Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι φτιαγμένος από υλικά υπαρξιακής αγωνίας, ιστορίας, ιδεολογίας, ιδεοληψίας, τέχνης, έρωτα. Τυπικό δείγμα του μετακατοχικού Έλληνα που προσπαθεί με οποιοδήποτε υλικό να καλύψει το προσωπικό και κυρίως το συλλογικό τραύμα.
Η πορεία του μυθιστορήματος αρχίζει από τα χρόνια της Κατοχής, φτάνει σχεδόν στο σήμερα και αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που δεν μπορεί κανένας να τον ξεχρεώσει όσο αίμα και μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Όλα κινούνται με παραισθήσεις και ιδεοληψίες, δεν υπάρχει βεβαιότητα για τίποτε.
Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές ανατροπές, κωμικές και τραγικές καταστάσεις που εναλλάσσονται απροσδόκητα. Το μυθιστόρημα υποστηρίζεται από αλλήθωρη γλώσσα, αλλού κοιτάζει αλλού δαγκώνει και τρέφεται από τις δικές της σάρκες – εντέλει, περιέχει ευαισθησία και προκλητικότητα, ειρωνεία και ποιητικότητα, σεβασμό και βεβήλωση ιερών και οσίων, φιλοσοφικό στοχασμό. Όλα αυτά κρύβουν στο βάθος έναν ανεκδήλωτο σπαραγμό για την ατομική και συλλογική μοίρα του ανθρώπου.
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε (1951) και μεγάλωσε στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Αποφοίτησε από το Λύκειο Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 έως πρόσφατα υπήρξε μαχόμενος δικηγόρος στην Αθήνα. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα. Έχει βραβευτεί με έγκυρα βραβεία λογοτεχνίας. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σάιτ. Έργα του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία του Βέβηλη πτήση (2003), Από την άλλη γωνία (2006), Κόκκινο στην πράσινη γραμμή (2009), Σενάριο αθανασίας (2015), Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων (2018), Αναψηλάφηση (2019).
Ο τοκογλύφος Εμφύλιος Ο Βασίλης Γκουρογιάννης είναι λογοτέχνης – κόσμημα για τα ελληνικά γράμματα. «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» (Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio) ανήκουν σε ένα κειμενικό είδος που συνδυάζει το προσωπικό βίωμα, την ιστοριογραφία, την ιδεολογική ηθολογία και τις ρωγμές που αφήνει στους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους των πρωταγωνιστών, την εμπειρία ή και την απογοήτευση που κάθεται στους πνεύμονες σαν σκόνη από σπίτι που γκρεμίζεται σιγά σιγά αλλά ηρωικά. Όλα δουλεμένα με το εργαλείο της αλληγορίας, της μεταφοράς, του λογοπαίγνιου, του έρωτα, του χιούμορ. Αφορμή του βιβλίου είναι ένα ζευγάρι κιάλια που κρατά ο ήρωας Βασίλης ως ενθύμιο από τη συμμετοχή του στον ΕΛΑΣ κατά τον Εμφύλιο· πλέον γερασμένος, αναλογίζεται τι κέρδισε και τι έχασε από τη ζωή που αφιέρωσε σε ουτοπικά ιδανικά. Κιάλια που ανήκουν στον στρατάρχη Βασίλι Τσουικόφ. Προβάλλει τη διακειμενική σχέση με το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά και με την ποίηση του Καβάφη ή τους «στρατευμένους» ποιητές (Ρίτσος, Λειβαδίτης, Λουντέμης, Βάρναλης), τον Χρόνη Μίσσιου και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Οι συνεχείς διασπάσεις τη Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο, η περεστρόικα με το επίσημο τέλος τη Οκτωβριανής ουτοπίας - και της σταλινικής εξολόθρευσης- , η σύγκρουση με τις γενιές που ήρθαν, η αποψίλωση των γενιών που φεύγουν. Και μια φράση που απαντά με τόσες λίγες λέξεις σε όσα ρωτάνε με τον τρόπο τους αυτές οι εικόνες με τα νέα παιδιά που πορεύονται στον Γράμμο και γιορτάζουν τον αλληλοσκοτωμό, ποτισμένα με το λίπασμα του μίσους, χωρίς καν να το γνωρίζουν: «Τον τοκογλύφο Εμφύλιο δεν θα τον ξεχρεώσουν ούτε οι μεθεπόμενες γενιές».