In this passionately written and controversial book, first published in 1978, Catherine Clement, Communist, feminist and analysand, asks what the social function of psychoanalysis should be and condemns what it has become.
She attacks psychoanalysis as an institution disdainful of treatment and cure, serving the interests of a new intelligentsia, the nouveaux riches of a narcissistic literary culture and publishing industry. Contrasting the insights of psychoanalytic theory to the obsessive imitations of Jacques Lacan by those who followed him as a practitioner-trainer, she offers an anthropological perspective and a political critique of Parisian psychoanalysis as a profession. How has the attentive ear of the analyst become deaf to questions about the social and political meaning of his or her work? Does a woman who is both a socialist and analysand necessarily hear such questions more clearly and answer them differently? Clement reflects on her own history, the history of psychoanalysis and the history of the French left to demonstrate what an activist and feminist restoration of psychoanalysis could be.
Catherine Clément (born February 10, 1939) is a prominent French philosopher, novelist, feminist, and literary critic. She received a degree in philosophy from the prestigious Ecole Normale Supérieure, and studied under such luminaries as Claude Lévi-Strauss and Jacques Lacan, working in the fields of anthropology and psychoanalysis. A member of the school of French feminism, she has published books with writers Hélène Cixous and Julia Kristeva.
Many books about psychoanalysis deserve to be called good. This book easily surpasses that standard, and achieves what is rare in polemics against established psychoanalysis: it is useful. The initial chapters satirize the comings and goings of analysts who style themselves 'radical,' exposing a drift into insular esoteric circlejerks whenever the essential component of the cure is eliminated. Her invocation of the Wolf Man case alone is iconic, highlighting the unique status he acquired as the first analysand to be paid for his services to psychoanalysis. The final chapter points the way to a psychoanalysis that wouldn't look down on happiness; for this, she turns to Groddeck (whom she lovingly refers to as a 'troll') and his utopian demand for the id to get its due. For Clement
"With Freud the pimple never goes away, you know it. It hardens, becomes a permanent excrescence, and will become part of the human being, pimply forever, indelibly marked, forever. You’re the one I love, Groddeck, all you past and present Groddecks. You with your clown-like name, you who wrote wonderful letters to doctors so that they would be encouraged to really treat people because, of course, you thought it was possible to be cured. For even though you knew where that medical passion of yours was coming from, even though you were aware of its paternal origins, you didn’t give a damn, you moved to a new practice in the art of healing."
With this critique of Freud's acceptance of excrescence, Clement skewers those elements of the psychoanalytic establishment that are content to rest on a tragic aesthetic, that have forgotten how to laugh. If we wish to embrace the vocation of a healer, we must not be afraid to be seen as clowns, Clement seems to be suggesting.
This book will take a while to sink in, so I hope to revise this review as my understanding of her argument gets clearer.
Another book I took two years to read - this one is deceptively short, but so dense with allusions and play and anger that I really had to move slower than I think I expected. A scathing critique of a practice she engages in, her commentary on the social positioning and jockeying of psychoanalysts who are trying so hard to emulate Freud that they fail to advance him is witty, scathing, and very funny a lot of the time. I definitely didn’t fully grasp all of it, on account of not being either French or a practicing psychoanalyst, but I was touched by many passages and I do feel like I reached a new point of understanding of some of the foibles and contradictions of the profession.
This was a diverting, thought provoking short read. I can sympathise with people who find it pompous or obscure to a point, but I wonder what they expected coming to a book written by a French psychoanalyst.
It's extremely funny throughout. Lacan and his acolytes are parodied sensitively; Clément was also once his student. Most striking was the bitterness towards some of the contemporary feminist movement.
Ένα βιβλίο προκλητικό, τόσο ως προς τις θέσεις του, όσο και ως προς το ύφος του, χωρίς όμως να είναι υβριστικό ή να προκαλεί αποστροφή. Η συγγραφέας Catherine Clément, επιτίθεται στην Φροϋδική ψυχανάλυση και σε έναν, μικρό, βαθμό στον ίδιο το Φρόιντ και ακόμα περισσότερο στον Λακάν, πράγμα φυσικό αφού το βιβλίο γράφτηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του '70 όπου ο Λακανισμός ήταν το σημείο αναφοράς για ψυχαναλυτές και ψυχαναλυόμενους.
Αυτό που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερο δεν είναι η ιδέα που βασικά προβάλει η Clément, ότι η ψυχανάλυση είναι πρώτα λογοτεχνία και δημιουργία ιστοριών ακόμα και εις βάρος της πραγματικότητας και δευτερευόντως θεραπεία (τις λίγες φορές που αυτή προκύπτει ως παρενέργεια, ουσιαστικά), καθότι η ιδέα αυτή έχει στηριχθεί αρκούντως με επιχειρήματα από πολλούς σοβαρούς πολέμιους της φροϋδικής ψυχανάλυσης, με νεότερο τον επίσης Γάλλο Onfray που αποδομεί τον Φρόιντ και τις πρακτικές του με εντυπωσιακό και πολύ τεκμηριωμένο τρόπο. Η ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι το δηκτικό ύφος της Clement, η λεπτή ειρωνία από τη θέση της γυναίκας που αναγνωρίζει και στηλιτεύει τα ελαττώματα διάσημων αντρών ψυχαναλυτών χωρίς να ξεφεύγει σε εδάφη στείρου φεμινισμού (και όχι από τη θέση της κομμουνίστριας που αναζητά συνδέσεις μαρξιστικών τοποθετήσεων με τις ιδέες και πρακτικές της ψυχανάλυσης, όπως εντελώς άστοχα αναφέρεται στον ελληνικό πρόλογο), αλλά και το εξαιρετικά λογοτεχνικό ύφος, σχεδόν σε επίπεδο επίδειξης ενάντια στους ψυχαναλυτές-συγγραφείς, σα να τους λέει η Clément "ορίστε, τα καταφέρνω κι εγώ σαν κι εσάς και καλύτερα, παρόλο που δεν είμαι άντρας και παρόλο που δεν συμφωνώ με τον Φρόιντ".
Το βιβλίο αυτό δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα και θα χρειαστεί και δύο και τρεις αναγνώσεις για να αποκομίσει κανείς την απόλαυση που αυτό μπορεί να προσφέρει. Σίγουρα δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό, αλλά κυρίως σε υποψιασμένους αναγνώστες με ένα αρκετά υψηλό επίπεδο μόρφωσης. Επίσης οι οπαδοί της φροϊδικής ψυχανάλυσης θα εκνευριστούν πολύ (άραγε υπάρχουν ακόμα τέτοιοι στην Ελλάδα, πέραν ίσως από κάποιους υπερήλικους;) Το βαθμολογώ 4 αστέρια και όχι με 5 διότι υποφέρει από αστοχίες μετάφρασης και σύνταξης (αν και υποψιάζομαι τη δυσκολία που πρέπει να αντιμετώπισε η μεταφράστρια) καθώς και από έναν μάλλον άστοχο ελληνικό πρόλογο που ξεκάθαρα ξεφεύγει από το νόημα και το σκοπό του βιβλίου, σα να είναι μία προσπάθεια διαστρέβλωσης του κειμένου με στόχο την προειδοποίηση του αναγνώστη για κάτι αιρετικό (που γίνεται με ελαφρά συγκαλυμμένο αλλά αρκούντως επίμονο τρόπο) και τη διάσωση της φροϊδικής ψυχανάλυσης από τα πυρά της Clément, πολλά από τα οποία είναι εξαιρετικά εύστοχα. Θεωρώ επίσης άστοχο και άδικο το ότι ο πρόλογος γράφτηκε από άντρα και όχι από γυναίκα. Θα μπορούσε ο πρόλογος να περιοριστεί στη σύνδεση του βιβλίου με την εποχή και τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε (που είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο) και όχι να επεκταθεί σε υποκειμενικές ερμηνείες.
"Ο αναλυτής είναι κατ' αρχάς αυτός ο περαματάρης που δέχεται και μεταφέρει στην άλλη όχθη το περιττό βάρος των αβάσταχτων φορτίων"
Πρόκειταθ για ένα βιβλίο που είχα αποφύγει παλιότερα εξαιτίας των αρνητικών κριτικών από συναδέλφους στο χώρο της ψυχικής υγείας. Αυτοί που θίγονται είναι οι ψυχαναλυτές αφού η Clément τους κατηγορεί πως αποφεύγουν τη θεραπεία και εστιάζουν στο συγγραφικό τους έργο, ένα έργο που έχει πρώτη ύλη τους αναλυόμενους, αυτούς δηλαδή που πάνε στο γραφείο τους για να θεραπευτούν. Μοιάζει λες και πουλάνε ιστορίες όπως έλεγαν διηγήσεις πριν χρόνια οι ταξιδευτές από εξωτικούς τόπους μόνο που σε αυτή την περίπτωση ο εξωτικός τόπος είναι το ασυνείδητο. Ντύνουν το συγγραφικό τους έργο με θεωρίες σοφών αλλά τελικά οι ίδιοι μένουν μετέωροι χωρίς να γνωρίζουν αν οι ίδιοι είναι σοφοί ή συγγραφείς. Η γιατρειά έρχεται επιπρόσθετα στη θεραπεία έλεγε ο Φρόιντ αλλά συνήθως οι αναλύσεις δεν σταματούν ποτέ, οι μόνες ίσως που σταματούν είναι αυτές των ίδιων των αναλυτών οι οποίοι θα δουλέψουν αργότερα με μεταβιβάσεις/αντιμεταβιβάσεις μένοντας όμως οι ίδιοι πάντα στη σκιά.
Δυστυχώς αυτό που μένει είναι η υπεραπλουστευμένη θέση πως ο αναλυτής πουλάει μυστήριο ενώ ο ασθενής ζητά θεραπεία και παίρνει ματαίωση. Παρόλα αυτά η προσπάθεια της να αναρωτηθεί πάνω στην κοινωνική χρησιμότητα της ψυχανάλυσης δίνει τροφή για σκέψη ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το βιβλίο έχει γραφτεί το 1978, όταν είχε αυξηθεί η αμφισβήτηση απέναντι στην κραταιά φροϊδική θεωρία (που θα κορυφώνονταν στα 80ς) ενώ και ο άλλος πόλος (αυτός του Λακάν) έχανε πλέον την όποια φρεσκάδα του.