Ενθυμούμενη τον νεότερο εαυτό μου, αν τον ρωτούσε κάποιος ποιος ήταν το όνειρο ζωής μου θ’ απαντούσε: να γίνω μάνα. Στις ερωτήσεις Μαρία πως βλέπεις τη ζωή σου μετά από 5 χρόνια η απάντηση ήταν με παιδί. Αυτό ήταν το ένα και μοναδικό plan A και δεν ήθελα ν’ ακούσω για κάποιο άλλο. Ήταν μάλιστα τέτοια εμμονική η πίστη μου σε αυτό το σχέδιο, άσχετα αν μεταξύ μας δεν έφτασα ποτέ πολύ κοντά σε αυτό, ούτε το προσπαθούσα και ιδιαίτερα, που θα μπορούσα να κλαίω για ώρες βλέποντας καρότσια με μωρά και τις μαμάδες τους να τα σέρνουν από πίσω. Εγώ πότε θα αποκτήσω το δικό μου, αναρωτιόμουν. Και δεν ερχόταν και απογοητευόμουν και θύμωνα ότι δεν το ξανασκεφτώ ποτέ και την επόμενη μέρα πάλι θα έλιωνα στη θέα ενός μωρού. Αργότερα, όταν η ζωή πλέον άρχισε να μου δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο όπου χάρη σε μια σειρά προσωπικών προβλημάτων έβλεπα ότι η ζωή μου δεν είχε προχωρήσει όσο των άλλων και ένιωθα ότι έχω μείνει πίσω στα πάντα, η επιθυμία έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Και αυτό άρχισε να με πιέζει και να με κάνει τόσο δυστυχισμένη. Για μένα η μητρότητα ήταν φως, το φως που θα ερχόταν για ν’ αλλάξει τη ζωή μου και να την κάνει πιο όμορφη. Κάπου εκεί έγινε η στροφή 180 μοιρών. Άρχισα να συνειδητοποιώ με πολλή προσπάθεια ότι η ζωή μπορεί να μη σου φέρνει στο πιάτο το plan a σου, μπορείς όμως να βρεις ένα plan b το οποίο δε θα μοιάζει με το plan a αλλά θα είναι εξίσου γοητευτικό και θα σου ταιριάζει. Άρχισα με κόπο να συνειδητοποιώ ότι η μητρότητα δεν ήταν απλά να πλέκω πλεξούδες στα μαλλιά της κόρης μου, να περιφέρω περήφανα καρότσια στα πάρκα και ότι η ζωή μιας γυναίκας δεν ολοκληρώνεται επειδή έγινε μητέρα. Δανείζομαι ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Βγάζεις κάλους απ’ το πολύ περπάτημα. Τα πόδια τα δικά μου, όμως είναι απαλά. Τα ρούχα μου πλέουν, έχω χάσει κιλά, μου περισσεύουν ρούχα, άνθρωποι, ώρες. Πότε θ’ αποφασίσω, επιτέλους, να πηδήξω από το παράθυρο; Ίσως πρέπει να παραδεχτώ ότι η θλίψη με βολεύει, επειδή είμαι εγωίστρια».
Η θλίψη με βολεύει….Αν με ρωτάτε σήμερα φτάνοντας σε μια ηλικία που για την σαθρή κοινωνία που ζούμε το να μην έχεις κάνει ήδη παιδί θεωρείται αποτυχία, δεν ξέρω αν θέλω να γίνω μάνα πια έστω όχι σε αυτόν τον κόσμο που κατήργησε τα όνειρα και τις επιθυμίες.
Αποφάσισα να μοιραστώ τη δική μου προσωπική ιστορία πριν μιλήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί θεωρώ ότι είχε σημασία να περιγράψω τον ψυχισμό μου διαβάζοντας ένα βιβλίο που ουσιαστικά περιγράφει τα σκοτάδια της μητρότητας.
«Μια γυναίκα μπορεί να πιστεύει ότι υπάρχει υπερβολική ελευθερία στον αέρα και δεν παίρνει είδηση πόσο εύκολο είναι να δημιουργήσει την ίδια της τη φυλακή. Μια γυναίκα παύει να μεταναστεύει ακολουθώντας την προσυμφωνημένη πορεία. Μια γυναίκα βγαίνει από το πρώτο, το οικογενειακό κελί και σκοντάφτει, κάνει λάθος βήματα, αργοσαλεύει άτσαλα τα φτερά της και στρώνεται να φτιάνει φωλίτσες απ’ το καθετί. Μια γυναίκα αρχίζει να φωνάζει: Βάλε με στο κλουβί, άντε, άντε σου λέω βάλε με στο κλουβί. Εγώ αυτό το έκανα όταν σταμάτησα να παίρνω αντισυλληπτικά και ψιθύρισα στο αυτί του Φραν του καθαρού: Κηλίδωσε με, βρόμισε με από μέσα, μπες δυνατά, έτσι, ναι γέμισε με από εσένα, βρόμισε με, ναι».
Η Μπρέντα Ναβάρο με έναν κατ’ εμέ αριστουργηματικό τρόπο και με μια υποδειγματική ωμότητα χαρίζει στον αναγνώστη με μια σειρά λεπτομερέστατων περιγραφών, ένα μοναδικό αναγνωστικό ταξίδι στο οποίο ορίζονται ξανά τα όρια της θλίψης και βάση του είναι η ειλικρίνεια. Η γέννηση και ο θάνατος πάντα θεωρούνταν τα καίρια σημεία στη ζωή ενός ανθρώπου. Για την γυναίκα υπάρχει ένα ακόμα, αυτό της μητρότητας. Τι γίνεται όμως όταν μια γυναίκα δε θέλει πραγματικά να γεννήσει ένα παιδί; Η Ναβάρο μέσα από τα άδεια σπίτια, μιλάει για τους φόβους και τις δυσκολίες που κρύβει η μητρότητα και σου λέει το αυτονόητο ότι δεν βλέπουμε όλες οι γυναίκες τη μητρότητα με τον ίδιο τρόπο και ξέρεις τι; Είναι απολύτως οκ αυτό. Η μητρότητα είναι πόνος. Μάθαμε να ζούμε με την εικόνα ότι η μητέρα είναι υπεράνω όλων, ένας υπεράνθρωπος με τη μορφή Αγίας που κατοικεί στη γη και δεν έχει δικαίωμα να ορίσει η ίδια το σώμα της.
Τα «άδεια σπίτια» είναι η ιστορία δυο μανάδων χωρίς όνομα, δυο γυναικών γεμάτων με ενοχές που ζουν την μητρότητα με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο. Η μία έγινε μάνα χωρίς να το θέλει. Κάποια στιγμή το παιδί της εξαφανίζεται. Η καρδιά της ραγίζει και εκεί που θες να συμπονέσεις ξεκινάει ένας πιο βαθυς εσωτερικός μονόλογος που σε τσακίζει.
«Και ο Ντάνιελ έκλαιγε, σαν ένας άντρας που ξέρει ότι μπορεί να φάει, να κοιμηθεί, να κλάψει ό,τι ώρα του καπνίσει, επειδή εμείς, μολονότι κουρασμένες και νυσταγμένες, τον προσκυνούσαμε. Τελικά, η αλήθεια ήταν ότι ο Ντάνιελ μεταμορφωνόταν στο νεκροφάγο όρνιοπου θα καταβρόχθιζε το χρόνο μας και θα μας έκανε να ιδρώνουμε αναδίδοντας την οσμή της αποσύνθεσης, που αφήνει πίσω της η ανθρώπινη ιδιότητα, όταν εξατμίζεται απ’ την κούραση, και ύστερα, για άλλη μια φορά, θα μας κατασπάραζε».
Η άλλη τσακισμένη, ζώντας και μεγαλώνοντας μέσα από κακοποιητικές σχέσεις και βία θέλει να γίνει μάνα, πιστεύοντας έτσι ότι θα φτιάξει τη ζωή της. Θέλει όμως στην πραγματικότητα να είναι μάνα; Δε νομίζω.
Εκφυλη βία, ρατσισμός, καταπίεση, κακοποιητικές συμπεριφορές, γυναικοκτονίες, ιστορίες εξαφανισμένων παιδιών που πλήττουν τη χώρα του Μιεξικού, είναι μερικά από τα θέματα που ξετυλίγει η συγγραφέας μέσα από τη φωνή των δύο αυτών γυναικών.
«Σκεφτόμουν μαζοχιστικά ότι το κορμί μου θα γινόταν η αντανάκλαση της ψυχικής μου κατάστασης, και περίμενα τις αρρώστιες ν’ αρχίσουν ν’ αναδύονται, ήμουν ωστόσο ανίκανη να κοιτάζω. Ακόμα και σήμερα, αποφεύγωτους καθρέφτες, δε μου αρέσει να βλέπω ποια είμαι. Μόλο που εκείνη την εποχή κατάλαβα ότι δεν ήμουν εγώ αυτή που κατοικούσε ετούτο το κορμί, δεν ήμουν παρά ένα σκεύος, ένα είδος άδειας αυλής, όπου έφταναν οι απόμακροι ήχοι της πόλης. Το άδειο και ζοφερό σπίτι που ουδέποτε κατοικήθηκε, παρά τημ καλή του κατασκευή. Ο λευκός ελέφαντας του παζαριού».
Μου έλειψε κάτι από το τέλος όμως με άγγιξε τόσο πολύ. Με διέλυσε ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας δείχνει να κατανοεί τη θλίψη και τον πόνο καθώς και η δύναμη της να το αποδώσει στο χαρτί με τόσο εκκωφαντικό τρόπο. 5*