ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2021, η Μαγκαλί Μπλαντέν εξαφανίζεται. Μετά από έναν μήνα, το πτώμα της ανακαλύπτεται στο δάσος του Μπουαζερβιλύ (νομός Ιλ-ε-Βιλαίν, Βρετάνη), κοντά στο σπίτι της. Η Μαγκαλί, μητέρα τεσσάρων παιδιών, δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της.
Αυτή η είδηση με αναστάτωσε, σαν κάποιο μυστήριο να είχε εισβάλει στην καθημερινότητά μου. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα αστυνομικά δελτία, ακόμη δε λιγότερο οι κατά συρροή δολοφόνοι –αντιπροσωπεύουν το 0,0000001% του πληθυσμού–, όμως η γειτνίαση με το χωριό της παιδικής μου ηλικίας και όλα όσα έζησα εκεί με γύρισαν πίσω τρεις ζωές, τότε που πίστευα ακόμη στην αδελφοσύνη των ανθρώπων.
Πράγματι, σύντομα μάθαμε ότι δεν επρόκειτο για απλή εξαφάνιση, αλλά ότι η Μαγκαλί Μπλαντέν είχε δολοφονηθεί από τον σύζυγό της. Μια γυναικοκτονία, μία ακόμη… Μια προμελετημένη δολοφονία, που, δυστυχώς, δεν ήταν ένα κοινό αστυνομικό συμβάν, αλλά μάλλον το σύμβολο μιας εποχής όπου τίθενται νέα ερωτήματα: ιστορικά, «επαναστατικά-εξελικτικά», διαπροσωπικά. Γιατί δολοφονήθηκε η Μαγκαλί; Επειδή γεννήθηκε γυναίκα; Επειδή η εκδίκηση είναι μια ποταπή ανθρώπινη πράξη στην οποία δίνουμε υπερβολική αξία; Άραγε η συγγένειά μου με το βρετόνικο χωριό αρκούσε ώστε να με κάνει να ασχοληθώ με την υπόθεση, με το θέμα;
Πάλι η αδικία, αυτός ο κοινός τόπος που ανέκαθεν με απωθεί. Η Μαγκαλί δεν έπρεπε να καταλήξει ένα απλό όνομα στη λίστα των γυναικοκτονιών· κάπου υπήρχε μια αλήθεια την οποία έπρεπε να βρω. Να πάρω την απόφαση να βουτήξω τα χέρια στα απόνερα, έστω κι αν έφερνα στην επιφάνεια εμετικά δηλητήρια – την ιδέα της εκδίκησης, την εν θερμώ και εν ψυχρώ βία, τον ανδρισμό, την ιδέα της εξουσίας πάνω στον άλλον…
Ο Καρύλ Φερέ ασχολείται με αυτή τη γυναικοκτονία και με τις πολλαπλές διακλαδώσεις της για να καταλάβει και να μην ξεχάσει, γιατί «η Μαγκαλί δεν είναι ανώνυμη, η Μαγκαλί είναι όλες οι γυναίκες».
Caryl Férey’s novel Utu won the Sang d’Encre, Michael Lebrun, and SNCF Crime Fiction Prizes. Zulu, his first novel to be published in English, was the winner of the Nouvel Obs Crime Fiction and Quais du Polar Readers Prizes. In 2008, it was awarded the French Grand Prix for Best Crime Novel. He lives in France.
Τώρα αυτό τι ήταν; Λυπάμαι αλλά μάλλον έπεσα θύμα της υπόθεσης στο οπισθόφυλλο. Πιο πολύ διαβάζουμε για τις αναμνήσεις του συγγραφέα από τον τόπο που μεγάλωσε και για τις αλλαγές που έχουν γίνει παρά για το κύριο θέμα του βιβλίου. Μια ακόμα γυναικοκτονία.
Mitigée. Pendant les deux premiers tiers du roman, on lit des souvenirs de l'enfance de l'auteur qui n'ont rien à voir avec l'enquête sur Magali. On lit donc pendant 100 pages que son enquête n'avance pas, c'est assez disproportionné sur l'ensemble du livre. Finalement, le cœur du sujet n'arrive qu'au dernier petit tiers, pour finir sur un bel hommage a Magali.
Les fans de l'auteur trouveront leur compte, mais ceux qui veulent lire un fait divers seront un peu déçus : une grande partie de ses "recherches" consistent a citer des archives d'articles de presse. Les toutes dernières pages sont les plus intéressantes. Assez dommage d'attendre si longtemps.
εντάξει σαφέστατα είναι ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο από τα υπόλοιπα του συγγραφέα αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν είναι απίστευτα ενδιαφέρον το πώς μιλάει σε πρώτο πρόσωπο στον αναγνώστη ς και μοιράζοντας το βιβλίο μεταξύ των παιδικών του χρόνων και της έρευνας για αυτήν τη γυναικοκτονία ς και για άλλη μία φορά με την ευαίσθητη ματιά της συγγραφής του μας κάνει να αναρωτηθούμε για πολλά πράγματα
L’auteur se sert du féminicide de Magali Blandin, qui s’est déroulé dans le village de son enfance pour nous pondre 120 pages qui racontent en fait ses souvenirs, son enfance, son adolescence à LUI avec en fond une prétendue enquête faite mollement sur ce drame. Utiliser ce prétexte pour attirer les lecteurs est assez lamentable, en guise « d’enquête », l’auteur nous copie colle des articles des journaux locaux et garde les 15 dernières pas pour ENFIN parler du vrai sujet qu’aurait dû être ce livre. Ce bouquin est trompeur, ce n’est pas « Magali » qui devrait en être le titre mais « Moi »
Oui, et alors ? Pas grand intérêt. Il se sert de ce fait divers qui s'est passé dans son bled d'enfance pour faire une rétrospective sur sa propre vie.. dommage..
Pas grand intérêt. Autour de ce fait divers, Caryl Ferrey en profite pourparler de lui, vaguement partager ses pensées sur le féminicide ou l cruauté de l’homme et au final ne pas enquêter sur cette affaire…
Avis mitigé sur celui ci je dois dire. De très bons passages, notamment toute la partie avec l’avocat de l’accusé, mais un peu mal à l’aise avec toute la partie « je raconte ma vie avec humour », une femme est morte quand même. Par contre j’ai beaucoup aimé les pseudos que l’auteur donne aux gens qu’il rencontre.
Χάρη στα μικρά και αβέβαια βήματα προς τα εμπρός, στην συστημική ενημέρωση που αναγκάστηκε και στην αντισυστημική που πηγάζει από την πληκτρολόγιο σε πληκτρολόγιο επικοινωνία στα social και σε μια εκ νέου διείσδυση της φεμινιστικής ματιάς σε τέχνες όπως η λογοτεχνία, τα τελευταία χρόνια ο όρος γυναικοκτονία έχει αρχίσει να κερδίζει την αναγνώριση που του αρνιόταν η γλώσσα του δικαίου και η ρητορική της πολιτικής. Η γυναικοκτονία δεν συνιστά μια περίπτωση εγκληματικότητας μεταξύ άλλων, ούτε ένα στατιστικό δεδομένο που καταγράφεται με τη μηχανικότητα του συνηθισμένου στις στήλες των εφημερίδων, αλλά την πιο οριστική και ακραία έκφραση μιας πατριαρχικής βίας που διατρέχει το κοινωνικό σώμα ως δομικό του στοιχείο, ως ασυνείδητο που επανέρχεται με την επιμονή του συμπτώματος. Ως όρος συμβάλει στον υπερτονισμό ενός φαινομένου που η πολιτική και η νομική γλώσσα αδυνατούσαν μέχρι πρότινος να αναγνωρίσουν στην ειδικότητά του, επειδή η δολοφονία μιας γυναίκας από τον σύντροφό της κωδικοποιούνταν ως έγκλημα πάθους, ως οικογενειακή τραγωδία, ως ατυχές περιστατικό που ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του πολιτικού.
Αυτή η γλωσσική μετατόπιση, η επιμονή να ονομαστεί η βία με το πραγματικό της όνομα, αποτελεί πράξη αντίστασης ενάντια σε μια οικονομία του νοήματος που επιδιώκει να θάψει τις γυναίκες δύο φορές, πρώτα στον τάφο και έπειτα στη σιωπή. Διότι η γυναικοκτονία δεν είναι η κατάληξη μιας απότομης κρίσης ούτε το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έξαρσης οργής, αλλά η τελική πράξη μιας μακράς διαδικασίας ελέγχου, εκφοβισμού, και κυριαρχίας που βρίσκει στη φυσική εξόντωση την τελευταία της επιβεβαίωση. Η γυναίκα που επιχειρεί να διαφύγει από αυτή τη σχέση, που τολμά να ζητήσει διαζύγιο, που διεκδικεί την αυτονομία της ύπαρξής της και το δικαίωμα να ζήσει χωρίς φόβο, γίνεται αυτομάτως στόχος μιας εκδίκησης που μεταμφιέζεται σε αγάπη, σε ζήλεια, σε δικαίωμα ιδιοκτησίας. Αυτή η βία δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας, δεν είναι παρέκκλιση αλλά συστατική διάσταση μιας κοινωνίας που οργανώνεται γύρω από τη λογική της ιδιοκτησίας και της συσσώρευσης, όπου η γυναίκα, όπως και η εργασία, μετατρέπεται σε αγαθό προς εκμετάλλευση. Η πατριαρχία δεν είναι κάποια αρχέγονη δομή που επιβιώνει ως κατάλοιπο προνεωτερικών κοινωνιών, αλλά λειτουργικό μέρος του καπιταλισμού, η μηχανή που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης εντός του οικογενειακού πλαισίου χωρίς κόστος, που κρατά τις γυναίκες δεσμευμένες στο ανήμπορο έργο της φροντίδας, που εγγυάται την κληρονομική μεταβίβαση της περιουσίας μέσω του θεσμού του γάμου. Η κάθε δολοφονημένη γυναίκα είναι η απόδειξη ότι αυτό το σύστημα δεν έχει σβήσει αλλά έχει απλώς μετασχηματιστεί, προσαρμοστεί στις απαιτήσεις μιας εποχής που διατείνεται ότι έχει επιτύχει την ισότητα ενώ εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση την ίδια θανάσιμη λογική του ελέγχου και της κατοχής.
Αλλά, μάλλον παραφόρτωσα το κείμενο, αφήνοντας τον εαυτό μου να παρασυρθεί όπως κάνει, ορμώμενος από το ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο, και ο Καρύλ Φερε στο βιβλίο του Μαγκαλί. Ο Φερέ, γεννημένος το 1967 στο Καν και μεγαλωμένος στη Βρετάνη, έχει επιβληθεί στη γαλλική σκηνή του νουάρ ως εκπρόσωπος του λεγόμενου ethno-polar, ενός υποείδους που μετατοπίζει την αφήγηση της βίας από τα αστικά κέντρα της Ευρώπης στις περιφέρειες του πλανήτη, εκεί όπου η αποικιακή ιστορία και η νεοαποικιακή πολιτική πραγματικότητα συναντώνται σε εκρηκτικό συνδυασμό, χαρίζοντας στο αναγνωστικό σημαντικά έργα όπως η Τριλογία της Λατινικής Αμερικής, Ζουλού, Πάγος. Όταν το Φεβρουάριο του 2021 άκουσε στο France Culture την είδηση για την εξαφάνιση της Μαγκαλί Μπλαντέν από το Μονφορ-συρ-Με, το όνομα του χωριού τον χτύπησε με τη βία της ανάμνησης, διότι εκεί μεγάλωσε ο ίδιος, σαράντα επτά χρόνια νωρίτερα. Το παιδί του punk και της προλεταριακής αντίστασης, ο συγγραφέας που είχε διασχίσει ηπείρους χαρτογραφώντας την βια, ξανά-ανακάλυψε ότι η βαρβαρότητα δεν απαιτεί εξωτικοποίηση ούτε εθνογραφική απόσταση, αλλά είναι εντόπια, συμβαίνει στο γειτονικό σπίτι, στο χωριό που η μνήμη του είχε διατηρήσει αθώο.
Η ιστορία της Μαγκαλί Μπλαντέν είναι χιλιοπαιγμένη και θα μπορούσε, αν αλλάζαμε τα πρόσωπα του δράματος, να έχει συμβεί στην Ελλάδα, στην πόλη μας, στην γειτονιά μας. Ήταν σαραντάχρονη ειδική παιδαγωγός και μητέρα τεσσάρων παιδιών που είχε χωρίσει από τον σύζυγό της Ζερόμ Γκαγιάρ τον Σεπτέμβριο του 2020, μετά από χρόνια συζυγικής βίας που η οικογένεια και το περιβάλλον γνώριζαν αλλά αδυνατούσαν ή δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν. Η διαδικασία του διαζυγίου βρισκόταν σε εξέλιξη και η Μαγκαλί πίστευε αφελώς ότι το κράτος θα την προστάτευε. Έναν μήνα μετά την εξαφάνισή της, το πτώμα της ανακαλύφθηκε στο δάσος του Μπουαζερβιλύ, θαμμένο προσεκτικά σε ένα βαθύ κακοσκαμένο τάφο. Ο σύζυγός της, σε μια σκηνοθετημένη δολοφονία που είχε τη σιωπηλή συνεργία των γονιών του, την έσφαξε και έθαψε το σώμα της, επιχειρώντας να παραστήσει τον ανήσυχο σύζυγο που αναζητά απεγνωσμένα την εξαφανισμένη μητέρα των παιδιών του. Το έγκλημα αποκαλύφθηκε χάρη σε προσωπικό λάθος του δολοφόνου και την επιμονή των χωροφυλάκων, αλλά εκείνη είχε ήδη προστεθεί στον ατελείωτο κατάλογο των γυναικών που σκοτώθηκαν επειδή τόλμησαν να φύγουν. Όπως γίνεται και στην Ελλάδα, όπως γίνεται σε κάθε χώρα, τα εθνικά μέσα ασχολήθηκαν με την υπόθεση και το όνομά της κυκλοφόρησε για λίγο στον δημόσιο χώρο πριν εξαφανιστεί ξανά μέσα στη συνεχή ροή των ειδήσεων και πληροφοριών που μας εκπαιδεύουν στη λήθη.
Το βιβλίο που προέκυψε από την επιστροφή του Φερέ στο χωριό του επιχειρεί να λειτουργήσει ως υβριδικό κείμενο, μίξη αστυνομικής έρευνας και αυτοβιογραφικής αφήγησης, με δηλωμένο στόχο “μια προσπάθεια να ανασυρθεί η Magali από την ανωνυμία του στατιστικού και να μην πεθάνει για δεύτερη φορά μέσα στη λήθη”. Ο Φερέ ταξιδεύει στο Μονφορ-συρ-Με δεκαετίες μετά την αναχώρησή του, αναζητώντας μαρτυρίες, προσπαθώντας να συλλέξει τα κομμάτια της ιστορίας της Μαγκαλί, να ανασυγκροτήσει την τελευταία της πορεία. Συναντά όμως μόνο σιωπή. Οι κάτοικοι του χωριού δεν θυμούνται ή δεν θέλουν να μιλήσουν, οι χωροφύλακες προστατεύουν τη διακριτικότητα της έρευνας, και η ίδια η Μαγκαλί που είχε έρθει πρόσφατα στο χωριό, δεν έχει αφήσει παρά ελάχιστα ίχνη στην κοινωνία που την περιέβαλλε. Αντιμέτωπος με αυτό το κενό, ο συγγραφέας στρέφεται στο μόνο υλικό που διαθέτει άφθονο, την προσωπική του μνήμη. Τα δύο τρίτα του βιβλίου καταναλώνονται έτσι στην ανάκληση της εφηβείας του, στις αναμνήσεις από το Μονφορ-συρ-Με της δεκαετίας του εβδομήντα και ογδόντα, στις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες, στα τσιγαριλίκια, την punk μουσική, στην άγρια εφηβεία. Η έρευνα, πάνω στην έρευνα της αστυνομίας που έγινε προ μηνών, με την βοήθεια παλιών γνωστών και τοπικών ρεπόρτερ, είναι ανεμική με τη μόνη ουσιαστική πληροφορία για την υπόθεση να έρχεται στις τελευταίες σελίδες μέσω της μαρτυρίας του δικηγόρου του δολοφόνου, που αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες του σχεδίου και τον ρόλο των γονιών στη δολοφονία, αλλά μέχρι τότε το βιβλίο έχει ήδη μεταμορφωθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που υπόσχεται η εισαγωγή του συγγραφέα.
Το βιβλίο αποτυγχάνει με τρόπο που αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για τα όρια της εξομολογητικής γραφής όταν επιχειρεί να μιλήσει για τον Άλλο, σφάλμα στο οποίο οι άντρες συγγραφείς – ακόμη και οι μεγάλοι σαν τον Φερέ – πέφτουν συχνά. Η Μαγκαλί απουσιάζει από τη δική της ιστορία όχι μόνο αφηγηματικά αλλά και συμβολικά, παραμένει ένα κενό που γεμίζει η παρουσία του συγγραφέα, δεν μιλά ποτέ με τη δική της φωνή ούτε καν μέσω επιστολών ή μαρτυριών, και αυτή η απουσία δεν είναι απλώς έλλειψη υλικού αλλά αφηγηματική επιλογή που προτιμά το γνωστό από το άγνωστο. Ο Φερέ δεν συνειδητοποιεί ότι η επιστροφή στο χωριό απαιτεί την παραχώρηση του λόγου, ότι δεν μπορεί να μιλήσει για τη Μαγκαλί χωρίς να τη μετατρέψει σε σκηνικό για την προσωπική του νοσταλγία, και έτσι το βιβλίο καταδεικνύει τα όρια μιας λογοτεχνικής ηθικής που νομίζει ότι η καλή πρόθεση αρκεί για να νομιμοποιήσει την αναπαράσταση του πόνου του Άλλου, χωρίς να αναρωτηθεί αν η ίδια η αναπαράσταση δεν συνιστά μια μορφή βίας. Η γυναικοκτονία απαιτεί κάτι περισσότερο από ενσυναίσθηση, απαιτεί μια καθολική μετατόπιση του βλέμματος που αποδέχεται ότι η φωνή του θύματος δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη φωνή του συγγραφέα και ότι ορισμένες ιστορίες δεν μας ανήκουν για να τις πούμε.
Février 2021, le lecteur plonge dans la vie d’un écrivain, de ses écrits, qui sera bousculé par un fait divers, soit la disparition d’une femme en Ille-et-Vilaine. Cette femme est Magali Blandin, elle avait 4 enfants.
Ce fait divers a eu lieu à Montfort-sur-Meu, lieu d’enfance de Caryl Férey.
Avis Magali de Caryl Férey
En cette rentrée littéraire, place à Caryl Férey, qui s’est penché le temps d’un livre, entre Okavango et un roman, vraisemblablement à paraître dans quelques mois, sur le meurtre de Magali, une mère de famille de quatre enfants, âgée d’une quarantaine d’années.
Caryl Férey a toujours expliqué que, pour ses romans, il devait faire les voyages qui l’amènent à destination et également faire de nombreuses recherches. Pour Magali, ce qui a l’auteur est le lieu du meurtre, son village natal. Caryl Férey n’est pas franchement adepte de faits divers. Il voulait que Magali ne soit pas du tout oubliée car on a affaire à un féminicide, meurtre de plus en plus fréquent à l’heure actuelle.
Alors oui, Caryl Férey va se pencher sur la personnalité de Magali, son meurtre, tenter de trouver tous les éléments pour écrire cette anatomie d’un crime. Pour cela, il va revenir sur les terres de son enfance, interroger des journalistes, des personnes qui auraient pu connaître Magali. Sauf que Magali n’a pas laissé franchement de traces. Elle n’est connue de personne. Caryl Férey va retracer également la psychologie du meurtrier, comment il a pu en arriver là, comment il a fait évoluer son crime, comment il a impliqué des membres de sa famille, ses décisions, ses motivations. Au niveau psychologie, cela me rappelle le livre de Philippe Besson, Ce n’est pas un fait divers. Dans le cas d’un féminicide, je n’arrive pas à comprendre les meurtriers. Ici, il a abandonné toute sa famille, ses quatre enfants qu’il adorait semble-t-il. En effet, avec toutes ses prises de décisions, il ne permet pas à ses enfants de rester en famille, de pouvoir être élevés par la famille du père ou la famille de la mère.
Toutefois, Caryl Férey, auteur que j’adore, n’a pas franchement réussi à ce que Magali ne soit pas oubliée. Il s’est surtout penché sur sa propre autobiographie, son enfance en Bretagne, sur ce qu’il est, comment il est devenu auteur. C’est intéressant, tout de même, de connaître le passé d’un auteur. J’ai aimé ses prises de position, ses phrases assassines concernant la politique, les personnalités accusées de violences sexuelles, ses piques bien senties. J’ai senti Caryl Férey très en colère, contre toutes ces violences faites aux femmes, leurs bourreaux.
A savoir, qu’en droit pénal, il existe une immunité familiale, laquelle permet de ne pas dénoncer un crime.
Caryl Férey choisit un fait divers dans le petit village de son enfance pour se raconter. Ainsi, Le meurtre de Magali Blandin qui eut lieu le 11 février 2021 lui sert de prétexte pour parler de lui, de notre époque et de la nostalgie de son enfance et sa coupe de cheveux de sa jeunesse !
Difficile pour un écrivain aussi pudique que prolixe de s’épancher sur son enfance, sa famille et les considérations sur le monde qui passe ! Alors, Caryl Férey s’attache à enquêter sur un féminicide qui s’est passé dans son village d’enfance. Ainsi, le lecteur apprend la raison d’un prénom aussi particulier.
Caryl Férey se met en quête, comme il le fait lorsqu’il part au bout du monde, pour découvrir un nouveau lieu, une nouvelle intrigue, et écrire un nouveau roman noir.
Seulement, après avoir retrouvé le chemin de son village, force pour lui de constater que personne ne connaît la victime, ni son assassin. Son village est surtout bouleversé par son prêtre, mis en examen pour viol aggravé sur mineur !
Malgré ses efforts, l’enquête piétine. Alors, Caryl Férey raconte ses premiers émois d’adolescent et d’autres au » club des filles ». Heureusement, son enquête s’étayera avec la fait-diversière du journal Ouest-France et vers la fin, l’avocat du coupable.
Question exotisme, Caryl Ferey nomment ses personnages avec des prénoms empruntés à une tribu d’Indiens : Pharma Stoïque, Cheval de fer, Épi de blé, Girafe tranquille et son éditrice s’appelant Poupée de sang. Tous sont aussi succulents les uns les autres, comme un clin d’œil complice avec son lecteur.
À la fin, le lecteur constate que Magali raconte l’histoire d’un crime sordide. Certes, un féminicide, mais particulièrement pervers ou inconscient.
Concernant son autobiographie qui n’en est pas vraiment une, Caryl Férey révèle, bien évidemment, une jeunesse en fait assez banale, où la lecture, puis l’écriture, tient une place importante.
Seulement, n’abandonnant pas son personnage de bad boy, ou de Punk sur le retour, Caryl Férey se décrit surtout comme un solitaire préférant les cours par correspondance plutôt que les classes surchauffées. Mais, de toute façon, à la manière de son Bowie adoré, il se garde bien de se répandre, conservant l’élégance de son idole lorsque ça concerne sa vie privée. Chronique illustrée ici https://vagabondageautourdesoi.com/20...
Uniquement trois étoiles car la moitié du livre n’est pas liée à l’affaire Magali en elle-même, mais à la connexion entre l’auteur et la commune/les gens du lieu du crime. Connaître ce qui se passe dans la tête de Caryl Férey reste fascinant et j’aime son style d’écriture. La seconde partie qui se concentre sur l’affaire est en revanche très intéressante. L’initiative de faire vivre Magali à jamais sur le papier est louable, notamment pour ses enfants.
Je partage les avis précédents, les premières 100 pages sont présentes uniquement pour expliquer la démarche de l’auteur et le reste pour évoquer un peu le dossier. C’est dommage.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Dans son nouveau livre, Caryl Ferey s'éloigne de ses polars habituels pour parler d'un fait divers : le féminicide de Magali Blandin en Bretagne.
Je sors clairement de ma zone de confort avec ce roman, mais lors de la rentrée littéraire, il m'a intrigué, il m'a interpellée alors, j'ai sauté le pas et j'ai plongé dans ce fait divers.
Mère de quatre enfants, Magali a été assassinée par son mari qui va être le premier suspect. Ce crime a lieu dans le village d'enfance de l'écrivain, donc ça lui tient à cœur, comment un lieu qu'il a tant aimé et si tranquille a pu être le théâtre d'un meurtre.
Pendant la première moitié du livre, l'auteur nous livre des détails sur sa vie personnelle et les souvenirs qu'il a eus dans ce village. J'avoue que cette partie m'a un peu dérouté… Car je ne voyais pas le rapport avec Magali. Et je ne suis pas sûr qu'il y en avait.
Par contre, dans la seconde partie, on rentre dans le vive du sujet. Caryl récupère quelques contacts, et obtient des informations… On passe de découverte en découverte, chacune me choque encore plus que la précédente. Comment peut-on faire ça à sa femme, son ex-femme, sa petite amie ou n'importe qui d'ailleurs… Comment des personnes proches de l'assassin peuvent se rendre complice de cet acte ignoble ?
J'ai surtout lu ce roman pour connaitre l'histoire de Magali, je ne peux pas dire si j'apprécie ou non la plume de Caryl. Mais j'ai aimé son approche dans cette affaire.
Ça t'arrive de sortir loin de ta zone de confort ? Tu aimes les faits divers ? Dis-moi tout !