Ένα κτίριο αφηγείται τη ζωή του από την πρώτη μέρα που ένιωσε το μυστρί των ανθρώπων να το χτίζουν μέχρι σήμερα. Μέσα σε 100 χρόνια αλλάζει συνεχώς ταυτότητα: Κεντρική Εμπορική Στοά, Αρχηγείο, καταυλισμός θυμάτων πυρκαγιάς, Κεντρικό Τραπεζικό Ίδρυμα, Διοικητήριο, Νοσοκομείο, στόχος βομβαρδισμών, Πρώτο Δημόσιο Πανεπιστήμιο, Ασφάλεια, εγκαταλελειμμένο κτίριο. Από την αφήγηση του περνάει ένας αιώνας με πολέμο και ειρήνη, καταστροφές και ελπίδα, ιδωμένα όλα από ένα ανθρώπινο δημιούργημα που η ευλογία της μακροζωίας του είναι ταυτόχρονα και η κατάρα του: αναγκάζεται να βλέπει κάθε κύκλο της ανθρώπινης ιστορίας ξανά από την αρχή. Γι αυτό και τώρα που έγινε Θέατρο αποφασίζει να μιλήσει στο κοινό που κάθεται μέσα του και να ζητήσει από τους θεατές μια τελευταία χάρη: να το γκρεμίσουν για να μην αναγκαστεί να ζήσει τα ίδια πράγματα για άλλη μια φορά. Το έργο έχει μεταφραστεί στα Ισπανικά (μτφ. Δημήτρης Ψαρράς & Marta Miguélez Sánchez) και στα Αγγλικά (μτφ. Πένυ Φυλακτάκη, επιμ. David Connolly)
Το κείμενο είναι ένα μονόπρακτο και αφορά το μονόλογο ενός κτιρίου που αφηγείται την ιστορία του. Σαν νεογέννητο μωρό αποδέχεται άβουλα την ανέγερσή του. Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν χωρίς να το ρωτήσουν, το πού και το πότε θα σταματούσε το «μεγάλωμά» του. Το ίδιο βέβαια αρκείται στο ότι τα βλέπει όλα αφ' υψηλού, αν και δεν είναι τέτοιος χαρακτήρας όπως ομολογεί. Σαν ένας Πύργος της Βαβέλ, η ικανότητα να πλησιάσει το Θείο του αφαιρείται από φωνές στερημένες από νοήματα. Άλλοτε αυτές οι φωνές συγκεράζονται στο «κατά γενικήν ομολογίαν» και αναγκάζουν το νεογέννητο να εξομοιώνει τη γνώμη του με αυτές. Το κτίριο σαν ένας νέος άνθρωπος περιμένει την ονοματοδοσία του για να αναγνωρίσει τις (επίπλαστες) ιδιότητες του. Οι ταμπέλες αλλάζουν κατά καιρούς και αναγκάζουν τον φορέα τους να υιοθετεί και τις ιδιότητες τους. Για του λόγου το αληθές: «Μαρτύριο να μην μπορεις να μάθεις ποιός είσαι, να πρέπει να στηρίζεσαι στα λόγια των άλλων για να φτιάξεις την εικόνα σου», «Η ταυτότητα μου λικνίζονταν μπροστά μου κι εγώ δεν ήξερα να διαβάζω». Το ίδιο το κτίριο ομολογεί ότι δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του αλλά όμως τον άκουγε. Αυτή η φράση συμβολοποιεί την ακρόαση ως μια από τις αισθήσεις που καταφέρνουν να υπερβούν τα φαινόμενα που εκλαμβάνει πρωτοεπίπεδα η όραση. Με μια καμπάνα για καρδιά το κτίριο-άνθρωπος προκαλεί τη συνείδηση να αποστασιοποιείται από τα "έξω" και να ακροάται τις εσωτερικές προκλήσεις. Με την τελευταία του ιδιότητα -ως θέατρο πια- το κτίριο αναλαμβάνει να ενημερώσει το κοινό για τους κύκλους που λόγω της φύσης του κατάφερε να διαπιστώσει. Ενάντια λοιπόν στο «μή μου τοὺς κύκλους τάραττε» προσκαλεί τους ανθρώπους να σπάσουν τα δεσμά και να λειτουργήσουν ενάντια στις τετραγωνοποιήσεις τους. Έχοντας κάνει το καθήκον του πια ζητά να το γκρεμίσουν και να το επιστρέψουν στην αρχική μορφή του, την πέτρα.