Στη συλλογή συμμετέχουν με διηγήματά τους εννέα άνθρωποι ενώ τα υπόλοιπα πέντε, σε τυχαία σειρά, αποτελούν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Δυστυχώς, το πείραμα, παρότι πρωτότυπο, στέκεται, κατά τη γνώμη μου, ανεπιτυχές, αφού, όπως θα προσπαθήσω να αποδείξω με ορισμένα παραδείγματα, ακόμα και με ένα βιαστικό ξεφύλλισμα του τόμου, ο έμπειρος γνώστης του λογοτεχνικού ύφους, θα καταλάβει ευθύς ποια είναι τα διηγήματα που αποτελούν προιόντα τεχνητής νοημοσύνης.
«Η νύχτα έπεφτε πάνω στην πόλη σαν κουβέρτα τρύπια, φαγωμένη απ' τα τσιγάρα, μυρίζοντας μούχλα, σαπισμένα όνειρα και την ξινή ανάσα του καυσαερίου που 'χε ποτίσει τα πάντα. Τα φώτα της λεωφόρου τρεμόπαιζαν σαν μάτια που δεν κλείνουν, μισόσβηστα, κι ο ήχος απ’ τα κλαξόν έσκαγε σαν πυροβολισμοί σε γλέντι που ‘χε στραβώσει από ώρα» (σελ. 25).
Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το δεύτερο διήγημα της συλλογής Δεν είμαι Ρομπότ, με τίτλο «Η πόλη δεν κοιμάται», είναι ενδεικτικό του φραστικού κιτς στο οποίο επιδίδεται το Chat GPT. Πρόκειται περί μιας ατυχούς μίμησης ενός λογοτεχνίζοντος ύφους που υπερφορτώνει τις προτάσεις θεωρώντας πως αυτό θα εισπραχθεί ως λογοτεχνικό χωρίς να έχει συναίσθηση της οικονομίας που χρειάζεται μια λογοτεχνική σύνθεση. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο άγουρες είναι οι παρομοιώσεις («σαν κουβέρτα»), μερικώς χωρίς να βγάζουν νόημα («σαν μάτια που δεν κλείνουν») και εκπέφτοντας στην ανοητολογία της υπερβολικής επεξήγησης («ο ήχος απ’τα κλάξον έσκαγε σαν πυροβολισμοί σε γλέντι που ‘χε στραβώσει από ώρα»).
Ο πληθωρισμός ανάλογων παρομοιώσεων και μεταφορών απλώνεται σε όλο το κείμενο και φανερώνει τη σταθερή αλήθεια για τα ΑΙ λογισμικά: ως στατιστικά μοντέλα έχουν μάθει να μιμούνται ένα λογοτεχνικό κείμενο, χωρίς όμως να έχουν αντίληψη του ύφους. Ποτέ άλλωστε δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσουν τη διαφορά, γιατί το ύφος είναι κάτι που αφορά αισθητικά κριτήρια που ένα μη έμβιο ον δεν μπορεί να διακρίνει. Η ψευδαίσθηση πως ο χρήστης μπορεί να καθοδηγήσει ένα ΑΙ μοντέλο προς συγκεκριμένο ύφος δεν είναι, συνεπώς, πραγματοποιήσιμη. Το ΑΙ δεν απολύει ποτέ τα συνήθη χαρακτηριστικά του: εικονολαγνεία, υπερφόρτωση του κειμένου με άρρυθμες παρομοιώσεις, απουσία προσωπικότητας. Ο αλγόριθμος του Chat GPT, δηλαδή, αραδιάζει απλώς τα στατιστικώς επικρατέστερα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά με τρόπο αφύσικο και παραλογοτεχνικό, ενώ παράλληλα τα κλισέ αφθονούν (η νύχτα που... πέφτει).
Στα υπόλοιπα ΑΙ διηγήματα του τόμου συναντάμε τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά: υπερφόρτωση παρομοιώσεων και μεταφορών, αφύσικες εκφράσεις, αφελή εκφραστικά μέσα. Το κατά πόσο κάποιος αντιλαμβάνεται τη χαμηλη ποιότητα αυτών των ιδιοτήτων έχει να κάνει, σε τελική ανάλυση, με την εξοικείωσή του στο λογοτεχνικό ύφος.
Ως στατιστικό μοντέλο, το Chat GPT δεν δύναται, λόγω αλγοριθμικής σύνθεσης, να παραγάγει επιτυχώς κάτι παραπάνω από μίμηση γιατί το υλικό του δεν είναι ουσιαστικά καινούργιο, αλλά πετσοκομμένα κομμάτια της γλώσσας των ανθρώπων που έχουν τυποποιηθεί και επισημανθεί στη μνήμη του. Και τα πέντε διηγήματα που περιέχει ο τόμος, παρότι «καθοδηγήθηκαν» με υφολογικές οδηγίες διαφοροποίησης, ομοιάζουν στην έκφραση, το ύφος και τα σχήματα του λόγου, ακόμα και στην επιλογή της στίξης. Οι φράσεις είναι ρυθμικά ασυντόνιστες, υπάρχουν ασύμφορες για το κείμενο επεξηγήσεις («ένα γέλιο κοφτό σαν βήχας που 'χε πνιγεί στο ουίσκι»), ενώ σε όλες τις ιστορίες υφέρπει άγαρμπα το μελό. Φυσικά, αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να τα έχουν, σε κάποιον βαθμό, και συγγραφείς που είναι άνθρωποι, η διαφορά όμως έγκειται στο γεγονός πως η υποσχόμενη υφολογική διαφοροποίηση αποδεικνύεται φενάκη: τα κείμενα που παράγει το ΑΙ, παρά την ψευδαίσθηση όσων του ζητούν τη βοήθειά του, έχουν πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όσες σχετικές «οδηγίες» και να δοθούν.
Το πλήρες κείμενο για την κειμενογραφία της τεχνητής νοημοσύνης στην bookpress:
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει εισβάλει στη ζωή μας θέλουμε δεν θέλουμε. Άλλοτε τη χρησιμοποιούμε συνειδητά κι άλλοτε απλώς τη συναντάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Είναι πια παντού, στην πληροφορία, στην εικόνα, στην επικοινωνία. Οπότε ήταν μάλλον αναπόφευκτο να φτάσει και στη συγγραφή.
Το «Δεν είμαι ρομπότ» είναι από την αρχή ξεκάθαρο ως προς αυτό. Δεν είναι απλώς μια ανθολογία διηγημάτων αλλά ένα πείραμα. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο, ανάμεσα στην ανθρώπινη γραφή και την τεχνητή νοημοσύνη. Δεκατέσσερα διηγήματα συνολικά, εκ των οποίων τα πέντε είναι γραμμένα από τεχνητή νοημοσύνη χωρίς όμως να γνωρίζεις ποια, μέχρι να φτάσεις στο τέλος.
Τα περισσότερα διηγήματα μου άρεσαν αρκετά. Διαβάζονται με ενδιαφέρον, έχουν ποικιλία, ύφος, ιδέες. Προσπάθησα κι εγώ να παίξω το παιχνίδι του βιβλίου και να εντοπίσω ποια είναι ανθρώπινα και ποια όχι. Σε δύο περιπτώσεις ένιωσα σχεδόν σίγουρη. Στο τέλος με αρκετή αυτοπεποίθηση κατέληξα συνολικά στα πέντε.
Αυτό όμως που έχει σημασία και ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, είναι ότι από τα τρία διηγήματα που ξεχώρισα περισσότερο, τα δύο αποδείχτηκε πως ήταν γραμμένα από τεχνητή νοημοσύνη. Και δεν το είχα καταλάβει απολύτως καθόλου. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να με ξενίσει το ύφος ή να μου φανεί άδειο. Αν δεν υπήρχε η λύση στο τέλος του βιβλίου δεν θα το ήξερα. Κι εκεί κατάλαβα πως το πείραμα τουλάχιστον σε εμένα πέτυχε. Όχι γιατί με ξεγέλασε αλλά γιατί με ανάγκασε να αναρωτηθώ τι είναι τελικά αυτό που ψάχνουμε στη γραφή. Τη φωνή; Το συναίσθημα; Την πρόθεση; Ή απλώς μια καλή ιστορία;
Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιος έγραψε τι. Αλλά αν σε κάποιο σημείο αυτό παύει να έχει τη σημασία που νομίζαμε.