέπει» οικογένειας στοιχειώνει κάθε δωμάτιο. Κάθε σιωπή. Κάθε ζωή. Όμως, όταν η ψυχή δεν αντέχει άλλο να σωπαίνει, το σώμα γίνεται κραυγή τόσο δυνατή που μπορεί να γκρεμίσει ένα τριώροφο χτισμένο σε σαθρά θεμέλια. Και στα συντρίμμια του θα βρει καταφύγιο η δυστυχία... Γιατί εκεί που υπάρχει πόνος, πάντα κρύβεται ένα λάθος. Και, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να βλέπουν τα λάθη τους, ποιος θα αναλάβει τις ευθύνες για τις επιλογές τους;
Η Φωτεινή Σκανδαλή γεννήθηκε στο Αγρίνιο και πέρασε τα παιδικά της χρόνια σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα, και εργάζεται εδώ και αρκετά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως καθηγήτρια γαλλικών. Έχοντας πάντα στην καρδιά της την αγάπη για το γράψιμο, μοιράζεται τις σκέψεις της με τους αναγνώστες και αρθρογραφεί στα έντυπα Ο Δρυμώνας της Αιτωλοακαρνανίας, Ο Παλμός της Γλυφάδας και Hellenic Voice του Σικάγο.
Όσο κι αν δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ φράσεις κλισέ, όλο και περισσότερο -το τελευταίο διάστημα- πιάνω τον εαυτό μου να τις βρίσκει ως τις πιο ταιριαστές και κατάλληλες όταν ξεκινώ να αποτυπώσω τις σκέψεις μου για το εκάστοτε βιβλίο που μπορεί να διάβασα εκείνη τη στιγμή. Ναι, θα μου πείτε ότι και τα κλισέ δεν είναι, απαραιτήτως, κάτι το τόσο κακό, αφού για έναν παράδοξο λόγο φαντάζουν ως μία ''σταθερά'' που μας προσφέρει μία ασφάλεια ( ; ), μία σιγουριά ( ; ), μία αίσθηση ότι δε θα κάνουμε λάθος ( ; ), κάτι γνώριμο και οικείο που θα μπορέσουμε να το δεχθούμε πιο εύκολα ( ; ). Δε δύναμαι να σας απαντήσω με σιγουριά, αλλά αισθάνομαι ότι παίρνουν μόνα τους τη θέση τους μέσα στα κείμενά μου. Σαν να βρίσκουν το απόλυτο ταίριασμά τους με κάθε βιβλίο ξεχωριστά.
Και επειδή μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, έχω μάθει να αφουγκράζομαι και τις επιθυμίες/προτιμήσεις λοιπών αναγνωστών/στριων σχετικά με τα βιβλία που τους/τις αρέσουν να διαβάζουν. Βιβλία με μία πιο -δε θα έλεγα παλαιϊκή- αλλά πιο μεταφορικά κλασική (εντός κι εκτός εισαγωγικών) διάθεση ως προς το περιεχόμενό τους. Βιβλία με ιστορίες που εμπνέονται από την καθημερινή ζωή των παλαιότερων εποχών με έναν αντίκτυπο έως και τις ημέρες μας. Από παθογένειες των οικογενειών και κατ'επέκταση των κοινωνιών έως και τη δυσλειτουργικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων σε πολλά επίπεδα. Διάβασα, λοιπόν, και σας μιλώ για το κοινωνικό μυθιστόρημα της συγγραφέως Φωτεινής Σκανδάλη, με τίτλο ''Το τριώροφο'', το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη.
Ξέρετε, πολλές φορές σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει η λαϊκή ρήση που λέει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το τί κρύβεται πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών και αναμεταξύ των μελών της κάθε οικογένειας. Μεταξύ μας, αυτό είναι και το σωστό. Δεν έχει καμία δουλειά ο έξω κόσμος να γνωρίζει το τί συμβαίνει, εκτός κι αν μιλάμε για δύσκολες και επώδυνες καταστάσεις (όπως η βία, κλπ) όπου οφείλουν να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές. Από εκεί και πέρα, έχω την αίσθηση -μπορεί να είναι σωστή μπορεί να είναι λάθος- ότι όσο πιο μεγάλο και εντυπωσιακό ίσως να είναι ένα οίκημα που στεγάζει μία, ή, και περισσότερες οικογένειες, τόσο μεγαλύτερο πόνο, μυστικά, προβλήματα, θλίψη κι άλλα αρνητικά μπορεί να κρύβει μέσα στους τοίχους του. Κι όλα αυτά δε φαίνονται. Αλίμονο! Τα ''σκεπάζει'' με μεγάλη μαεστρία η επιβλητική και πομπώδης εμφάνιση των οικημάτων μαζί με ό,τι άλλο τα κοσμεί εξωτερικά και δείχνουν τόσο θελκτικά στο μάτι.
''Ένα καινούριο σπίτι. Ένας «καλός» γάμος. Ένα τριώροφο που θα στεγάσει το όνειρο μιας μάνας: την τέλεια εικόνα της οικογένειας. Στο Αγρίνιο της δεκαετίας του ’70, η Μαρία είναι αποφασισμένη να επιβάλει στις κόρες της τη δική της εκδοχή της ευτυχίας. Ακόμα κι αν αυτή πληγώνει. Ακόμα κι αν ραγίζει ψυχές και σώματα. Κι αν τα παιδιά της υποφέρουν, είναι απλώς το τίμημα. Η Ρούλα, η μεγαλύτερη κόρη, αναγκάζεται να θυσιάσει τον πρώτο της έρωτα και να εγκλωβιστεί σε έναν ανεπιθύμητο γάμο. Η Χρύσα, η μικρότερη, για να κρατήσει τον δικό της έρωτα, τον εγκλωβίζει η ίδια σε έναν γάμο που έχει καταδικαστεί εξ αρχής να αποτύχει. Αλλά τίποτα άλλο δεν έχει σημασία για τη Μαρία και τις κόρες της, πέρα από την άψογη εικόνα στη μικρή κοινωνία του Αγρινίου. Καθώς περνούν τα χρόνια, το σπίτι ψηλώνει. Μαζί του, όμως, υψώνονται και οι τοίχοι ανάμεσα στους ανθρώπους. Όλοι οι όροφοι στεγάζουν παγίδες. Η ανάγκη για αποδοχή γίνεται βία. Η φροντίδα μεταμορφώνεται σε έλεγχο. Και το όνειρο μιας «καθωσπρέπει» οικογένειας στοιχειώνει κάθε δωμάτιο. Κάθε σιωπή. Κάθε ζωή. Όμως, όταν η ψυχή δεν αντέχει άλλο να σωπαίνει, το σώμα γίνεται κραυγή τόσο δυνατή που μπορεί να γκρεμίσει ένα τριώροφο χτισμένο σε σαθρά θεμέλια. Και στα συντρίμμια του θα βρει καταφύγιο η δυστυχία... Γιατί εκεί που υπάρχει πόνος, πάντα κρύβεται ένα λάθος. Και, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να βλέπουν τα λάθη τους, ποιος θα αναλάβει τις ευθύνες για τις επιλογές τους;" (Από το οπισθόφυλλο)
Μπορεί να μην αγαπώ, πια, να διαβάζω βιβλία με ανάλογη θεματική, αλλά η συγγραφέας κάνει μία αρκετά καλή προσπάθεια αναφορικά με τον τρόπο που ''χτίζει'' όλη την ιστορία του βιβλίου της, καθώς και το πώς επιλέγει να θίξει ζητήματα γύρω από την παθογένεια των παλαιότερων -κι όχι μόνο- ελληνικών οικογενειών, τις ανθρώπινες σχέσεις, τους γάμους που γίνονταν και γίνονται για ποικίλους λόγους (συμφέρον, συνοικέσιο, έρωτας, κλπ), καταπίεση στην έκφραση συναισθημάτων και το πώς επιτρέπεται να ζήσει ένας άνθρωπος τη ζωή του, λανθασμένες συμπεριφορές και σχέσεις μεταξύ παιδιών και γονέων, τα ταμπού των ψυχολογικών ασθενειών και αρκετά ακόμη με έναν σεβασμό και προσοχή τόσο προς τα πρόσωπα που θα πρωταγωνιστήσουν μέσα στο βιβλίο όσο και προς το αναγνωστικό κοινό.
Άν και θεωρώ το τέλος κάπως απότομο και κοφτό, εντέλει, αυτό που επέλεξα να κρατήσω από την επαφή μου με το βιβλίο είναι ότι δυστυχώς όλα τα παραπάνω -που σας ανέφερα- συνεχίζουν να υφίστανται και να κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά όχι μόνο σε κλειστές κοινωνίες, αλλά και σε εκείνες που αρέσκονται να δηλώνουν, τάχα μου, πιο ''ανοικτές'' και δήθεν απελευθερωμένες και σύγχρονες. Και εμείς δεν πρέπει να μείνουμε απλοί/ες παρατηρητές/τριες, μα να αρχίσουμε να αντιδράμε. Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.
Πόσες ζωές έχει καταστρέψει η ιδέα ενός καλού γάμου και της τέλειας αψεγάδιαστης εικόνας;
Στην μικρή κοινωνία του Αγρινίου τη δεκαετία του '70 πάντως παίζει σημαντικό ρόλο. Και ειδικά για τη Μαρία η οποία προκειμένου να αποκτήσει την ανεξαρτησία της και τη διέξοδο από το χωριό παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που δεν αγαπούσε γιατί νόμιζε ότι θα έκανε τη μεγάλη ζωή στην πόλη. Αδιαφορούσε για τα παιδιά της, δεν υπήρξε ποτέ σωστή μαμα για εκείνα και παράλληλα εκμεταλλευόταν την αδυναμία της αδερφής της, της Ανθής.
Η Ανθή προσπαθούσε συνεχώς να συνετίσει τη Μαρία, όμως οι προσπάθειες της ήταν άκαρπες. Η ίδια δεν κατάφερε να απέκτησει δικά της παιδιά και έδωσε όλη την αγάπη και τη στοργή στα παιδιά της αδερφής της. Δυστυχώς η αναπηρία της στάθηκε συχνά εμπόδιο και αποτέλεσε αντικείμενο χλευασμού και εκμετάλλευσης ακόμα και από την ίδια την Μαρία.
Τα όνειρα της Μαρίας περιοριζόταν στα υλικά αγαθά. Όσο πιο πολλά τόσο πιο καλά. Εξανάγκασε τη μεγάλη της κόρη, την Ρούλα, να παντρευτεί προκειμένου να την ξεφορτωθεί. Το σπίτι που χτίστηκε πάνω από το πατρικό έθαψε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της Ρούλας. Το τριώροφο ολοκληρώθηκε με το χτίσιμο του τρίτου ορόφου που προοριζόταν για την μικρότερη κόρη της οικογένειας, την Χρύσα. Όμως ούτε το ζευγάρι του τρίτου ορόφου έμελε να ευτυχίσει γιατί ο γάμος δεν βασίστηκε στην αγάπη και τον έρωτα αλλά στο ψέμα και την κοροϊδία. Άραγε θα καταφέρει κάποιο από τα μέλη της οικογένειας να βρει την ευτυχία ή θα θυσιαστούν όλοι στο βωμό της καλής εικόνας;
Γάμοι από συνοικέσιο, γάμοι από συμφέρον, καταπιεσμένα συναισθήματα, ψυχικές αρρώστιες όπως βουλιμία και ανορεξία, οικογενειακά δράματα, καταπίεση, παιδιά που μεγάλωσαν στερούμενα από την αγάπη των γονιών είναι μόνο κάποια από τα ζητήματα που βρίσκουμε σε αυτό το βιβλίο. Καταστάσεις που παραμένουν δυστυχώς επίκαιρες ακόμα και σήμερα.
Ήταν ένα καλό βιβλίο μπορώ να πω, που ξετυλίγει την παθογένεια που υπάρχει σε πρόσωπα που ζουν σε κλειστές κοινωνίες. Άνθρωποι που παραδίδουν την σκυτάλη ο ένας στον άλλον και συνεχίζουν να ταλαιπωρούνται και να ταλαιπωρούν. Τα 3 αστέρια τα έδωσα για το τέλος του βιβλίου, μιας και μου φάνηκε αδικαιολόγητα απότομο. Σε αφήνει ξεκρεμαστο σχεδόν, σαν η συγγραφέας να μην ήθελε να το συνεχίσει ενώ όχι μόνο θα μπορούσε, μα θαρρώ πως θα έπρεπε κιόλας.
το τέλος απότομο. ιστορίες χιλιοειπωμένες μίας συγκεκριμένης περιόδου της ελληνικής επαρχιακής κοινωνίας,δυσλειτουργικές σχέσεις και τοξικοί άνθρωποι,έτσι όμως ήταν η ελληνική κοινωνία εκείνη την εποχή.σαν παλιά ελληνική ταινία .