Η μικρή Εκάτη μεγαλώνει σε ένα χωριό όπου η γιαγιά της μπορεί να γίνει Αγία, τα μαξιλάρια να γίνουν χάρτες και τα τσιμπιδάκια να κρύβουν μυστικά. Μέσα από ένα μωσαϊκό στιγμών -καθημερινών, μαγικών, τρυφερών, σπαρακτικών- ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας παιδικής ηλικίας γεμάτης φαντασία, ενοχές, αγάπη και θυμούς.
Με αιχμηρό χιούμορ και ποιητική ματιά, η Χριστίνα Ραφτοπούλου συνθέτει μια νουβέλα-τοιχογραφία της ελληνικής οικογένειας, και ιδιαίτερα των γυναικών της: γιαγιάδες, μητέρες, θείες, φίλες· γυναίκες που μαλώνουν, προστατεύουν, υπαγορεύουν, σιωπούν, θυσιάζονται και αγαπούν.
Πώς κατάπια τη γιαγιά μου: είναι ένας αποχαιρετισμός στην αθωότητα, αλλά και ένας ύμνος στη μνήμη που αρνείται να σβήσει. Ένα βιβλίο που θα σε κάνει να γελάσεις δυνατά και να σωπάσεις με κόμπο στο λαιμό.
Αν έχεις μεγαλώσει στα 90s αυτό το βιβλίο θα σε κάνει να νοσταλγήσεις τη γιαγιά και τον παππού σου, τα καλοκαίρια στο χωριό, το άρωμα από φρέσκο ψωμί στον ξυλόφουρνο, τις ιστορίες που λέγονταν τα βράδια στο μπαλκόνι με το φως του φαναριού, το ποδήλατο στις ανηφόρες και το κρυφτό στις αλάνες. Η Χριστίνα Ραφτοπούλου, με χιούμορ και τρυφερότητα, ξαναφέρνει στη μνήμη μας τις μικρές λεπτομέρειες που έκαναν τα παιδικά μας καλοκαίρια μοναδικά.
Δεν παραλείπει, ωστόσο, να αναφερθεί και στις παθογένειες, τα κλισέ και τα στερεότυπα της εποχής, το κάνει όμως με τρόπο υπαινικτικό, δεν ξύνει βαθιά τις πληγές, αλλά μας βοηθά να δούμε τον εαυτό μας μέσα απο τις λέξεις της και να καταλάβουμε πως τελικά είμαστε τυχεροί όσοι μεγαλώσαμε εκείνη την εποχη και καταλήξαμε (σχεδόν) φυσιολογικοί! Με επιρροές από την Μαργαρίτα Καραπάνου, η συγγραφέας ξεδιπλώνει την ιστορία της από τη σκοπιά της μικρής Εκάτης, και με μια απαραίτητη δόση μαγικού ρεαλισμού, που συνάδει με τη φαντασία ενός παιδιού, καταγράφει τις πιο μεγάλες αλήθειες, λίγο πριν αποχαιρετίσει οριστικά την αθωότητα.
Εξαιρετική νουβέλα, βελούδινη γραφή, υπέροχη έκδοση στο σύνολό της. Αναζητήστε την!
Πώς γίνεται ένα τόσο δα μικρό βιβλιαράκι, να κρύβει τόση ευαισθησία, εικόνες και μυρωδιές; 🥰
Μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί μέσα από παιδικά μάτια και γλαφυρές περιγραφές, αυτό το βιβλίο καταφέρνει να παρουσιάσει τις σχέσεις μας με τις γιαγιάδες μας, την αγάπη, την αφέλεια, την απορία, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και να μιλήσει για την θέση των γυναικών και για όλα εκείνα που φαίνονται απλά για έναν ενήλικα, αλλά δημιουργούν πολλά: "γιατί" σε ένα παιδί. Τι όμορφη υπενθύμιση πως πάντα 'καταπίνουμε' αυτούς που αγαπάμε πιο πολύ και τους κουβαλάμε μαζί μας σε κάθε τόπο!
Καλογραμμένο βιβλίο, που πετυχαίνει κάτι σπάνιο κατά τη γνώμη μου: τη ρεαλιστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση από το στόμα ενός παιδιού. Το βιβλίο μου προκάλεσε συγκίνηση και αναδύθηκαν αναμνήσεις. Βγάζει ένα νοσταλγικό συναίσθημα, για την επαρχία, την παιδική αθωότητα, την ανεμελιά, το παιχνίδι, ενώ δεν λείπει και το έξυπνο χιούμορ. Το διάβασα σε μια μέρα. Το προτείνω ανεπιφύλακτα!
Αυτό το βιβλίο είναι σαν να διαβάζω τις σκέψεις που είχα όταν ήμουν παιδί. Μπορεί να έζησα λίγα χρόνια με τη γιαγιά μου πριν πεθάνει αλλά ήταν τόση η αγάπη μου που έχω πιέσει όλες τις αναμνήσεις μου και τις έχω δώσει εγώ σχήμα. Δεν ξέρω τι είναι αληθινό κι τι όχι, αλλά όλες οι ιστορίες μοιάζουν πολύ με αυτές του βιβλίου.