Κάθε που γράφω, νιώθω πως σαλπάρω μέσα σ' ένα θυελλώδες πέλαγο και στροβιλίζομαι ανεξέλεγκτα από λαχτάρα, αδημονία, αντάρα, ελπίδα, περηφάνια, πικρία, οδύνη, μελαγχολία, θλίψη, απόγνωση, ενοχή, απόρριψη, ταπείνωση, τρόμο, ανησυχία. Κι όταν περάσει η μπόρα, βρίσκομαι ξεβρασμένος σε ακρογιάλια άγνωστα. Με την αρμύρα στο στόμα και την άμμο στο πρόσωπο, ατενίζω έναν κόσμο αλλιώτικο. Δεν τον έχει πλάσει κανένας - είναι αυθύπαρκτος. Έχει τη δική του πλάση, τις δικές του εποχές, το δικό του μερίδιο στην ύπαρξη, τις δικές του αρχές.
"Σαν ανατέλλει η ματιά /εριζει με τα λογικά μου." γράφει σε ένα από τ αγαπημένα ποιήματα αυτό το βιβλίο και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι αυτή η ματιά μάλλον έπεσε σ αυτό το εξώφυλλο-κόσμημα εξου κ εριζει (κ δικαίως αν με ρωτάτε). Ρωγμές λοιπόν σ αυτό, το δεύτερο έργο της ποιητικής τριλογίας, ο έρωτας κ σε 160 σελίδες ο φτερωτός θεός αποκαλυπτεται, αποθεώνεται, αποκαθηλωνεται κ στο τέλος βγαίνει πιο δυνατός από ποτέ συναντώντας την πίστη στο συναίσθημα αλλά κ στον εαυτό. Έργο που δεν περιγράφεται με λόγια αλλά βιωνεται δυνατά, αποκαλυπτικά, αφοπλιστικά κ σίγουρα απολαυστικά. Σύγχρονη ποίηση στα καλύτερά της κ μια συνέχεια που αποζημιώνει αλλά και δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το φινάλε.