φωτεινή νύχτα, μια μέρα μετά την πανσέληνο, περπατώ με τον σκύλο, το βλέμμα μου σκοντάφτει στη θάλασσα, ανοιχτός ή κλειστός είναι ο ορίζοντας; το μαγαζί είναι κλειστός χώρος χωρίς ορίζοντα, δεν σε πάει κάπου, δεν ταξιδεύεις· έρχονται όμως οι άλλοι σε σένα, έρχονται πράγματα απ’ όλο τον κόσμο, από τα καρπούζια που παράγονται τριακόσια μέτρα από δω, ώς τις μπανάνες κολομβίας, τα καρύδια χιλής και τα αβοκάντο νότιας αφρικής· το ίδιο και οι άνθρωποι, ντόπιοι που τους γνωρίζω πενήντα χρόνια, γέροι και γριές που τους θυμά-μαι στο άνθος της νιότης τους, αλλά και εκατοντάδες τούρκοι, ευρωπαίοι, αμερικανοί, μέχρι και ιάπωνες πέρα-σαν, όλοι αυτοί εκτός από χρήματα αφήνουν το αποτύπωμά τους.
Σεζονίστας κι εγώ, δύσκολα να.μη συνδεθώ με τις ιστορίες του Γιάννη Κωσταρή. Είμαι εκεί δίπλα στις επαφές με τους ντόπιους, με τις φυλές των τουριστών, με το τέλος της σεζόν που κάνουν τα νησιά μας να μοιάζουν με φυλλοβόλα δέντρα. Και μετά απ'την τόση φασαρία αυτή η τόσο απαραίτητη σιωπή. Η τόσο αναγκαία μα και τόσο δύσκολη.
Γλυκό, πραγματικά γλυκό. Χωρίς το μελόδραμα που συχνά χαρακτηρίζει αντίστοιχες αφηγήσεις που έχουν να κάνουν με τον εξευγενισμό (το Τ9 μου το διόρθωσε σε 'εξευτελισμό', o γουελ...) της ελληνικής επαρχίας. Ο συγγραφέας μιλά για τη ζωή του στο νησί, τη σεζόν, τ@ τουριστ@, το μπακάλικό του, τα συγκρίνει με το παρελθόν του νησιού και των ανθρώπων, με τον χειμώνα στο νησί... Με τρόπο όμορφο και ανεπιτήδευτο, χωρίς περιττά φτιασίδια, από το κείμενο μέχρι τις φωτογραφίες. Έχοντας ζήσει σε επαρχιακή περιοχή για χρόνια, και έχοντας παρατηρήσει παρόμοιες αλλαγές, με άγγιξε. 3.5☆
ΥΓ. Απαραίτητο να σημειωθεί η τόσο καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση από τους Αντίποδες!
Υπέροχη έκδοση, πολύ ωραίο περιεχόμενο. Το διάβασα στην Χίο και τώρα θέλω πολύ να γνωρίσω τον Γιάννη Κωσταρή. Είδα την Κώμη και την ζωή μέσα από τα μάτια του.