Ο Αριστοφάνης στις «Σφήκες», που ανέβηκαν στη σκηνή το 422 π.Χ., σατιρίζει τη δικομανία των Αθηναίων και την κατάσταση των δικαστηρίων τους. Δεν αμφισβητεί βέβαια το δικαστικό λειτούργημα, αντίθετα στόχος του είναι η αναστήλωση του θεσμού, που από λειτουργία δημοσίου ελέγχου και δικαιοσύνης είχε καταντήσει επιδίωξη του πενιχρού μισθού και ευκαιρία για να κολακεύεται η ματαιοδοξία μερικών πολιτών. Παράλληλα, ο ποιητής καυτηριάζει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονταν τους δικαστές οι ισχυροί άλλ’ ασυνείδητοι δημαγωγοί -που ξεκοκάλιζαν το δημόσιο ταμείο ενώ οι περισσότεροι Αθηναίοι πεινούσαν- επηρεάζοντάς τους και, πολλές φορές, εξωθώντας τους σε άδικες αποφάσεις...
Ο Τάσος Αποστολίδης (en: Tasos Apostolides) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947. Σπούδασε μαθηματικά. Σήμερα διευθύνει το δευτεροβάθμιο πρόγραμμα της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Από το 1972 ως το 1984 συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά Αθήνας και Θεσσαλονίκης ως χρονογράφος-ευθυμογράφος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 γίνεται γνωστός ως σεναριογράφος κόμικς από τις διασκευές των έντεκα κωμωδιών του Αριστοφάνη. Η σειρά αυτή στα 25 χρόνια κυκλοφορίας της έχει πουλήσει πάνω από 700.000 αντίτυπα. Οκτώ από τους τίτλους της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά. Συνολικά έχουν κυκλοφορήσει 30 κόμικς-άλμπουμ με δικά του σενάρια ("Oι μύθοι του Αισώπου", "Oι άθλοι του Βούγδουπου", "Χαμένο Φάσμα", "Τήνελλα Καλλίνικε" κ.ά.). Έχει γράψει ακόμα σενάρια για comic-strips, CD-ROM, DVD, καθώς και μικρά κωμικά θεατρικά μονόπρακτα και κείμενα για stand up comedy. Το 1999 ίδρυσε τον Αιρετικό Θίασο και είναι αποκλειστικός συγγραφέας και σκηνοθέτης των παραστάσεών του. Δίδαξε "Τεχνική γραφής σεναρίου" στις Σχολές: Aura, Praxis και Παράλλαξη. Διοργάνωσε και επιμελήθηκε πλήθος εκθέσεων και εκδηλώσεων που είχαν σχέση με κόμικς και γελοιογραφία. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών.
Ο Βδελυκλέων κλείνει τον δικαστή πατέρα του, τον Φιλοκλέωνα, στο σπίτι τους, επειδή έχει τρελαθεί και θέλει να καταδικάζει τους πάντες. Οι συνάδελφοί του, οι οποίοι δεν ξέρουν τι έχει συμβεί, αποφασίζουν να τον ελευθερώσουν με διάφορα αποτυχημένα τεχνάσματα, εν μέσω γενικότερης αμπελοφιλοσοφίας για το πόσο κακοπληρωμένοι είναι αλλά και τη γραμμή που τους επιβάλλει ο Κλέωνας σχετικά με τις αποφάσεις τους. Για να καλμάρει τη μανία του πατέρα του ο Βδελυκλέων στήνει ένα ψεύτικο δικαστήριο και μια δίκη με δύο σκύλους. Σιγά σιγά, θα έρθουν εκεί όλοι οι υπόδικοι αλλά και οι δικαστές της Αθήνας για να παρακολουθήσουν τη δίκη εντυπωσιασμένοι από τις συνθήκες που επικρατούν στο νέο δικαστήριο. Ο Φιλοκλέων όντως κάποια στιγμή θα καλμάρει, όχι όμως επειδή έχει πλέον δικό του δικαστήριο, αφού... Πολύ διασκεδαστική ιστορία! Για άλλη μια φορά βλέπουμε πολλές ομοιότητες με την εποχή μας...
Όπως όλα τα έργα του Αριστοφάνη, έτσι και οι "Σφήκες" παραμένουν εύστοχοι και διαχρονικοί - αυτό δεν σηκώνει ιδιαίτερη συζήτηση ούτε χρήζει ανάλυσης.
Ωστόσο, όπως όλα του τα έργα που βασίζονται σε κάποια αρχαία σύμβαση, έτσι κι εδώ κάτι χάνεται και υπάρχει μια σύγχυση που προκαλεί το πολύ χαρακτηριστικό εξώφυλλο της αρχικής έκδοσης. Όπως το αντιλαμβάνομαι, "σφήκες" ήταν το παρατσούκλι των ηλιαστών δικαστών κατ' αναλογία με το πώς "μπάτσοι" είναι σήμερα αυτό των αστυνομικών (πράγμα το οποίο αναφέρεται και σε ένα καρέ). Ο Αριστοφάνης φαίνεται να χρησιμοποιήσε τον χαρακτηρισμό λόγω του οργίλου χαρακτήρα τους και της αμφιβόλου ποιότητος δικαιοσύνης που απένειμαν, ενώ ο Αποστολίδης στην διασκευή του (υποθέτω) προσέθεσε και το στοιχείο της γραφίδας ως κεντριού.
Ωστόσο, επειδή η ιστορία δεν παρουσιάζεται (όπως άλλες της ίδιας σειράς) ως έργο που ήδη ανεβάζει ο Αριστοφάνης, οι σφήκες του εξωφύλλου (που στο αρχαίο έργο είχαν τον ρόλο του χορού) δεν εμφανίζονται πουθενά στο εσωτερικό. το πρώτο μισό του κόμικ προσπαθεί να δώσει μια εικόνα των πραγματικών γεγονότων που σατίριζε ο Αριστοφάνης και το υπόλοιπο ασχολείται με τον δικομανή Φιλοκλέωνα του αρχαίου έργου.
Γενικά δεν βγάζει τόσο γέλιο όσο άλλα της σειράς, αν και υπάρχουν ωραίες λεπτές στιγμές, όπως τα ονόματα-ιδιότητες των δικαστών, ένα επαναλαμβανόμενο αστείο με κάποιον δικαστή που είναι ουσιαστικά ο Καραγκιόζης (και κάθε τόσο ξυλοφορτώνει το Κολλητήρι), και άλλες νύξεις για τη δική μας εποχή.