Αναμένοντας την εσχάτη των ποινών, ένας κατάδικος, πασχίζει να συλλάβει τον κόσμο γύρω του, να βάλει τάξη στην ανθρώπινη εντροπία που τον βασανίζει. Κι ο κόσμος, διά των οικείων του, του δήμιου, και των δεσμοφυλάκων του, μοιάζει να του σκαρώνει μια μεγαλοπρεπή φάρσα: Αντί να τον τιμωρήσει, τον προσκαλεί να συνταχθεί με τους ανόμοιούς του και να συμφιλιωθεί με την τελετουργία του τέλους του. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, η ειρωνεία των ηρώων αλλά και του αφηγητή-συγγραφέα είναι τόσο συντριπτική που οτιδήποτε στιβαρό γκρεμίζεται, κάθε ανθρώπινο υλικό αποσυντίθεται, το σκηνικό και οι χαρακτήρες καταρρέουν μπροστά μας, οι ίδιες οι λέξεις εξεγείρονται. Η υποψία του πρωταγωνιστή ότι υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος αποδεικνύεται ψευδαίσθηση. Στην Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ο Ναμπόκοφ χτίζει με χειρουργική περιγραφική ακρίβεια και απαράμιλλο ύφος μια κοινωνικοπολιτική αλληγορία που υπονομεύει ανηλεώς κάθε λογική, συναισθηματική, ηθική συνοχή, προσθέτοντας ακόμα ένα σπουδαίο έργο στη λογοτεχνική του κληρονομιά. "Τότε ο Κιγκινάτος στάθηκε και, κοιτώντας γύρω του, λες και μόλις είχε προσγειωθεί σ' αυτή την πέτρινη ερημιά, μάζεψε όλη του τη θέληση, φαντάστηκε τη ζωή του ολάκερη και επιχείρησε να ξεκαθαρίσει τη θέση του με τον ακριβέστερο τρόπο. Κατηγορούμενος για το χειρότερο των εγκλημάτων, τη γνωσιολογική νωθρότητα, τόσο εξαιρετικά ακατανόητη, που πρέπει να χρησιμοποιείς περιγραφές του τύπου: "μη διαπερατότητα", "αδιαφάνεια", "παρακώληση"· θανατική καταδίκη για έγκλημα· κλεισμένος στο φρούριο, εν αναμονή της άγνωστης, αλλά σύντομης, αλλά επικείμενης προθεσμίας αυτής της εκτέλεσης (την οποία την προαισθανόταν, σαν το τράβηγμα, το ξερίζωμα και τη σύνθλιψη κάποιου τερατώδους δοντιού, οπότε όλο του το σώμα ήταν το φλεγμαίνον ούλο και το κεφάλι ήταν αυτό το δόντι)· έτσι όπως έστεκε εκείνη τη στιγμή στον διάδρομο της φυλακής με την καρδιά να σβήνει, ακόμη ζωντανός, ακόμη ακέραιος, ακόμη Κιγκινάτος - ο Κιγκινάτος Κ. ένιωσε μια άγρια λαχτάρα για ελευθερία, για την πιο απλή, την πιο πραγματική, την πιο πραγματικά απτή ελευθερία?" (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Vladimir Nabokov (Russian: Владимир Набоков) was a writer defined by a life of forced movement and extraordinary linguistic transformation. Born into a wealthy, liberal aristocratic family in St. Petersburg, Russia, he grew up trilingual, speaking Russian, English, and French in a household that nurtured his intellectual curiosities, including a lifelong passion for butterflies. This seemingly idyllic, privileged existence was abruptly shattered by the Bolshevik Revolution, which forced the family into permanent exile in 1919. This early, profound experience of displacement and the loss of a homeland became a central, enduring theme in his subsequent work, fueling his exploration of memory, nostalgia, and the irretrievable past. The first phase of his literary life began in Europe, primarily in Berlin, where he established himself as a leading voice among the Russian émigré community under the pseudonym "Vladimir Sirin". During this prolific period, he penned nine novels in his native tongue, showcasing a precocious talent for intricate plotting and character study. Works like The Defense explored obsession through the extended metaphor of chess, while Invitation to a Beheading served as a potent, surreal critique of totalitarian absurdity. In 1925, he married Véra Slonim, an intellectual force in her own right, who would become his indispensable partner, editor, translator, and lifelong anchor. The escalating shadow of Nazism necessitated another, urgent relocation in 1940, this time to the United States. It was here that Nabokov undertook an extraordinary linguistic metamorphosis, making the challenging yet resolute shift from Russian to English as his primary language of expression. He became a U.S. citizen in 1945, solidifying his new life in North America. To support his family, he took on academic positions, first founding the Russian department at Wellesley College, and later serving as a highly regarded professor of Russian and European literature at Cornell University from 1948 to 1959. During this academic tenure, he also dedicated significant time to his other great passion: lepidoptery. He worked as an unpaid curator of butterflies at Harvard University's Museum of Comparative Zoology. His scientific work was far from amateurish; he developed novel taxonomic methods and a groundbreaking, highly debated theory on the migration patterns and phylogeny of the Polyommatus blue butterflies, a hypothesis that modern DNA analysis confirmed decades later. Nabokov achieved widespread international fame and financial independence with the publication of Lolita in 1955, a novel that was initially met with controversy and censorship battles due to its provocative subject matter concerning a middle-aged literature professor and his obsession with a twelve-year-old girl. The novel's critical and commercial success finally allowed him to leave teaching and academia behind. In 1959, he and Véra moved permanently to the quiet luxury of the Montreux Palace Hotel in Switzerland, where he focused solely on writing, translating his earlier Russian works into meticulous English, and studying local butterflies. His later English novels, such as Pale Fire (1962), a complex, postmodern narrative structured around a 999-line poem and its delusional commentator, cemented his reputation as a master stylist and a technical genius. His literary style is characterized by intricate wordplay, a profound use of allusion, structural complexity, and an insistence on the artist's total, almost tyrannical, control over their created world. Nabokov often expressed disdain for what he termed "topical trash" and the simplistic interpretations of Freudian psychoanalysis, preferring instead to focus on the power of individual consciousness, the mechanics of memory, and the intricate, often deceptive, interplay between art and perceived "reality". His unique body of work, straddling multiple cultures and languages, continues to
"Ω, δεν καυχιέμαι για την προσωπικότητά μου ,δεν σχεδιάζω καυτές περιπέτειες με την ψυχή μου μέσα στο σκοτεινό κελί .καμιά καμία επιθυμία ,εκτός από την επιθυμία να πω την γνώμη μου - σε πείσμα όλης της βουβαμαρας του κόσμου ." Αν κάποιος μου έλεγε πριν το διαβάσω , ότι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου είναι ο ίδιος με αυτόν που έγραψε τη Λολίτα ,θα δυσκολευομουν να το πιστέψω .ωστόσο ,τελικά ,αυτό πιστεύω ότι κάνει έναν συγγραφέα ενδιαφέροντα και ξεχωριστό .να προκαλεί τον εαυτό του και τον αναγνώστη σε νέες αναζητήσεις . Έτσι εδώ ο Ναμπόκοφ γράφει μια ιστορία για έναν άνδρα που ξαφνικά βρίσκεται σε μια φυλακή για ένα έγκλημα που αφορά στο ότι δεν δέχεται να γίνει ένα με τη μάζα ,αλλά ο τρόπος σκέψης του ξεχωρίζει . Σε αυτή τη φυλακή -τα όρια της οποίας μένουν καθ'όλη τη διάρκεια πολύ συγκεχυμένα για τον αναγνώστη να αποφασίσει κατά πόσον δεσμεύουν τον πρωταγωνιστή -τον επισκέπτονται άνθρωποι του νόμου ,της οικογένειας του και συμμετέχουν όλοι σε φιλοσοφικούς αλλά και ιδιαίτερα σουρεαλ διαλόγους . Κατευθείαν το βιβλίο αρχίζει και δίνει την αίσθηση και σύνδεση με έργα του Κάφκα και του Καμύ και ισσοροπει ανάμεσα στη φιλοσοφία (τα φιλοσοφικά κομμάτια με υπαρξιακούς προβληματισμούς και διλήμματα για την ταυτότητα ,την ελευθερία ,το θάνατο κλπ ,τα λάτρεψα) και το υπερρεαλιστικό κομμάτι (δε μπορώ να πω ότι γενικά είναι ένα είδος που συμπαθώ ιδιαίτερα). Είναι ένα βιβλίο ιδιαίτερο ,με πολλά θέματα να σκεφτεί κανείς και κυριότερο προβληματισμό ,ο οποίος τίθεται με αριστοτεχνικό τρόπο στο φινάλε του έργου ,το αν ο θάνατος είναι τελικά το τέλος ,ή η απελευθέρωση για έναν άνθρωπο ήδη ελεύθερο και ανυπότακτο . "Πέθανε πριν τον θάνατο -μετα θα είναι αργά ." 🌟🌟🌟🌟/5 αστέρια
Με παιγνιωδη τρόπο ο Ναμποκωφ μας αφηγείται αριστοτεχνικά την περιπετεια της γραφής. Ένα έργο με χιλιαδες αναγνώσεις αλλά οπως λεει ο ιδιος στον προλογό του, το αν εχει επηρρεαστει απο τις προσωπικές του πολιτικες θεωρίες λιγο σημασία έχει. Η καφκική ατμοσφαιρα, το σκηνικό σαν εμπνευσμενος πινακας του Νταλί, (σχεδόν βλεπω τα ρολογια να λιωνουν) σε εισαγουν μαγικά στον κοσμο του Ναμποκωφ αλλα, προειδοποίηση, οι πιθανοτητες αποδρασης είναι μηδενικές. Η γνωσιολογική νωθροτητα για την οποία ο ηρωας καταδικαζεται σε απαγχονισμό είναι η γοητεια της συγγραφικής περιπετειας του Αποκεφαλισμού ή Απογαλακτισμού θα ελεγα του έργου από τον δημιουργό.