Από τη μια, ο Θεός, οι φυσικοί νόμοι, ο ορθός Λόγος, τα γονιδιακά κυκλώματα: η αλήθεια. Από την άλλη, το ενδεχόμενο, το εφήμερο, το πεπερασμένο, το τυχαίο: η ζωή. Μεταξύ των δύο αυτών πόλων ανοίγεται ένας χώρος ενδιάμεσος: η επικράτεια του πνευματικού, η κατ’ εξοχήν επικράτεια του ανθρώπου — όντος μεικτού και υβριδικού, τερατώδους συνύπαρξης των αντιθέτων.
Το ανά χείρας δοκίμιο αφηγείται μια ιστορία του πνευματικού —από τον Σεκούνδο τον σιωπηλό φιλόσοφο, τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα και τον Πασκάλ ώς την Χάννα Άρεντ και τον Ζακ Ντερριντά∙ από τον Μέλβιλ, τον Μπωντλαίρ και τον Κάφκα ώς τον Τεντ Χιουζ, τον Τόμας Πύντσον και τον Μισέλ Ουελμπέκ∙ από τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τον Αντρέι Ταρκόφσκι ώς τον Μπιλ Βαϊόλα, τον Τζιμ Τζάρμους και τον Ντέιβιντ Λυντς— αναζητώντας μια απάντηση στο ερώτημα αν η μεταβατική αυτή ζώνη θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί για μας πια.
Ο Δημήτρης Καράμπελας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Είναι διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ιστορία του Δικαίου), εργάζεται ως δικηγόρος και ασχολείται ερευνητικά με την ύστερη ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα.
Ως ένας ιστορικός του πνεύματος, ο Καράμπελας, ξεκινά την ιστορία του με κάποιες παραδοχές: "Η αντίληψη του ανθρώπου ως όντος μεικτού και υβριδικού, ως τερατώδους συνύπαρξης των αντίθετων δεν αποτελούσε ρητορική υπερβολή, αλλά αυτονόητη συνθήκη όλων των προνεωτερικών κοινωνιών." "Η πνευματική λειτουργία είχε παραμείνει απρόσβλητη από τις επιθυμίες αυτονόμησης είτε της αλήθειας είτε της ζωής." Πάνω σε τέτοιου είδους παραδοχές θα προσπαθήσει να στηρίξει το εγχείρημα του να καταδείξει, φτάνοντας έως τις μέρες μας, την φθίνουσα πορεία αυτού που ονομάζει ή -ας μου επιτραπεί η έκφραση- κατασκευάζει υπό τον όρο πνευματικότητα. Ιστορώντας όμως και εκθειάζοντας αυτό το πνεύμα κινδυνεύει να το αγιοποιήσει. Και όπως καταλαβαίνουμε το "Άγιον Πνεύμα" εκφράζεται μεταφυσικά, δεν χωρεί σε τοπολογίες του ορθολογισμού και καταφάσκοντάς το άκριτα δημιουργούμε ένα νέο δόγμα….και μάλιστα αποσυνδεμένο από Πατήρ και υιό.
Επιστρατεύοντας μεγάλα πνεύματα, ανιχνεύει εντός τους αυτή τη φθίνουσα πορεία του πνεύματος καθώς και την αγωνία ορισμένων να το διατηρήσουν στα παλιά μεγαλεία του. Πασκάλ, Ντοστογέφσκι, Μέλβιλ, Μπωντλαίρ, Μπένγιαμιν, Κάφκα, Μπέικον, Λέβι Στρώς, Ψυχανάληση, Τζων Κέιτζ, Πόπα, Χιουζ, Μπέργκμαν, Μπόρχες, Beatles, Ντεριντά, Φουκώ, Ντελέζ, Πύντσον, Λυντς μερικοί από αυτούς.
Αλληγορία και τυπολογία μας ενημερώνει πως σιγά σιγά εξαλείφονται. Όντως όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Μήπως έχουν αλλάξει σχήματα, ή μήπως παράλληλα έχει αλλάξει κι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη μαζικότητα που μπορούσε μέχρι χθες να τα ενεργοποιεί; Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι ένα από τα βασικά προβλήματα του βιβλίου, ό,τι δηλαδή ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σήμερα (που περιλαμβάνει πολύ μεγαλύτερη εικόνα του σε σχέση με το παρελθόν) δεν μας επιτρέπει να νιώσουμε μια καθολικότητα των ιδεών ή των τάσεων που να εμπνέει τους πάντες. Θα είχε ενδιαφέρον να ψάξουμε γιατί ο καθολικός νοηματικός μηδενισμός που φαντασιώνονται οι σημερινοί αναλυτές δεν βλέπουν ότι έχει τα στοιχεία μια θρησκείας που υποτάσσει και περιορίζει τα υποκείμενα που κυβερνά. Νιώθουν την ίδια έλλειψη οι πολύ πλούσιοι άραγε; Αν είμαστε ίσως πιο ανοιχτοί στο να διακρίνουμε διαφορετικά πλαίσια θα διαπιστώσουμε μάλλον ότι διατηρούνται ακόμα τυπολογικές κατηγορίες εντός τους, καθώς και κοινές αλληγορίες που αποτελούν τον συνεκτικό ιστό ως κοινός κώδικας επικοινωνίας σε αυτά τα πλαίσια. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μομφή για τον επιστημονικό λόγο που τελικά οι συνέπειές του διοχετεύονται προς τα κάτω την ίδια στιγμή που χρηματοδοτείται από τα πάνω, και επιπρόσθετα φαίνεται και να μην επηρεάζει αρνητικά τους από πάνω, αλλά να τους δίνει τα εργαλεία να ασκούν την εξουσία τους. Δεν έχει την ίδια συνέπεια να διαβάζω εγώ (ένας μικροαστός) το «Πνεύμα και το Τέρας», και την ίδια συνέπεια να το διαβάζει ένας ολιγάρχης (αν υπήρχε περίπτωση να θέλει να διασκεδάσει λίγο με κάτι τέτοιο).
"Μια πρώτη, ανεπαίσθητη αλλαγή έλαβε χώρα όταν ο μοντερνισμός επιχείρησε να προσαρμόσει τους παραδοσιακούς μηχανισμούς σύμμειξης στις ποικίλες μεταβολές που έχουν υποστεί η αλήθεια και η ζωή μετά την αποστράγγιση των θρησκευτικών κοιτασμάτων τους. Άλλοτε σιωπηρές και άλλοτε εκκωφαντικές, οι προσαρμογές αυτές κλόνισαν τα παλιά ερμηνευτικά σχήματα εκ των έσω." Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Μόμπι-Ντικ μας λέει πως ο συγγραφέας του ενώ εξακολουθεί να συναιρεί το θνητό και το αθάνατο την ίδια στιγμή αντιστέκεται σε κάθε πραγματική ή νοητική σύλληψη. Ένα θέμα που έχει ανακύψει από τον μοντερνισμό και μετά είναι η προβληματική περί μιας υποτιθέμενα ξεκάθαρης σύλληψης του έργου τέχνης. Μήπως ακόμα παράγονται νοήματα αλλά είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που παραγόντουσαν σε παλιότερες εποχές για τις ανάγκες τους; Μήπως ξεχνά ότι όλα έχουν ένα νόημα. Ακόμα και η προσπάθεια να ξεφύγεις από το νόημα είναι ένα νόημα, και όλα τα νοήματα φαίνεται να εξυπηρετούν σκοπιμότητες του πλαισίου. Ξαναθυμίζω όμως ότι η αντίληψη του πλαισίου είναι διαφορετική από πιο παλιά.
Όταν ο Μπρετόν και το ρεύμα του υπερρεαλισμού ευαγγελίστηκε μια αδιαμεσολάβητη σχέση με τα πράγματα ποιον εννοούσε ως μεσολαβητή αν όχι τις συλλογικές συμβάσεις κατανόησης; Αυτές δηλαδή που το κάθε πλαίσιο αναλαμβάνει να παράγει, να διαδώσει, να πείσει για την αξία τους και να προκαλέσει να καταρριφθούν. Ο Μπρετόν δεν είναι κι αυτός εκφραστής ενός πλαισίου όταν το αφήγημα που προσπαθεί να πείσει είναι ότι η αλήθεια είναι μέσα μας; Ένας λόγος περί αλήθειας δηλαδή, μια πράξη λόγου που δανείζει την οπτική της σε ευήκοα ώτα που έχουν ανάγκη για νόημα έξω από το δικό τους. Ένας φαύλος κύκλος που όσο και να τον αποφεύγουμε φαίνεται παράγει δυναμικές ανάλογα με τις ανάγκες συντήρησης και συνάμα ανασύνθεσης του πλαισίου.
Κάπως έτσι, κάπου εκεί στη μέση αυτής της προσπάθειας να διασωθεί το πνεύμα, ο Καράμπελας αναγνωρίζει τις τελευταίες προσπάθειες αυτής της διάσωσης στη σιωπή ως νοηματικό εργαλείο. Αργότερα, όσο κι αν όπως λέει κάποιες γενιές οραματίστηκαν την κατάργηση των πόλων, μια τέτοια συνθήκη απλά κατέληγε να εκβάλει σε νέα δίπολα. "Το αιωνόβιο πνευματικό οπλοστάσιο εξουδετερώθηκε εν μια νυκτί. Οι λόγοι της κατάρρευσης ήταν εγκυστωμένοι στην αυταπάτη ότι η μεσολάβηση μεταξύ των αντίπαλων πόλων ήταν πλέον άχρηστη." Εμένα γιατί μου ακούγεται ότι αυτό επαναλαμβάνεται στο παρελθόν ανά εποχές με διάφορα προσχήματα; Αυτή η ανάγκη να καταργήσουμε του πόλους από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη η ίδια συνθήκη να μετατρέπεται στον ένα πόλο από ένα καινούριο δίπολο -ο νέος κόσμος έναντι του παλιού- φαίνεται να είναι παράγωγο όλων των μεγάλων ιδεών, καθεστώτων και θρησκειών που θέλουν να καταργήσουν τις αντιθέσεις βάζοντας τες κάτω από μια καθολικότητα. Όλα βέβαια υπό κάποιες ρητές ή άρρητες προϋποθέσεις, τέτοιες που φαίνεται να παράγει και η εποχή μας για να εκφραστεί. Η κάθε εποχή παράγει το λεξιλόγιο που την περιγράφει. Αυτό δεν σημαίνει ότι την διαφοροποιεί ουσιοκρατικά από τις προηγούμενες, εκτός αν αυτή η διαπίστωση την εξυπηρετεί κάπου. Το αίσθημα επανάληψης ή τέλματος φαίνεται να είναι ο ένας πόλος που καλεί την εποχή να πράξει για να αναδειχθεί ο έτερος αντίπαλος της, αυτός του νοήματος. Τους όρους της διαλεκτικής μάλλον πρέπει να τους αναζητήσει και να τους ερμηνεύσουμε έχοντας επίγνωση τους όρους του εκάστοτε πλαισίου που προσπαθούμε να περιγράψουμε, αλλά και τα κίνητρα του δικού μας πλαισίου που έχει τη ροπή να μας κατευθύνει κάπου (όσο μπορεί είναι εφικτό κάτι τέτοιο).
Σκεπτόμενος επάνω σε δίπολα τοποθετεί τον άνθρωπο ιστορικά ως γέφυρα ανάμεσα στην αιωνιότητα και την ιστορία, στην ανάγκη και την τυχαιοτητα, στο άχρονο και στο πεπερασμένο. Γνήσιος εκφραστής της διαλεκτικής ο Καράμπελας θεωρεί πως ο άνθρωπος "πάντοτε έχει τη δυνατότητα να συνθέτει, και συγχρόνως να υπερβαίνει, τους αντιπάλους πόλους της ύπαρξης."
Σκεπτόμενος όμως σε δίπολα είναι σαν να ξεχνά ότι πρόκειται για γλωσσικά παιχνίδια που κατασκευάζονται και νοηματοδοτούνται (επαναλαμβάνομαι…!) εντός σχέσεων εξουσίας ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε πλαισίου. Φαίνεται να προσπαθεί να επαναφέρει μια φιλοσοφική σκέψη που κλονίστηκε συθέμελα από τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία, και αυτή η επαναφορά δεν στηρίζεται σε ένα καινούριο έρεισμα που να τη δικαιολογεί, πέραν από την, κατά κοινή ομολογία, δυστοπική εικόνα παρόντος και μέλλοντος που μας αναγκάζει να ψάξουμε στο πριν νησίδες νοήματος.
Ένα από τα βασικά μειονεκτήματα του βιβλίου κατά τη γνώμη μου είναι ότι και αυτό, όπως και ότι διαβάζω τελευταία, βάζει το λιθαράκι του σε μια εικόνα καταστροφής του κόσμου και των ιδεών που τον πλαισίωναν μέχρι τώρα χωρίς να προτείνει κάτι. Καταδεικνύει δηλαδή το πρόβλημα χωρίς να αξιώνει σοβαρές λύσεις πέραν των αναχρονισμών. "Έτσι όπως όταν χάνουμε τα κλειδιά του σπιτιού μας και προσπαθούμε να θυμηθούμε ένα ένα τα σημεία όπου τα έχουμε ίσως ξεχάσει…". Και κλείνει απαισιόδοξα το βιβλίο: "Αλλά και να βρούμε τα κλειδιά του Πνεύματος, θα υπάρχουν άραγε ακόμα ή κλειδαριά και το σπίτι που θα το φιλοξενήσει;" Το σπίτι όμως και ο τόπος του νοήματος δεν ήταν ποτέ σταθερός και τα κλειδιά έπρεπε να τα κατασκευάζουμε εκ νέου ανάλογα με τις ανάγκες.
Από την άλλη οποιοσδήποτε λόγος επιλέγει να κινηθεί λεπτολογικά στις ακρώρειες εννοιών και ιδεών κινδυνεύει να καταλήξει σε εικοτολογία, να φαίνεται δηλαδή πως προσπαθεί να εφαρμόσει προκρούστεια τα συμπεράσματα και τις ερμηνείες στις αρχικές ιδέες του. Αυτό θα φαινόταν πιο "τίμιο" αν σε τακτά χρονικά διαστήματα θέτει και τον εαυτό του υπό το φως που επιλέγει να ρίχνει στα πράγματα.
Αν θα μπορούσα να επινοήσω έναν όρο θα έλεγα ότι πέφτει στην παγίδα του «ιστορικού εγωτισμού» που εξαιρεί την εποχή μας από τις υπόλοιπες.
Μια ακόμη κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι "το πνεύμα που για χιλιάδες χρόνια αποτελούσε τη διαιτησία ανάμεσα στην αιωνιότητα και την περατότητα, στην καταγωγή και την ανεστιότητα, στην πληρότητα και την έλλειψη σήμερα μοιάζει παρωχημένο και περιττό", και ότι πλέον σήμερα έχει επικρατήσει στη θέση του πνεύματος ένας φανταστικός υποβολέας που μας πολώνει. "Είμαστε ή το ένα ή το άλλο -είτε θρησκευτικές ή βιολογικές ή άλλες αλήθειες από τις οποίες δεν χωρεί απόσταση ή διαφυγή, είτε αθύρματα της τύχης, σώματα εγκαταλελειμένα σε μιαν ανερμήνευτη ιστορικότητα, διαχειριστές ενός κενού που μας συνιστά πριν από κάθε παρουσία ή απουσία." Έχω δύο βασικές ενστάσεις επάνω σε αυτές τις θέσεις. Πρώτον, ακόμη και αν αυτή η υποτιθέμενη διαιτησία υπήρχε, δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι κάποια στιγμή στην ιστορία υπήρξαν ισόποσες αναλογίες σε αυτά τα δίπολα. Πάντα κάποιο από αυτά θα κατίσχυε στο άλλο. Μέσα από αυτή τη σκοπιά θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι και στην εποχή μας έχει υπερισχύσει ο ένας από τους δύο πόλους. Αν όντως έχει καταργηθεί αυτή η επικοινωνία -έρχομαι στη δεύτερη ένσταση- τότε το βιβλίο έχει το ρόλο του υποβολέα όπως τον ονομάζει που μεροληπτεί ξεκάθαρα υπέρ του ενός πόλου, και δεν μπορεί να αντιληφθεί την σημερινή διαλεκτική. Αν δεν μπορούν να ξαναγεννηθούν οι μεταβατικές ζώνες του παρελθόντος, όπως μας λέει, τότε τι νόημα έχει ένα τέτοιο βιβλίο εκτός από το να ωθήσει τα πράγματα πιο γρήγορα σε αυτή την κατεύθυνση;
Παρά ταύτα ο τρόπος του να μυθολογεί αυτή την πορεία και τη διαλεκτική του πνεύματος είναι πολύ γοητευτικός στην ανάγνωση. Το βιβλίο είναι ένα ακόμη καλό εργαλείο για να μπορέσει κάποιος να ερμηνεύσει και να ταξινομήσει έργα τέχνης που έρχεται σε επαφή (αφού πρώτα αποφασίσει ότι καταφάσκει αυτη την οπτική). Θέατρο, κινηματογράφος, εικαστικά, μουσική και άλλες τέχνες μπορούν να μπουν πια μπροστά στο φακό και να εικάσουμε προθέσεις, κατευθύνσεις, ροπές και αδιέξοδα χρησιμοποιώντας το εργαλείο ανίχνευσης του πνεύματος. Πρόσφατα είδα την Ορέστεια του Αισχύλου στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Τερζόπουλου. Έχοντας επηρεαστεί από το βιβλίο και βλέποντας το έργο από τη σκοπιά αυτή διέκρινα την ανικανότητα του Τερζόπουλου να δώσει λύσεις. Αντί να τελειώσει το έργο με την επικράτηση των Ευμενίδων έναντι των Ερινυών, ο Τερζόπουλος αποφασίζει να αναιρέσει την Κάθαρση και να μας ενημερώσει πως ο κόσμος δεν άλλαξε και ότι τα ένστικτα κατίσχυσαν επί των ανθρώπων, επιλέγοντας μάλιστα τα εκφραστικά του εργαλεία να είναι πυροβολισμοί στη διαπασόν από τα ηχεία, κλάμα και αίματα στη σκηνή (κάνοντας σαφές σχόλιο για την γενοκτονία στη Παλαιστίνη). Η πρόταση του δηλαδή είναι η κυριολεξία. Αν η τέχνη όμως καταλήξει σε κυριολεξία δεν είναι τέχνη, είναι απλή αποτύπωση της πραγματικότητας. Δεν θα ήθελα να πάω θέατρο για να δω πιο φαντασμαγορικά το δελτίο του ΑΝΤ1, ούτε για να φύγω με ενισχυμένη ακόμη περισσότερο την εικόνα που έχω για τον κόσμο. Ιδανικά θα ήθελα να νιώσω μια πρόταση, μια κατεύθυνση που θα δημιουργήσει αφορμές για μια διαμόρφωση του ήθους. Αυτό όμως είναι μια παγκόσμια συνθήκη που φαίνεται επικρατεί σε όλες τις τέχνες, η αποφυγή δηλαδή πρότασης και η επικράτηση του αισθητισμού. Αφού λοιπόν δεν έχετε να μας προτείνετε κάτι καλύτερα να σωπαίνετε ή να κραυγάσετε με κάθε τρόπο -όπως το κάνετε- πως δεν αξίζει τίποτα. Κι αν αυτό το "τίποτα" κάποιοι το εφευρίσκουν συνειδητά (γνωρίζοντας από ψυχολογισμούς) για να μας κάνουν να επαναστατήσουμε κατά του, τότε σε κάποιες περιπτώσεις το πετυχαίνουν. Δυστυχώς υπάρχουν όμως και παράπλευρες απώλειες που φαίνονται να είναι σημαντικές.
Σε πείσμα ή ως εναλλακτική αυτού του προτάγματος γράφτηκε αυτό το κείμενο. Αξίζει να παίζουμε: με λέξεις, με εικόνες, με σιωπές, με πάθη και λάθη γιατί μόνο έτσι συναντιόμαστε. Σε ευχαριστώ Νικήτα για την πρόταση του βιβλίου, σε ευχαριστώ Δημήτρη για το χρόνο σου μέχρι να μας «συναντήσεις».
Υπήρξε μια εποχή που οι Θεοί παρατηρούσαν τα γήινα δημιουργήματά τους κι εκείνα αντιζύγιζαν το βλέμμα, χωρίς όμως όμως να παραμελούν τις γήινες προσδοκίες τους, τα ανδραγαθήματα και τις ματαιωμένες τους ελπίδες. Οι Θεοί σταδιακά έδωσαν τη θέση τους σε άλλες πίστεις, όπως η τεχνολογία ή οι εξέλιξη, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για τις βεβαιότητες παρέμενε αμετάβλητη. Το ίδιο όμως συνέβαινε και με τη ζωή και τις χθόνιες απαιτήσεις της. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν κλήθηκε ποτέ, αν και πολλοί το προσπάθησαν, να επιλέξει μεταξύ των δύο. Το συναμφότερον πάντοτε επικρατούσε, καθότι μεταξύ της αρχέγονης θάλασσας και του κάστρου μεσολαβούσε ένα φράγμα, το οποίο ήταν ταυτόχρονα διαπερατό και στεγανό: η πνευματικότητα, ένας «δίαυλος επικοινωνίας». Κι όμως, έφτασε μια αποφράδα εποχή όπου το διφυές δείχνει να συντρίβεται υπό το βάρος μιας νέας αντίληψης.
Στο δοκιμιακό κείμενό του «Το πνεύμα και το τέρας» ο Δ. Καράμπελας διαπιστώνει και διατυπώνει φιλοσοφικά την άρση και την ενδεχόμενη κατάργηση του δυισμού που διέκρινε τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, τουλάχιστον έως την έλευση του μεταμοντερνισμού (επιφαινόμενου του ύστερου καπιταλισμού στο διανοητικό επίπεδο) σε αδρές γραμμές. Μέχρι πρόσφατα, οι ανθρώπινες κοινωνίες για πολλούς αιώνες στηρίζονταν, κατά τον συγγραφέα, σε δύο μη αντιθετικούς αλλά αλληλοϋποστηριζόμενους πόλους: το υπερβατικό (η αιωνιότητα, η αλήθεια με τη μορφή της θρησκείας, φυσικών νόμων, βιολογίας) και την πραγματικότητα (το εφήμερο, το τυχαίο, η ζωή).
Εν τω μέσω, γεφυροποιός και συνδετικός κρίκος, αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί πνευματικότητα του ανθρώπου, η οποία διεμβόλιζε τα δύο αντιθετικά στοιχεία, συναρμόζοντάς τα αρμονικά, πότε πατώντας στο ένα και πότε στο άλλο, δίχως όμως να εγκαταλείπει κανένα από το δύο. Η άμεση συνέπεια ήταν το υπερβατικό δεν υπερκάλυπτε με την αλαζονεία του αλάθητού του την καθημερινότητα και τις ανάγκες, ενώ αντίστοιχα η πραγματικότητα δεν βάλτωνε στο πεπερασμένο, στο ρητό και πρακτικό, το μη επιδεχόμενο πνευματικής έγερσης. Η αδιατάρακτη αυτή σχέση συνεχιζόταν για αιώνες, αμφοτεροβαρής και ουδέποτε αποκλειστική, μέχρι τη στιγμή που προκλήθηκε ένας διχασμός, μια σχάση, με συνέπεια τον ανεπούλωτο, κατά τον συγγραφέα, διαχωρισμό των σφαιρών των οποίων συγκολλητική ουσία υπήρξε η πνευματικότητα.
Το αποτέλεσμα είναι να αυτονομηθεί ο καθένας πόλος ανακηρύσσοντας τον εαυτό του μοναδικό κάτοχο της αλήθειας, ώστε να διαρραγεί η εύθραυστη ισορροπία – ο συνδετικός κρίκος της πνευματικότητας δέχτηκε ισχυρό πλήγμα, καθώς ο συμβιβασμός μετατράπηκε σε μάχη για την οριστική επικράτηση του υπερβατικού ή της πραγματικότητας. Το συνδετικό μετατράπηκε σε διαζευκτικό και η ρήξη γκρέμισε όλα όσα είχαν με μακραίωνη προσπάθεια κατακτηθεί.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει πώς προήλθε το σχίσμα αυτό μέσω παραδειγμάτων από τον χώρο της φιλοσοφίας, της ποίησης, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου (Πασκάλ, Άρεντ, Ντεριντά, Μέλβιλ, Μπωντλαίρ, Κάφκα, Πύντσον, Ουελμπέκ, Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Τζάρμους, Λιντς, Τρίερ και Χάνεκε). Τα παραδείγματα χωρίζονται σε δύο μέρη. Στο πρώτο είναι εκείνοι οι δημιουργοί που συνέβαλαν με το έργο τους στην ενίσχυση της πνευματικότητας, επωμιζόμενοι το βάρος να αναδείξουν το συναμφότερον, την άρρηκτη σχέση μεταξύ αλήθειας και ζωής. Την ίδια στιγμή, χάρη στην καλλιτεχνική τους διορατικότητα διαπέρασαν τα στεγανά, αποκαλύπτοντας στο κοινό το επερχόμενο, υποχρεώνοντας τους ερευνητές να αναζητήσουν εκ των υστέρων τα στοιχεία εκείνα που έστρωσαν τον δρόμο για τη νέα εποχή. Ευρισκόμενοι στο μεταίχμιο διείδαν, έστω κι εκούσια, το σχίσμα που θα ακολουθούσε.
Εδώ ξεκινάει το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Ως απόδειξη του πώς οδηγηθήκαμε στην εποχή της διάσπασης, ο Καράμπελας φέρνει ως παράδειγμα έναν συγγραφέα (τον Ουελμπέκ) και δύο σκηνοθέτες (τους Τρίερ και Χάνεκε) «που επιτέθηκαν στους πνευματικούς δεσμούς με πρόθεση να τους αφανίσουν». Χάρη στον «αδίστακτο και πρωτάκουστο κυνισμό» τους, ιδίως στην περίπτωση του Χάνεκε που με τα «Παράξενα παιχνίδια» κατέστρεψε την παρηγορητική δύναμη της τέχνης, δυναμίτισαν τον ενδιάμεσο χώρο, διακόπτοντας λυσιτελώς τη συνέχεια που για αιώνες συγκρατούσε το δίχτυ ασφαλείας κάτω από την ανθρωπότητα, η οποία προσέβλεπε σ’ αυτήν προκειμένου να κλείσει την ψαλίδα μεταξύ των απολυτοτήτων και της μονομέρειας.
Πλέον, κι αυτή είναι η επωδός, ο συγγραφέας θρηνεί την απουσία της σύγκλισης και της ιαματικής αλληλοπεριχώρησης των δύο συνιστωσών, οι οποίες απαίτησαν τα πρωτεία η μία εις βάρος της άλλης. Η τέχνη προφανώς αφουγκράστηκε το κενό που προέκυψε, εάν μάλιστα δεν το αναπαρήγε εκούσια η ίδια, πάντα κατά τον συγγραφέα. Το βιβλίο κλείνει με την αίσθηση της απώλειας και της ματαιότητας, ωσάν να παρήλθε πλέον οριστικά η εποχή της συμφιλίωσης – το διαζύγιο είναι τελεσίδικο και η ανθρωπότητα προχωρά διχασμένη και ανάπηρη προς ένα αβέβαιο μέλλον. Η «αμφίβια φύση» του ανθρώπου έχει δεχτεί τη χαριστική βολή και η επιστροφή σε ένα τόπο ρημαγμένο, εάν υποθέσουμε ότι κάποιος επιζητά τον νόστο, είναι αμφίβολη, αφού πλέον η Ιθάκη έχει χαθεί κάτω από τα κύματα και ο Οδυσσέας έχει απομείνει να περιπλανιέται στο άγνωστο.
Η κριτική
Οφείλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν διαθέτω τη φιλοσοφική σκευή προκειμένου να υπεισέλθω κριτικά στον πυρήνα της συλλογιστικής του συγγραφέα. Μπορώ όμως να εκφράσω κάποιες λίγες σκέψεις. Καταρχάς, ο Καράμπελας παίρνει ως δεδομένο την αντίθεση των δύο πόλων, οι οποίοι συνδέονται με εκείνο που ονομάζει πνευματικότητα. Δεν γνωρίζω κατά πόσο στέκει ή πού στηρίζεται το κατά βάση ιδεαλιστικό επιχείρημά του, μολονότι μου ταιριάζει ως οπτική, καίτοι υποψιάζομαι ότι υπεισέρχονται κι άλλοι παράγοντες που πλαισιώνουν το τρίγωνο αυτό, πιθανώς πιο καθοριστικοί.
Κατά δεύτερον, κατανοώ την επιφυλακτικότητα του συγγραφέα και την επακόλουθη πεσιμιστική του θέση, αν και θα μου επιτραπεί να θεωρήσω μάλλον αυθαίρετο το όριο εκείνο (δεν κατατίθεται βεβαίως ακριβής χρόνος – πώς θα μπορούσε) κατά το οποίο η τριγωνική σχέση διαρρηγνύεται και ξεκινάει να ξηλώνεται το πλεκτό. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί παραδείγματα καλλιτεχνών που προηγήθηκαν του σχίσματος και κατά κάποιον τρόπο πρόβλεψαν το επώδυνο γεγονός, κυοφορώντας προφητικά στο έργο τους τα μελλούμενα, πριν φτάσει σε εκείνους που υπήρξαν οι καθ’ εαυτούς φορείς της διάλυσης. Και πάλι όμως, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι επιλέγει εκείνα τα πρόσωπα που θα τεκμηριώσουν τη θέση του, απομονώνοντας επιπλέον στοιχεία από το έργο τους που συγκλίνουν ως προς αυτό. Θεωρώ ότι κι αυτό είναι αναπόφευκτο σε κάθε έργο που αναζητά τομές και οφείλει να τις υποστηρίξει βάσει παραδειγμάτων.
Βεβαίως, το «Πνεύμα και το τέρας» είναι ένα βιβλίο που, κατά ομολογία του ίδιου, δεν προτίθεται να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο σκέψης και κριτικής, πλήρως στεγανοποιημένο και κλειδωμένο («Δεν αναζητώ εδώ ένα χαμένο αντικείμενο ούτε γράφω μια ιστορία με μεθοδολογικές αρχές») – περισσότερο πρόκειται για μια καταγραφή σκέψεων για όσους ενδιαφερόμενους, κάτι που είναι και ορθό και ειλικρινές. Στη λογική αυτή, δύο ακόμα σκέψεις: μία αρνητική και μία θετική.
Η αρνητική δεν εντοπίζεται σ’ αυτό που προείπα ως αυθαίρετη αφετηρία που αναπόφευκτα οδηγεί σε αυθαίρετο συμπέρασμα (κάποιοι, φερ’ ειπείν, θα ισχυριστούν ότι όποτε μετατοπίζεται το κέντρο βάρους, οι διανοούμενοι μιας εποχής ελεεινολογούν όλα εκείνα που τους φαίνονται ανοίκεια, μη δυνάμενοι να αποδεχτούν ότι η μετάβαση αποτελεί μια συνολικά διαφορετική ποιότητα). Ομολογώ ότι μου ταιριάζει η σκέψη του και επομένως αδιαφορώ για την επιστημονικότητά της, ενώ ταυτόχρονα με παραπέμπει στο βιβλίο του Γκάντις («Αγάπη χαίνουσα»), όπου ο αφηγητής οικτίρει το χάσμα που επέφερε η «πρόοδος», αναφέροντας μάλιστα κι εκείνος τον Β. Μπένγιαμιν και την κριτική του (η καταστροφή αυτού που αποκαλούσε «αύρα», δηλαδή του πνευματικού, αλλά και της «μαγείας» με την οποία συνομιλεί διαλεκτικά η τέχνη).
Εκείνο που θα προτιμούσα ως αναγνώστης, από πλευράς ύφους, θα ήταν το κείμενο να μην παρασύρεται αχρείαστα σε επιτηδευμένη περιπλοκότητα για να πει συγκεκριμένα πράγματα χάριν εντυπωσιασμού ή γιατί ο αξιόλογος συγγραφέας ευφραίνεται ακούγοντας τον εαυτό του να διηγείται και να καταθέτει τη σύνθετη σκέψη του στο χαρτί. Εντούτοις, το αμάρτημα αυτό είναι σύνηθες στα βιβλία του είδους, τα οποία συχνά συγκαλύπτουν με τη ρητορική τους κάποιες επαναλήψεις ή συμπεράσματα τα οποία πιθανώς να έχρηζαν περαιτέρω ανάλυσης. Αυτό είναι όμως η προσωπική μου, τρόπον τινά, υποκειμενική κριτική.
Η θετική πλευρά -η οποία τελικά υπερισχύει στη συνολική αποτίμηση- σχετίζεται άμεσα με το ότι προσέγγισα το βιβλίο αυτό όχι ως ρέκτης της φιλοσοφίας ή της κοινωνιολογίας, αλλά ως λογοτεχνικός βιβλιοκριτικός και σινεφίλ. Ενδεικτικά ξεχώρισα τα εξαιρετικής εμβρίθειας κείμενα για το Μόμπι Ντικ, τη συνολική αποτίμηση των έργων του Κάφκα, την ολοκληρωμένη κριτική για τη «Συλλογή των 49 στο σφυρί» του Πύντσον, καθώς και την εμπεριστατωμένη του προσέγγιση -μέσω του Ουελμπέκ στα «Στοιχειώδη σωματίδια»-, του σχίσματος που άνοιξε μεταξύ των δύο πόλων. Από κινηματογραφικής πλευράς συνιστώ την υπέροχη και εκτεταμένη ερμηνευτική του συγγραφέα στην «Περσόνα» του Μπέργκμαν, εν συνεχεία στο αριστουργηματικό «Στάλκερ» του Ταρκόφσκι και φυσικά την ενδελεχή ανάλυση των έργων του κορυφαίου σκηνοθέτη του αιώνα μας Ντ. Λιντς, ως απευθείας απογόνου του Κάφκα.
Και μόνο γι’ αυτά τα κεφάλαια θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο αυτό, ακόμη κι αν κάποιος δεν συμμερίζεται τη γενικότερη συλλογιστική του συγγραφέα, αφού θα απολαύσει την ευρυμάθεια και την επί της ουσίας ανάλυση, κάτι που στην εποχή της καθίζησης αποτελεί από μόνο του ευεργέτημα για τη νόηση.