Ο Γιωργής, μεγάλος πλέον, αναθυμάται την πρώτη του αγάπη. Μεγαλώνει σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ορφανός από πατέρα, με την μητέρα του και την αδερφή του. Τότε που ήταν πέντε χρονών του άρεσαν οι άσπρες, οι παχουλές και οι μεγάλες σε ηλικία κοπελιές. Ωστόσο η μεγάλη του αδυναμία γίνεται το Βαγγελιό. Είναι ψιλόλιγνη, μελαχροινή και πάνω από δεκαοκτώ χρονών.
Όλοι οι συγγενείς αλλά και το χωριό αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη συμπάθεια που ’χει ο Γιωργής στο Βαγγελιό. Αυτό προκαλεί σχόλια, γέλια, ψιθύρους, πειράγματα. Ο μικρός έρχεται για πρώτη φορά στη ζωή του σε επαφή όχι μόνο με το αίσθημα της ερωτικής αγάπης (με τον παιδιάστικό του τρόπο) αλλά και το αίσθημα της ζήλιας. Το Βαγγελιό δεν παντρεύεται, κι ο Γιωργής μεγαλώνει, γίνεται οκτώ, γίνεται δέκα, γίνεται δώδεκα, φεύγει για την πόλη, για να συνεχίσει το σχολείο, ωστόσο το αίσθημα της αγάπης του για την κοπελιά μεγαλώνει.
Στα δεκατέσσερα πια, με το Βαγγελιό να ’ναι κοντά στα τριάντα, γεροντοκόρη κατά τα δεδομένα της εποχής εκείνης, γυρίζει από την πόλη για τις διακοπές του καλοκαιριού ξέροντας πως η αγαπημένη του είναι άρρωστη.
Η μάνα του αντιδρά σ’ αυτό το αίσθημα, το χωριό σχολιάζει. Κι ο Γιωργής…
Η ιστορία διαδραματίζεται προς τα τέλη του 18ου αιώνα και η Κρήτη είναι μέρος της οθωμανικής επικράτειας, παρόλες τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις.
Είναι πολλές οι φορές που κατά την αφήγησή του ο Γιωργής, εξηγεί με την λογική και τη σκέψη ενός μεγάλου ανθρώπου, καταστάσεις που τότε —επειδή ήταν μικρός— δεν μπορούσε να κατανοήσει. Κι είναι πολλές οι φορές που αυτά που αφηγείται σε κάνουν να ταυτίζεσαι με τον μικρό Γιωργή. Κι άλλες τόσες φορές που κατανοείς την μάνα… και σκέφτεσαι : κι η μάνα μου τα ίδια θα έλεγε, τα ίδια θα έκανε.
(Ασημενια)