1900, Αθήνα - Ναύπλιο Μια ιστορία έρωτα, απάτης και εκδίκησης, που παρασύρει τους πρωταγωνιστές της ως το Μπούρτζι, για να τους φέρει αντιμέτωπους με τον σκοτεινό του κάτοικο, έναν ιδιόρρυθμο δήμιο, που κρατάει στα χέρια του την απρόβλεπτη μοίρα τους.
Ο Νίκος Φαρούπος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε κοινωνική ψυχολογία στην Αυστρία και σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηματογράφου Ευγενίας Χατζίκου. Αρχικά εργάστηκε σαν βοηθός σκηνοθέτη στη διαφήμιση και σε ταινίες μεγάλου μήκους. Από το 1989 ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο και έχει συνεργαστεί στη συγγραφή αρκετών τηλεοπτικών σειρών καθώς και κινηματογραφικών σεναρίων.
Το 1994 χρηματοδοτήθηκε από το European Script Fund για έξι τηλεταινίες με γενικό τίτλο "Ιστορίες από το παρελθόν", ενώ με το σενάριο του "Ο δήμιος", συμμετείχε στα σεμινάρια σεναρίου του European Script Fund και για διερεύνηση παραγωγής στο πρόγραμμα Μedia (1995). Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες.
Ο Ανδρέας Αγγέλου είναι δημοσιογράφος σε σημαντική εφημερίδα των Αθηνών. Η Ελένη είναι η γυναίκα που θα του καταστρέψει τη ζωή. Ερωτεύονται. Εκείνη παντρεμένη. Η γνωριμία τους, το πλατωνικό φλερτ, θα είναι η αρχή του τέλους και για τους δύο με έναν καθ’ όλα πρωτότυπο και διαφορετικό τρόπο για μυθιστόρημα. Τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και τα Ευαγγελικά και πριν την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πολιτική κονίστρα. Πώς μπορεί ένας έρωτας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους να αναστατώσει την πολιτική, κοινωνική, δημοσιογραφική ζωή του τόπου; Τι το αναπάντεχο μπορεί να συμβεί μεταξύ αυτών των δύο ανθρώπων, για ποιο λόγο και με τι συνέπειες; Το πρώτο μυθιστόρημα του κυρίου Νίκου Φαρούπου κυκλοφόρησε σε 10η έκδοση το 2016, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του.
Πρόκειται για ένα κείμενο εν είδει απομνημονευμάτων, όχι όμως γραμμένο μόνο σε ημερολογιακή μορφή. Ο Ανδρέας Αγγέλου, τη δεκαετία του 1950, που ζει παροπλισμένος σε ίδρυμα γερόντων, καταγράφει την ιστορία του μόνο και μόνο για να μη λησμονηθεί η μορφή της Ελένης. Η αφήγηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στην περίοδο που μας ενδιαφέρει, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο συγγραφέας δεν καταφέρνει να διασπείρει κατά καιρούς παρατηρήσεις επί μεταγενέστερων βιωμάτων του, απλά και μετρημένα, οπότε δε χαλαρώνει πουθενά η ροή της αφήγησης.
Ο δημοσιογράφος λοιπόν ξεκινάει την ιστορία του γράφοντας για τη γνωριμία του με τον δήμιο, τον άνθρωπο που καρατομεί τους μελλοθάνατους στις φυλακές της Ακροναυπλίας όταν βγαίνει η επίσημη καταδικαστική απόφαση. Τα καπηλειά του Ναυπλίου, οι συνθήκες κράτησης των μελλοθάνατων και το ιστορικό φόντο της εποχής καλωσορίζουν τον αναγνώστη στις πρώτες σελίδες. Στη συνέχεια, λες και διαβάζεις κάτι εντελώς ξεχωριστό, η αφήγηση στρέφεται στη γνωριμία του Ανδρέα με την Ελένη και τον έρωτα που αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Στην πορεία του μυθιστορήματος άλλαξα χίλιες γνώμες για τον λόγο που ο δήμιος της αρχής ίσως εμφανιστεί ξανά στην πορεία του κειμένου: σκότωσε ο Αργύρης, σκότωσε η Ελένη, σκότωσε ο σύζυγος της Ελένης, κάποιος τέλος πάντων θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον δήμιο, οπότε θα κλείσει ηθικοπλαστικά το όλο story, σωστά; Ναι, καλά, όχι αν είσαι ο Νίκος Φαρούπος και αυτό είναι το πρώτο σου βιβλίο.
Η απόδοση της εποχής και των γεγονότων είναι ρεαλιστικότατη και βαθιά μελετημένη. Πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα κυλούν λες υποδόρια στις φλέβες των χαρακτήρων, οι οποίοι δρουν στον απόηχο των εξελίξεων και διαμορφώνουν τις απόψεις τους, τη σκέψη τους και τον χαρακτήρα τους βάσει των αλλαγών στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Ο σύζυγος της Ελένης είναι σημαντικός και πάμπλουτος βουλευτής, ο αδερφός του είναι επιφανής δικαστικός, ο Ανδρέας είναι δημοσιογράφος σε σημαντική εφημερίδα, που είναι σε θέση να επηρεάζει την κοινή γνώμη και μέσα σε όλα αυτά εμπλέκεται και ένας διαβόητος ληστής των ορέων, λίγο διάστημα πριν καταφέρει η αστυνομία και η χωροφυλακή να απαλλαγούν εντελώς από το φαινόμενο της ληστοκρατίας. Τα γεγονότα αναλύονται λεπτομερέστερα σε υποσημειώσεις, οπότε ο αναγνώστης είναι σε θέση να τις συμβουλεύεται όποτε και όπως επιθυμεί, επομένως με αυτόν τον τρόπο δεν επηρεάζουν ούτε καθυστερούν τη ροή της ανάγνωσης. Ο ίδιος ο Αγγέλου μάλιστα κατά καιρούς, ορμώμενος και εμφορούμενος από το πάθος του για την Ελένη, πλατιάζει αρκετά είτε για το πώς αντιλαμβάνεται κάποιες καταστάσεις που ζει είτε επεξηγώντας τα κίνητρά του κλπ. Μάλιστα ο κύριος Φαρούπος κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, μιας και τον προλαβαίνει, γράφοντας μέσω του πρωταγωνιστή του ότι τα γράφει όλα τόσο εκτενώς για να τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τον χαρακτήρα του και τα κίνητρά του ενώ αλλού δηλώνει αδιαφορία απέναντι στους κακώς διακείμενους αναγνώστες αν βγάλουν λανθασμένα ή βιαστικά συμπεράσματα. Γενικώς υπάρχει ένα παιχνίδι μεταξύ αναγνώστη και αφηγητή-συγγραφέα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον.
Θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά στη ζωή της Ελένης πριν γνωρίσει τον Ανδρέα και πριν παντρευτεί τον μεγαλύτερό της σε ηλικία βουλευτή. Η ιστορία των γονιών της είναι κάτι που έχει αποτελέσει κεντρικό άξονα για πάμπολλα μυθιστορήματα: ο πατέρας της πλούσιος, ερωτεύτηκε μια φτωχή γυναίκα που ξιπάστηκε απο τα μεγαλεία του κι όταν η επιχείρηση πτωχεύει, η μόνη σωτηρία τους είναι ένας γάμος συμφέροντος-θυσία της κόρης. Το διεσδυτικό βλέμμα του συγγραφέα δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω: «...είμαι απολύτως βέβαιη ότι η πιο ευτυχισμένη περίοδος του έρωτά τους ήταν στη διάρκεια της λειτουργίας του εργοστασίου κα η πιο δυστυχισμένη όταν τούτο κατασχέθηκε από τις τράπεζες. Ο έρωτάς της συνταίριαζε περισσότερο με την οικονομική δυνατότητα του πατέρα παρά με τον ίδιο» (σελ. 108). Το στυλ του κυρίου Φαρούπου κατάφερε να δώσει νέα διάσταση σε μια χιλιοειπωμένη ιστορία και να επικεντρωθεί σε ουσιαστικά, καίρια προβλήματα που διέπουν αυτού του είδους τις σχέσεις, προβλήματα που στην πλειονότητα των άλλων περιπτώσεων αντιμετωπίζονται μόνο επιδερμικά και βοηθητικά για την πορεία της αφήγησης.
Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με ένα αριστοτεχνικά πλεγμένο κράμα καθαρεύουσας, δημοτικής του Ψυχάρη, «μαλλιαρής» του Καρκαβίτσα, νέας ελληνικής και τοπικών παραλλαγών τους, κάτι που προσδίδει τη μέγιστη αληθοφάνεια στα δρώμενα και στα περιστατικά. Η γλώσσα εναλλάσσεται σε ξεκάθαρα σημεία (υπάρχουν εναλλάξ προσωπικές σημειώσεις, ημερολόγιο, ενεστώτας διαρκείας για την κυρίως αφήγηση, επιστολές κλπ.), οπότε είναι εύκολο για τον αναγνώστη που αγαπάει την ελληνική γλώσσα να εντρυφήσει βαθύτερα στο κείμενο και να το απολαύσει. Από την άλλη, ίσως αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό αποθαρρύνει κάποιους άλλους, αν και η βασική περιγραφική γλώσσα δεν περιέχει πολλούς αρχαϊσμούς ή άγνωστες λέξεις.
Ο κύριος Φαρούπος αναπαριστά πολύ καλά και την ίδια την Αθήνα της εποχής, όχι περιγράφοντάς την εκ του μακρόθεν αλλά βάζοντας τον Ανδρέα, την Ελένη και τα συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα να περπατούν σε δρόμους, να διασχίζουν την άδεια Πειραιώς, να κάνουν μπάνιο στο Φάληρο ενόσω οι χωροφύλακες προσέχαν να μην περάσει κανένας το ξύλινο διαχωριστικό των αντρών και των γυναικών λουόμενων, να μετακινούνται με άμαξες και μόνιππα, να κοιτάνε το εργοστάσιο του Κλωναρίδη. Λεπτομέρειες δηλαδή τις οποίες καταγράφεις μόνο αφού έχεις μελετήσει εξονυχιστικά το θέμα σου για να μην πέσεις σε λάθη ή αβλεψίες.
Μου άρεσε πολύ η ανατροπή του μυθιστορήματος. Η εξέλιξη και η ολοκλήρωση της ιστορίας είναι κάτι που δεν το περίμενα, μιας και τα γεγονότα έρχονται απανωτά από ένα σημείο κι έπειτα, οδηγώντας τους χαρακτήρες σε πρωτόφαντα σε ελληνικό κείμενο μονοπάτια. Η ψυχογράφηση των ηρώων είναι άψογη και ορθά δομημένη ενώ τα αίτια και τα αιτιατά είναι απολύτως λογικοφανή. Ο κύριος Φαρούπος κατάφερε να μου θέσει ένα δίλημμα: ο δήμιος είναι ο ίδιος ο αφηγητής, που νιώθει πως εξαιτίας του έγινε ό,τι έγινε ή ο δήμιος των μελλοθάνατων που διαδραματίζει κι αυτός τον ρόλο του στην ιστορία, δίνοντάς της μια ασύλληπτη εννοιολογική και ηθικοπλαστική διάσταση; Αυτό το αφήνω στον εκάστοτε αναγνώστη να το ανακαλύψει μόνος του, με την ησυχία του. Το τέλος είναι ξεκάθαρο, στρωτό, ανατρεπτικό, γεμάτο μηνύματα και συναισθήματα, απλώς αιωρείται το ερωτηματικό του τίτλου.
«Ο δήμιος» είναι ένα φρέσκο μυθιστόρημα εποχής από έναν συγγραφέα που ξέρει να χειρίζεται σωστά τους ήρωές του, που αποφεύγει τα στερεότυπα και που μας έδωσε στη συνέχεια κι άλλα δείγματα της διαφορετικής γραφής του.
«Ο απλοϊκός έρωτας, δεν είναι τίποτ’ άλλο από την παγίδα της φύσης, για να ευνοηθεί η αναπαραγωγή του είδους, ο δυνατός έρωτας είναι η ευλογία των Θεών και ο παράφορος έρωτας είναι ο προθάλαμος του ολέθρου και του θανάτου. Έζησα τον πρώτο και τον τρίτο έρωτα, τον δεύτερο δεν τον γνώρισα ποτέ και είναι αργά πλέον να τον γνωρίσω, μολονότι, ομολογώ, δεν είχα ποτέ σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξή του.» http://maitrandmargarita.wordpress.co...
Το ιστορικό μυθιστόρημα, παρότι βρίσκεται σε άνθηση στην εγχώρια συγγραφική παραγωγή καθώς φαίνεται να προτιμάται τόσο από εκείνους που γράφουν όσο και από μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό λογοτεχνικό είδος. Δεν απαιτεί μονάχα διεξοδική έρευνα της Ιστορίας, στο μεγάλο της πλαίσιο, αλλά και βαθιά γνώση εκείνων των λεπτομερειών που βρίσκονται πιο κοντά στη ζωή των ανθρώπων, στους τρόπους, στα ήθη, ακό��η και στον τρόπο ομιλίας, και στις συμπεριφορές τους.
Για να είναι επιτυχημένο ένα ιστορικό μυθιστόρημα, εκτός από το να έχει ως θέμα πρόσωπα και γεγονότα μιας περασμένης εποχής, ο συγγραφέας του θα πρέπει να διαθέτει συνδυαστική φαντασία, βαθιά γνώση της ανθρώπινης ζωής και την ικανότητα της ζωντανής αναπαράστασης. Μερικά από τα χαρίσματα που συναντάμε στο βιβλίο του Νίκου Φαρούπου «Ο δήμιος», το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα 1998, αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό, και επανεκδόθηκε πρόσφατα, στην 10η έκδοσή του.
«Ο δήμιος» πραγματεύεται ένα ρομαντικό θέμα, έναν παθιασμένο και ανεκπλήρωτο έρωτα, στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα. Η ιστορία φτάνει ως εμάς μέσα από τα Απομνημονεύματα ενός νεαρού, την εποχή εκείνη, δημοσιογράφου, που υπογράφει με το όνομα Ανδρέας Αγγέλου, τα οποία βρέθηκαν στη σύγχρονη εποχή σε ένα παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι. Ο Αγγέλου ερωτεύεται την όμορφη Ελένη, καθώς τη βλέπει στους απογευματινούς της περιπάτους στην Αθήνα, μαζί με την οικογένειά της. Ο πατέρας της, βιομήχανος πιλοποιίας, είναι αυστηρών αρχών, δεν επιτρέπει η κόρη του να κυκλοφορεί ασυνόδευτη, και έτσι οι φερέλπιδες θαυμαστές πρέπει να αρκούνται μονάχα σε μακρινά βλέμματα. Ώσπου έρχεται η επαγγελματική καταστροφή, η χρεωκοπία της οικογένειας, και η σωτηρία της μέσα από τον γάμο της νεαρής Ελένης με τον πενηντάχρονο βουλευτή Κωνσταντίνο Παπαλουκά, ένας γάμος που έμελλε εξ αρχής να είναι δυστυχής.
Οι λαμπερές δεξιώσεις που δίνει ο Παπαλουκάς στο πολυτελές του μέγαρο θα δώσουν την ευκαιρία στον νεαρό δημοσιογράφο να ξαναπλησιάσει την αγαπημένη Ελένη. Μια μικρή συνομιλία και ένας σύντομος χορός μεταξύ τους θα εξάψουν πάλι το ενδιαφέρον του, ενώ η έλξη θα γίνει πλέον αμοιβαία. Και έτσι ο Αγγέλου, δέσμιος του ευγενούς του έρωτα, θα αρχίσει να καταστρώνει το σχέδιό του για να βγάλει από τη μέση τον ανήθικο πολιτικάντη Παπαλουκά... Σημαντικό ρόλο στην όλη υπόθεση θα παίξει ένας δήμιος, φυλακισμένος στο Μπούρτζι, το ενετικό κάστρο στο λιμάνι του Ναυπλίου που υπήρξε κάποτε κατοικία των δημίων για τις εκτελέσεις που γίνονταν εκεί.
«Ο δήμιος» είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διακρίνεται για την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει ο συγγραφέας του στην ανασύσταση της εποχής. Ο αναγνώστης νιώθει πως αφηγείται κάποιος όχι του 2016 αλλά των αρχών του 20ού αιώνα, με μια γλώσσα που μεταβάλλεται ανάλογα με το πρόσωπο που γνωρίζουμε κάθε φορά – το γράμμα που στέλνει ο δήμιος στον Αγγέλου, στην αρχή της ιστορίας, αφού εκείνος έχει παρακολουθήσει μια εκτέλεση και έχει εντυπωσιαστεί από την ασκητική και ποιοτική φυσιογνωμία του, το ημερολόγιο της Ελένης που εμπιστεύεται σε μια στιγμή στον παράνομο εραστή της, όπου διηγείται τη ζωή της μέχρι την τωρινή ανυπόφορη καθημερινότητά της, και η όλη παρουσίαση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της Αθήνας του 1900, καθώς περνάμε από τον «κόσμο» του βουλευτή Παπαλουκά μέχρι τη δράση του λήσταρχου Ντελέντα στο βουνό της Πάρνηθας, όλα αυτά φανερώνουν πως ο Φαρούπος δημιουργεί με άνεση, τόσο ως σύλληψη όσο και ως γλώσσα, έναν πειστικό, ενδιαφέροντα, αληθοφανή κόσμο.
Μας άρεσε επίσης πως ο συγγραφέας πετυχαίνει την ανασύσταση στο σήμερα ενός μυθιστορηματικού είδους που μπορεί να θεωρηθεί παρωχημένο. Μπορεί η συγγραφική εκτέλεση να είναι άκρως ρεαλιστική και στέρεα, ωστόσο εδώ έχουμε ένα μυθιστόρημα με σύλληψη ρομαντική που θυμίζει τα πρώτα ρομαντικά ιστορικά μυθιστορήματα της νεοελληνικής γραμματείας μας. Υψηλό ερωτικό πάθος, αν και καταδικασμένο και ανεκπλήρωτο, και το χαρακτηριστικό «ανθρώπινο τρίγωνο»: ο τυραννικός και μοχθηρός άρχοντας, η όμορφη και κατατρεγμένη ηρωίδα, ο ευγενής και ορμητικός νεαρός... Κάστρα, λήσταρχοι και δήμιοι έρχονται να συμπληρώσουν την εικόνα.
Τελικά, ο «Δήμιος» του Νίκου Φαρούπου είναι ένα μυθιστόρημα που φαίνεται πως δικαιώνεται μέσα στον χρόνο, έχει ήδη κατακτήσει το αναγνωστικό κοινό του, και συνεχίζει να διαβάζεται με ενδιαφέρον.
Όταν ένας άγιος σκοτώνει… (λίγες σκέψεις για το μυθιστόρημα ‘’Ο Δήμιος’’ του Νίκου Φαρούπου)
Ευθύς μετά από τον ‘’Αρχιβιβλιοθηκάριο’’ ξεκίνησα τον Δήμιο, έχοντας νιώσει έκπληξη από την επιστροφή των εικόνων κατά την ανάγνωση μέσα στο κεφάλι μου, έπειτα από χρόνια. Αυτό συνεχίστηκε και στο επόμενο βιβλίο που έπιασα από τον συγγραφέα, αν και λόγω συγκυριών άργησα να το κλείσω.
Τοποθετημένο στα τέλη του λατρεμένου 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, ο Δήμιος σε καθυποβάλει από τις πρώτες σελίδες με την ατμόσφαιρά του. Βαριά, αποπνικτική, μυστηριακή, ηλεκτρισμένη, σα να γίνεται και ο αναγνώστης θαμώνας πορνείου, ένα με την σαπίλα του χώρου. Ο καπνός από τις πίπες σχεδόν τσούζει τα ρουθούνια σου και η πρόζα είναι ένα λεκτικό χαστούκι, αφού σε κάνει να αισθάνεσαι ότι γράφτηκε στα πλαίσια της περιόδου που εξιστορεί και όχι στις αρχές του 21ου αιώνα.
Γνωρίζουμε τον Δήμιο, έναν απλό κλεφτάκο, ο οποίος από ένα παιχνίδι της μοίρας καταλήγει να κάνει αυτή την ‘’υπηρεσία’’ για τη κοινωνία, αν και ποτέ πριν δεν είχε σκοτώσει. Από συγκυρία, από τύχη ή απλή δειλία, ο ίδιος πια κατεβάζει τη γκιλοτίνα στους ομοίους του, μα όπως σκέφτεται: ο ίδιος θα το κάνει με αγάπη! Συγκινητική, ασκητική φιγούρα, η οποία κοιτά τον ήλιο όταν τραβά το μοχλό και μονάζει στο κελί του, μελετώντας και προσευχόμενος.
Ο Δήμιος όμως γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι είναι απλά η ακίδα του διαβήτη που σχηματίζει στην αφήγηση κύκλο, όχι με την εύκολη έννοια μιας φρασεολογίας όπως στα επικολυρικά ποιήματα, μα με την ενσωμάτωση ενός χαρακτήρα κλειδί. Συναντάται μόνο στην αρχή και στο τέλος, καθώς τον προαναφερθέντα κύκλο τον χαράζει το ‘’μολύβι του έρωτα’’: η σχέση δηλαδή του Ανδρέα με την Ελένη.
Ναι, κατά κύριο λόγο είναι μία ερωτική ιστορία το βιβλίο στη μεγαλύτερη έκτασή του, μα μία από τις ερωτικές ιστορίες που λατρεύω. Ασφυκτικοί κοινωνικοί δεσμοί, η θέση της γυναίκας περιορισμένη, ο ήρωας καταδικασμένος να αγαπά κάτι πολύ έξω από τη σφαίρα επιρροής του ή τον κύκλο του, μα διατίθεται να θυσιάσει τα πάντα για να την προσεγγίσει.
Δε θα πω περισσότερα για την υπόθεση, για να μη σας χαλάσω την εμπειρία, μα θέλω να επιστρέψω στη πρόζα. Αν το κείμενο ήταν γραμμένο από την οπτική της Ελένης, θα μπορούσε άνετα να ανήκει στην εργογραφία των διηγημάτων του Λαπαθιώτη ή να είναι ένα σύγχρονο ‘’Αγριολούλουδο’’, γραμμένο από έναν πιο τολμηρό Νιρβάνα.
Η αισθητική είναι γοτθική και αυτό με έκανε να ανασάνω με ευχαρίστηση, λες και κάθε σελίδα ήταν διαποτισμένη από νυχτολούλουδο και υγρασία μιας νυχτιάς με ολόγιομο φεγγάρι. Μα ο συγγραφέας, όμοια με τη Rice, το κάνει ανεπιτήδευτα, δίχως να πατά σε μοτίβα, με τρομερή φυσικότητα και επιβλητικότητα ψυχογραφίας! Στον αρχιβιβλιοθηκάριο είχα εντοπίσει αυτή την αισθητική, μα ήταν σα τη σανίδα που πλέει στην επιφάνεια της θάλασσας, εδώ… βρήκα τον τιτανικό!
Ειδικά στις τελευταίες 100 σελίδες και μέχρι τέλους, έπαθα ισχυρό σοκ, διότι οι τριγμοί της ψυχής των ηρώων, η αγωνία του Ανδρέα και η στάση της Ελένης, με έκανε να νιώθω σα να περπατώ πάλι στα βήματα που είχα πατήσει -μα είχαν χαράξει μονοπάτι στο νου μου- όσο διάβαζα την Ανάσταση του Τολστόι! Γνωρίζετε πόσο λατρεύω τον Λέοντα των γραμμάτων και ότι ίσως να νιώθω κάπως βλάσφημα με τη σύγκριση, μα αν οι 700 σελίδες της Ανάστασης, δίχως να κουράζουν, είχαν συμπτυχθεί σε 100… αυτό το κείμενο θα είχαμε!
Κλείνοντας, θέλω να γράψω πως όσοι δεν έχουν διαβάσει Φαρούπο, στον Δήμιο οφείλουν να δώσουν μια ευκαιρία. Αν θα θέλατε να κάνετε baby sitting στο πνευματικό παιδί του Πόε και του Παπαδιαμάντη, ο Δήμιος είναι όσο πιο κοντά μπορείτε να έρθετε σε αυτή την εμπειρία, μα το θετικό με την ανάγνωσή του είναι το εξής: δε θα σας φάει τα αυτιά με το κλάμα του, μα εν αντιθέσει θα βουρκώσετε εσείς!
Υγ: επόμενη στάση οι ιχνηλάτες του σκότους, Nikos Faroupos σας ευχαριστώ σαν αναγνώστης, που μας δίνετε τέτοια εργα!!! (19/10/2017)