Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο. Είναι ένας χάρτης. Μια χαρτογράφηση της ζωής όπως τη διασχίζουμε: με τραύματα, τρυφερότητα και λέξεις. Εδώ κάθε κελί, κάθε μπάνιο, κάθε έρημος και κάθε κουζίνα, γίνεται τόπος μνήμης και επούλωσης. Ακουμπά χωρίς φωνές τις ρωγμές: την απώλεια, την αγάπη, την τρέλα, τα ψυχιατρεία, τις μικρές πράξεις φροντίδας, τις μεγάλες σιωπές, τους έρωτες που δεν άντεξαν ή που άντεξαν πολύ.
Ο Άτλαντας Επούλωσης συλλέγει ιστορίες καθαριστριών και ποιητριών, μητέρων και εραστών, αλεπούδων που μιλούν τη νύχτα και βιβλίων που πενθούν ξεχασμένα στον καλόγερο. Περιπλανιέται ανάμεσα σε πεζοδρόμια, λεωφορεία, κουβέντες με τη Μάγδα Φύσσα, τον Βαν Γκογκ, τη Μαργαρίτα Καραπάνου, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον ταπεινό ταξιτζή, τη γυναίκα στο κομμωτήριο, τα παιδιά στα νοσοκομεία, εμάς που επιβιώσαμε, κι εμάς που προσπαθούμε ακόμα.
Αυτός ο Άτλαντας δεν δείχνει τον δρόμο για κάπου. Δείχνει πως παρά τα ναυάγια, επιβιώνουμε. Δείχνει πως η επιβίωση δεν είναι ποτέ ατομική. Δείχνει πως ο κόσμος αλλάζει κάθε φορά που κάποιος μας πλένει τα μαλλιά με αγάπη.
Δεν είναι οδηγός διαφυγής αλλά μια λογοτεχνία της φροντίδας. Ένας ύμνος στους ανθρώπους που συνεχίζουν κι ένα τεκμήριο του ότι υπάρχουν ακόμα πράγματα να γίνουν.
"Η αγάπη ξέρει, πριν φανεί το τραύμα, πού χρειάζεται να σκύψει, πόσο να σκάψει, τι να πει, πώς να στρώσει το τραπέζι. Γι'αυτό είναι σπάνια αυτή η αγάπη. Γιατί προϋποθέτει την κατανόηση του άλλου...δεν μπορούμε παρά να ζήσουμε με πλάσματα που μας ελευθερώνουν. Για να σε ελευθερώσω και να με ελευθερώσεις πρέπει να ξέρω, να μπορώ να αναγνωρίσω ποιο είναι το κλουβί σου, τι σε κρατάει αιχμάλωτο, πόσες φορές εγώ θυμίζω το κλουβί σου."
Το βιβλίο της Βάλιας Τσιριγώτη με τίτλο "Άτλαντας Επούλωσης" είναι ένα υβριδικό χρονογράφημα που κατάφερε να ταξιδέψει σε κάθε μικρή ή μεγάλη γρατζουνιά μου και να αφήσει πάνω της τρυφερά ένα τσιρότο. Οι επουλωτικές του ιδιότητες διατρέχουν τον χάρτη του φθαρτού και του άφθαρτου συνόλου , σκαλίζοντας ό,τι πονάει και δεν έχει ξεχαστεί, φροντίζοντας παράλληλα να κρατά τη μνήμη άσβεστη εκεί που οφείλει. Με έναν μοναδικό, δικό της τρόπο, η συγγραφέας μας φέρνει αντιμέτωπους με αλήθειες που ίσως να μη θέλουμε καν να παραδεχτούμε, ωστόσο δεν μας κρίνει, μόνο αφήνει πίσω της ένα χάδι, μια ελπίδα, μια παρηγοριά, ψιθυρίζοντας "δεν είσαι μόνη".
Κάθε της λέξη έχει βάρος. Δεν κατασκευάζει συναισθήματα, παρά μόνο τα ανασύρει από το σώμα, από τη μνήμη, από τα καθημερινά μικρά "τίποτα" που στην πραγματικότητα είναι τα πιο μεγάλα. Οι ιστορίες της, άλλες αληθινές, άλλες σχεδόν ονειρικές, λειτουργούν σαν μικρά καταφύγια για τον αναγνώστη, σαν σταθμοί σε μια διαδρομή αυτογνωσίας και απενοχοποίησης. Το υβριδικό του είδος, κάπου ανάμεσα σε χρονικό και λογοτεχνικό ημερολόγιο, υπηρετεί απόλυτα τη θεματολογία του: τον κατακερματισμένο εαυτό, τις μνήμες που επιβιώνουν, τις λέξεις που μας σώζουν όταν όλα γύρω μοιάζουν να βουλιάζουν.
Στο τέλος κάθε κεφαλαίου, κάθε στιγμής αυτού του χρονογραφήματος, κάτι μέσα σου έχει μετατοπιστεί. Ίσως είναι η ελπίδα, ίσως μια καινούρια ματιά, ίσως το θάρρος να ξαναπείς δυνατά: "Είμαι ακόμη εδώ". Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει να μας υπενθυμίζει πως "για όσους πόνεσαν αξίζει μια νύχτα κάποιος να τους πει σε ένα νανούρισμα πως δεν χρειάζεται να τιμωρούνται άλλο...". Αυτό το βιβλίο είναι ένα δώρο στον εαυτό μας και σε όσους αγαπάμε.
Το healing, η "γνωστή" σε όλους μας επούλωση, δεν είναι ποτέ εύκολο· είναι μια διαδικασία δύσκολη, άβολη και συχνά ψυχοφθόρα. Κάπως έτσι είναι και ο Άτλαντας Επούλωσης. Ένα βιβλίο που σε ξεβολεύει, σε πονάει, σε κομματιάζει λίγο-λίγο , αλλά στο τέλος τιμά τον τίτλο του.
Σε κοιτάζει κατάματα και σου ψιθυρίζει πως η επούλωση δεν είναι ευθεία γραμμή· είναι ένα τοπίο που το διασχίζεις αργά, με θάρρος.
"Άκου. Όταν θα έρθεις θέλω να κρατάς στα χέρια σου ένα από κείνα τα εγκαταλελειμμένα που φωτογράφιζα, να μου αφήσεις τις σανίδες στα χέρια και θα σου το κάνω εγώ όπως πρέπει. Λαμαρίνα, λαμαρίνα θα το αναστενάξω. Όταν τελειώσει να είναι λέει σαν τα παλιά τα γαλακτοπωλεία (...) Όλους να τους φέρεις όσους αγαπήσαμε. Να γεμίσουμε φαντάσματα. Να στοιχειώσουμε από ευτυχία. Να φοβηθούμε μια φορά που όλα μας αξίζουν και τώρα να εδώ κάπου χωρέσαμε. Σε αυτή την παράγκα, των δικών μας γκρεμισμένων ονείρων, τα πόδια σου να γίνουν το καταφύγιο που φθονώ."
Ο Άτλαντας Επούλωσης είναι ένα πολύ ξεχωριστό βιβλίο. Μου πήρε μέρες να το τελειώσω. Όχι επειδή παρουσιάζει κάποια δυσκολία, αλλά επειδή διάβαζα τις σελίδες από δύο και τρεις φορές για να χαράξω μέσα μου τις λέξεις, σαν νυχτερινές προσευχές που θα ήθελα να θυμάμαι και να απαγγέλλω πριν κοιμηθώ. Φωτογράφιζα τα λόγια, τα έστελνα στις φίλες μου, μοιραζόμασταν τη συγκίνηση, το κοινό βίωμα, γιατί αν μη τι άλλο, αυτό είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε για να μοιραστεί. Αν μπορούσα να το μοιράσω θα το έδινα παντού, σε όλα. Θα το έδινα στη μητέρα μου, στις γυναίκες της ζωής μου, σε εκείνους που με πλήγωσαν αλλά και σε εκείνους που έραψαν τις πληγές μου, στην κουρασμένη ταμία του γειτονικού σούπερ μάρκετ, στο μετανάστη γείτονα μου, στις κουρασμένες μητέρες που παίρνουν τα παιδιά τους απ’ το σχολείο απέναντι, στην οικογένεια και στα φίλα του Ζακ, στα κουΐρ αδέλφια μου και ειδικά στις τρανς αδελφές μου, στην καθαρίστρια της πολυκατοικίας, στους ασθενείς της ψυχολόγου μου, στον παλιό μαλάκα ψυχίατρο μου αλλά και στον πολύ καλό καινούργιο, σε ανθρώπους που πέρασαν απ’ τη ζωή μου και νομίζουν ότι τους έχω ξεχάσει, θα το έδινα στο σκύλο μου αν μπορούσε να διαβάσει, στον άνθρωπο που νόμιζα ότι θα κάνουμε οικογένεια και θα γεράσουμε μαζί, στις συμφοιτήτριες και καθηγήτριες μου απ’ το ΙΕΚ που μας ένωσε η κοινή μας αγάπη για την τέχνη, σε όποιο δεν έχει αρκετά λεφτά στο τέλος του μήνα και τρώει ξερά δημητριακά, σε όποιο έχει έρθει αντιμέτωπο με το σκοτάδι της κακοποίησης, σε όποιο άνθρωπο νιώθει πως δε θα ξαναβρεί αγάπη, στήριξη, δύναμη, αλληλεγγύη. Θα το έδινα απλόχερα και θα έλεγα ωρίστε, διάβασε το, δεν ξέρω αν θα κάνει τη δουλειά, εμένα πάντως με έσωσε λιγάκι. Η Βάλια Τσιριγώτη χαρτογράφησε το πέρασμα απ’ τη ζωή και μου θύμισε πως, παρά τους δύσκολους δρόμους που θα χρειαστεί να περπατήσω, δε χρειάζεται να το κάνω μόνη. Μερικοί δε θα μπορέσουν να με ακολουθήσουν εξ’ αρχής, γιατί η διαδρομή είναι τρομακτική, άλλοι θα με αφήσουν στα μισά, και άλλοι, θα βαδίσουν μαζί μου μέχρι το τέλος, αγαπώντας, στηρίζοντας και φροντίζοντας το ένα τ’ άλλο όποτε σκοντάφτουμε σε πέτρες που πονάνε και σκοτεινές διαδρομές που μοιάζουν άβατες.
Διαβάζοντας το σκεφτόμουν σε τι κατηγορία μπορώ να το κατατάξω: βιβλίο αυτοβοήθειας, φιλοσοφικό/υπαρξιακό δοκίμιο, ποίηση; Στην πορεία δεν με ένοιαξε ιδιαίτερα, γιατί όπως και να 'χει, μίλησε στην ψυχούλα μου. Πολύ γλυκό και φροντιστικό ανάγνωσμα.
Δεν είναι μυθιστόρημα με την κλασική έννοια, αλλά μια καταγραφή σκέψεων και εμπειριών. Κάποια σημεία είναι πολύ σύγχρονα, έντονα, «αθηναϊκά» και όμορφα γραμμένα· ίσως θα ήθελα μεγαλύτερη συνολική συνοχή.