Φόρος Τιμής στην Πόλη
Όταν πριν μερικά χρόνια είχα επισκεφτεί την Εθνική Πινακοθήκη για πρώτη φορά έκανα ένα πείραμα, εντελώς ασυνείδητα: αποφάσισα να καταγράψω τις εντυπώσεις μου σε ένα σημειωματάριο την ώρα της επίσκεψης μου και να αποτυπώσω αυτή την εμπειρία στο χαρτί. Έτσι πηγαίνοντας απο έκθεμα σε έκθεμα σημείωνα τι μου άρεσε, τι συναισθήματα μου δημιουργούνταν, τον χώρο και τον χρόνο όπου συντελούνταν αυτή η εμπειρία. Κατά ένα περίεργο τρόπο, ένιωσα πως αποκωδικοποιώ αυτή την εμπειρία πάνω στο χαρτί σε μια προσπάθεια να φυλακίσω τη μνήμη και να πω πως, ναι, αυτή η επίσκεψη, στον τάδε τόπο, την τάδε χρονική περίοδο, αξίζει να διασωθεί.
Μερικούς μήνες πριν έπεσε στην αντίληψη μου το νέο βιβλίο ενός άγνωστου σε εμένα συγγραφέα, του Αριστείδη Αντονά, με τίτλο το Σημειωματάριο και με την εξής περιγραφή: ‘Ένας άνθρωπος περιφέρεται στα Εξάρχεια πηγαίνοντας προς το σπίτι της αγαπημένης του. Στα χέρια του κρατάει ένα σημειωματάριο, δώρο, ευχή και κατάρα, μιας χαμένης φίλης, στο οποίο καταγράφει κάθε του σκέψη, κάθε ιδέα για την πόλη, για τη ζωή, για τους ανθρώπους που έχει χάσει και για εκείνη που τον περιμένει.’
Ομολογώ πως η έλξη που ένιωσα (η μάλλον, η αναγνωστική περιέργεια), ήταν μεγάλη και ακαριαία. Έτσι και μετά απο παρότρυνση ενός φίλου πως ο Αντονάς είναι ένας ωραίος συγγραφέας, αποφάσισα πως ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα με απογοήτευε. Τουναντίον. Ο πρωταγωνιστής ξεκινάει μια περιήγηση στα Εξάρχεια, όχι ως απλώς περαστικός, ή ταξιδιώτης, αλλά ως ένας άνθρωπος-προϊόν του τόπου του που γνωρίζει τους δρόμους, τα στενά, τα σοκάκια ακόμη και σε ποιό σημείο βρίσκεται το κάθε μαγαζί. Κουβαλάει μαζί του ένα σημειωματάριο-δώρο, πάνω στο οποίο αποφασίζει να επιδοθεί σε μια άσκηση: να καταγράψει κάθε σκέψη και κάθε εμπειρία όσο θα κρατήσει η περιπλάνηση του, την ώρα που περπατάει. Έχοντας και ο ίδιος περπατήσει αρκετές φορές στην ίδια περιοχή, κάτι τέτοιο μου φάνταζε εξαιρετικά δύσκολο.
Κι όμως, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να επιτελεί έναν συνδυασμό performance και αναστοχασμού που ακροβατεί με μεγάλη επιδεξιότητα στα σπασμένα πλακάκια των Εξαρχείων. Οι σκέψεις του λαμβάνουν ως ένα βαθμό τον ρόλο σπονδών, μια προσφορά απέναντι στους προκατόχους του Σημειωματάριου, την Τζίνα Πολίτη και την Καίη Τσιτσέλη. Ο πρωταγωνιστής λαμβάνει το καθήκον του συγγραφέα και του φίλου να τιμήσει τις δύο γυναίκες, γεμίζοντας το σημειωματάριο και εκπληρώνοντας το στόχο του, αυτόν της καταγραφής. Στο πλαίσιο του αστικού οδοιπορικού, ο πρωταγωνιστής δεν εντυπώνει απλώς τις σκέψεις του πάνω στο χαρτί, αλλά τις εκφράζει προς πάσα κατεύθυνση, επιβεβαιώνοντας την σχέση του με τα Εξάρχεια. Οι σκέψεις του προσκροούν πάνω στο πεζοδρόμιο, στους τοίχους, στα μαγαζιά και στους ανθρώπους πριν αποτυπωθούν στο σημειωματάριο, παραδίδοντας έναν ιδιαίτερο τρόπο για την εκφραστικότητα της σκέψης μέσα στο αστικό περιβάλλον. Δημιουργώντας μια ελεγεία πάνω στην απόλαυση της γραφής, ο Αντονάς τεστάρει τα όρια της τόσο μεταφορικά (μπορώ να γεμίσω το σημειωματάριο με μια απλή περιήγηση στα Εξάρχεια), όσο και κυριολεκτικά (μέχρι να γεμίσει όλο το σημειωματάριο), δείχνοντας την συμπυκνωμένη αστική εμπειρία που βρίθει εντυπώσεων, μνήμης, εμπειριών, και μιας απίστευτης πληθώρας συναισθημάτων.
Η αίσθηση του κατεπείγοντος που συνοδεύει αυτή την καταγραφή και επαφίεται στο γεγονός της κίνησης, καταφέρνει και αντανακλά και την ίδια την αναμέτρηση με τον χρόνο: να λεχθούν/αποτυπωθούν όλα πριν να είναι αργά, πριν να φτάσω στον τελικό προορισμό, ένα προορισμό που έχει λιγότερη σημασία σε ένα ταξίδι, όπως μας ενημερώνει ο πρωταγωνιστής, απο την ίδια την αφετηρία. Ταυτόχρονα, αυτή η αναμέτρηση λειτουργεί και ως προσπάθειας διάσωσης της αστικής μνήμης. Όλα γύρω αλλάζουν, γίνονται πιο αλλόκοτα, και μόνο η γραφή μπορεί να δημιουργήσει ένα αντίγραφο της συγκεκριμένης στιγμής μέσα στην ρευστή αστική πραγματικότητα, ειδικά στην Αθήνα του σήμερα. Η ματαιότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος υφέρπει στο κείμενο, αλλά ο πρωταγωνιστής δεν παύει να πρ��σπαθεί για το καθήκον του ως συγγραφέας και δη ως καταγραφέας της αστικής εμπειρίας.
Στέκεται απέναντι σε ΜΑΤ, απέναντι σε φαινομενικά προαιώνια καφέ, σε δρόμους που αγάπησε για την απλότητα και την καθημερινότητα τους, αναγνωρίζοντας την σημασία του αστικού τρόπου ζωής ως ένα κράμα φυσιολογικού και παραλογισμού, μιας πόλης που ζει και αναπνέει μέσα απο τις αντιφάσεις της, ενός οργανισμού που χρειάζεται τις διαφορετικές πλευρές για να επιβιώσει: το αρχαίο με το σύγχρονο, το καθιερωμένο με το καινοτόμο, τα Εξάρχεια με το Κολωνάκι.
Κάπως έτσι όμως δεν λειτουργούμε και εμείς ως άνθρωποι;