Τόπος, Αθήνα. Χρόνος, 2003. Ένας πενηντάρης, πρώην επαναστάτης και νυν επιτυχηµένος σύµβουλος υπουργού, στη µέγκενη της υπαρξιακής κρίσης. Η παραµεληµένη Ιταλίδα σύζυγος. Η καλλίγραµµη ερωµένη. Ο αποξενωµένος έφηβος γιος. Το παιχνίδι των διαψεύσεων. Οι ερωτικές ταυροµαχίες. Οι θαµµένες προσδοκίες και γιατί ένα ποίηµα γίνεται στοίχηµα ζωής. Ένα διορατικό µυθιστόρηµα για µια κοινωνία που οδεύει στην αναπόφευκτη κατάρρευση. O ήρωας, προσπαθώντας να δαµάσει τα πολιτικά του οράµατα, την καθηµερινότητά του, τη σεξουαλική ορµή του και τελικά τις λέξεις, όλο και πλησιάζει την αλήθεια... Αλλά η ζωή όλο και θα τη διαψεύδει. Η Έρση Σωτηροπούλου γνωρίζει το σκηνικό από πρώτο χέρι: αν η αλήθεια είναι µια ερµηνεία της πραγµατικότητας, τότε φθάνουµε σ’ αυτήν µέσα από αλλεπάλληλες διαψεύσεις. - Μικέλα Χαρτουλάρη Με ευρηµατική πρόζα, τραγική χωρίς να παραµελεί την κωµική και γκροτέσκα πλευρά των πραγµάτων, το Δαµάζοντας το κτήνος αναλύει τη συµπεριφορά µιας ελίτ, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά βαθύτερα ηθικά ερωτήµατα. Διαβάζεται απνευστί. - France Culture Η συγγραφέας δεν κρίνει τους χαρακτήρες της: ούτε τον Άρη, τον παραγκωνισµένο πολιτικό και ποιητή που παλεύει µε τις λέξεις• ούτε την Κάρλα, την τελειοµανή σύζυγο• ούτε τον «Κανίβαλο», τον κάπως χαµένο γιο που βρίσκει καταφύγιο στη γιαγιά του, θαυµάστρια του σίριαλ «Ατίθασα νιάτα»• ούτε τoν Σπίθα τον εξεγερµένο φίλο του «Κανίβαλου» που φοράει πάντα ένα κόκκινο σκουφί. Τους αφήνει να αναµετρηθούν µε τις κρυφές ιστορίες τους, τις αγωνίες και την οργή τους. Και ξετυλίγει το νήµα της ζωής τους, το οποίο νιώθουµε ότι είναι καταδικασµένο να σπάσει. - Le Nouvel Observateur
Το Δαμάζοντας το κτήνος της Έρσης Σωτηροπούλου είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, το οποίο κατά τη γνώμη μου εγγράφεται σε ένα μετα-ρεαλιστικό πλαίσιο. Η διαρκής αλληγορία της ταυρομαχίας στέκεται ως δομική βάση στη σύνθεση, η οποία καταλήγει σε μια σάτιρα της νεωτερικής κοινωνίας, με τον φαταλισμό να θριαμβεύει ειρωνικά. Η διαλείπουσα ενασχόληση του πρωταγωνιστή με την ανάγνωση του Πόπερ σε διάφορες φάσεις του βιβλίου, λειτουργεί ως ένα άνοιγμα προς τον εξορθολογισμό της σύγχρονης πραγματικότητας, που όμως καταρρέει.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τα βασικά: το μυθιστόρημα είναι καταρχάς ανέλπιστα επίκαιρο. Μάλιστα, ο χαρακτηρισμός «επίκαιρο» αποδεικνύεται πρακτικά μάλλον ανεπαρκής, καθώς η σχέση του βιβλίου με το παρόν δεν εξαντλείται σε επιφανειακές αναλογίες, αλλά ενσωματώνεται οργανικά στη δομή και τους χαρακτήρες του. Η διαχρονικότητά του δεν εντοπίζεται μεμονωμένα στη συγγένεια της πραγματικότητας που βιώνουμε τώρα με το τότε, αλλά στο ότι το κείμενο παραμένει παράδοξα σύγχρονο χωρίς να φανερώνει την ηλικία του, ακόμα και όσον αφορά τις τεχνολογικές λεπτομέρειες. Το 2003, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο, θα μπορούσε να είναι κάλλιστα το 2026Ωστόσο, το 2003 ως χρόνος της αφήγησης, ακόμα και συγκυριακός, παραμένει στρατηγικά επικερδής για το μυθιστόρημα αφού βρισκόμαστε λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, σημείο καμπής της ελληνικής πραγματικότητας και οικονομίας και, ουσιαστικά, την κορύφωση ενός εθνικού θεάματος που υποσχόταν τον εκσυγχρονισμό και τη διεθνή αναγνώριση, αλλά στην πραγματικότητα οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση. Η Ελλάδα εκείνης της περιόδου βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση και με τον ίδιο τρόπο φαίνεται να λειτουργούν και οι χαρακτήρες του βιβλίου, μετέωροι στην εκπνοή μιας εκκρεμότητας.
Οι ήρωες κινούνται σε έναν τόπο υπό διαμόρφωση, με την ανεκπλήρωτη υπόσχεση μιας ανάπτυξης και την κατασκευή προσωπείων αναβάθμισης που μοιάζουν με χωριά Ποτέμκιν και απλώς κρύβουν την ασχήμια του. Η ολυμπιακή προετοιμασία λειτουργεί ως ιστορικό υπόστρωμα μιας κοινωνίας που επί της ουσίας, με ντεμποριανούς όρους, αυτοσκηνοθετείται. Ο Άρης βεβαίως αγαπάει αυτή την ασχήμια, βρίσκει την Αθήνα έναν τόπο ζωώδη και ο ανιμαλισμός που διακρίνει σε αυτήν, καταλήγει να εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως τραχιά αλλά επαρκής απόδειξη αυθεντικότητας: «Άσχημη πόλη, κάθε μέρα πιο άσχημη κι αυτός ανυπομονούσε να βρεθεί στα σωθικά της. Όλοι φώναζαν, κανείς δεν άκουγε κανέναν. Γουρουνίσια πόλη, υπέροχη» (σελ 33).
Ο χρόνος, έτσι όπως τον κατανέμει η συγγραφέας, παρότι κινείται γραμμικά, ενσωματώνει, κυρίως μέσω των χαρακτήρων, αλλά και της -πρακτικά παρούσας σε όλο το μυθιστόρημα- συσχέτισης της αφηγηματικής εξέλιξης με την κορίντα (ταυρομαχία), πολλαπλά χρονικά πισωγυρίσματα και μεταπτώσεις.Οι χαρακτήρες του Δαμάζοντας το κτήνος δεν λειτουργούν, δηλαδή, ως αποκλειστικά αυτόνομες αφηγηματικές μονάδες, αλλά ως χρονικές αποτυπώσεις του ίδιου προσώπου σε διαφορετικές φάσεις του χρόνου. Η Κάρλα αποτελεί μια εκδοχή της μητέρας του Άρη, όχι τόσο σε επίπεδο χαρακτήρα αλλά θέσης, αφού και οι δύο ενσαρκώνουν μια μορφή παθητικής παρουσίας, εγκλωβισμένης σε έναν ρόλο.
Αντίστοιχα, ο ίδιος ο Άρης φαίνεται να αντανακλά στοιχεία τόσο του νεκρού πατέρα του όσο και του γιου του, ορισμένες στιγμές ακόμη και του Σπίθα, λόγω του, αμφιλεγόμενου από τη γυναίκα του, παρελθόντος του ως επαναστάτη. Όλα τα πρόσωπα του βιβλίου, ακόμα και ο νεκρός πατέρας, μοιάζουν να κινούνται ταυτόχρονα ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, χωρίς ποτέ να κατοικούν πλήρως σε κανένα από αυτά.
Η Σωτηροπούλου τοποθετεί τους διαδηλωτές και τα εργασιακά τους προβλήματα στο φόντο, ως απομακρυσμένες πορείες που ο Άρης αφουγκράζεται αχνά όσο πηγαίνει στη δουλειά του μέσα στην άνετη απομόνωση της ακριβής μερσεντές. Δεν έκανα τυχαία την προαναφερόμενη συσχέτιση με τον Ντεμπόρ: θεωρώ πως το μυθιστόρημα αποτελεί αφηγηματική μετάφραση της Κοινωνίας του θεάματος. Η Σωτηροπούλου για ακόμα μία φορά προλαβαίνει την ιστορία και αφουγκράζεται ορθώς τη σημασία εκείνης της χρονικής καμπής ως οροσήμου που καταλύει την ταξική συνείδηση και την εργασιακή διεκδίκηση στην Ελλάδα, οδηγώντας στην ολοκληρωτική αλλοτρίωση. «Είναι η πλέον παλαιά εξειδίκευση, η εξειδίκευση της εξουσίας, αυτή που βρίσκεται στην καταγωγή του θεάματος.
Επομένως το θέαμα είναι μια εξιδανικευμένη δραστηριότητα που ομιλεί για λογαριασμό όλων των άλλων. Είναι η διπλωματική εκπροσώπηση της ιεραρχικής κοινωνίας ενώπιον του εαυτού της, όπου κάθε άλλος λόγος έχει εξοστρακισθεί. Εδώ το πλέον σύγχρονο είναι και το πλέον αρχαϊκό» (σελ. 21, Η κοινωνία του θεάματος, Γκυ Ντεμπόρ) Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του μυθιστορήματος.
Οι πράξεις των προσώπων, ειδικά οι αναπολήσεις του Άρη σε σχέση με την υποψία μιας εξωσυζυγικής σχέσης της μητέρας του με τον Τζώρτζη -έναν άνδρα που παρουσιάζεται ως αριβίστας και του χαρίζει ένα τολμηρό βιβλίο για τους Λωτοφάγους, ενώ παράλληλα πολιορκεί την μητέρα του- καταλήγουν σε ψυχολογικές αντηχήσεις που επέρχονται στο παρόν.Υπό αυτά τα δεδομένα, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τον συσχετισμό με τον Φρόιντ. Αρχικά με τον Πολιτισμό πηγή δυστυχίας. Ο Άρης κινείται σε έναν κόσμο στον οποίο έχει αναγκαστεί να υποδύεται τον πολιτισμένο, να λησμονεί το κτήνος, κάτι που τον πνίγει υπόκωφα. Ο γιος του, λόγω υποξίας που υπέστη ως νεογνό, για πολλά χρόνια αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες, κι έτσι ο χαρακτηρισμός «κανίβαλος» από τον πατέρα του κουβαλάει ένα αταβιστικό πεπρωμένο και παράλληλα την ναρκισσιστική πεποίθηση του Άρη για μια δαρβινική τύπου υπεροχή έναντι των άλλων.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα της Κοινωνίας του θεάματος ο Ντεμπόρ εντοπίζει την καταγωγή του θεάματος όχι μονάχα στη σύγχρονη τεχνολογία, αλλά στην ίδια την ιστορική συγκρότηση της εξουσίας. Το θέαμα γεννιέται τη στιγμή που η κοινωνική ζωή παύει να βιώνεται άμεσα και αρχίζει να εκπροσωπείται από λίγους για λογαριασμό των πολλών. Οι πραγματικές κοινωνικές και ταξικές σχέσεις μεταμφιέζονται σε εικόνες και τελετουργίες, ενώ η εξουσία εμφανίζεται ως τάχα «φυσική»
Η Έρση Σωτηροπούλου έχει ένα κάποιο όνομα, μια πορεία δεκαετιών στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά προσωπικά ποτέ δεν μπήκα στον πειρασμό να αγοράσω και να διαβάσω κάποιο βιβλίο της... μέχρι τώρα. Γιατί μόλις είδα το συγκεκριμένο εξώφυλλο της επανέκδοσης του "Δαμάζοντας το κτήνος" από τον Πατάκη, κάτι με τράβηξε έντονα: Το όρθιο κτήνος στο κέντρο; Η γραμματοσειρά και τα χρώματα; Ο ιντριγκαδόρικος τίτλος και η περίληψη στο οπισθόφυλλο; Γιατί από κριτικές στο ίντερνετ λίγα πράγματα, μόνο στα αυτάκια της παρούσας έκδοσης υπάρχουν κάποια (πολύ θετικά) σχόλια. Έτσι το αγόρασα και στο καπάκι το διάβασα, χωρίς να ξέρω πραγματικά τι να περιμένω, και μπορώ να πω ότι μου άρεσε: Η γραφή, η όλη ατμόσφαιρα, οι προβληματικοί και αποξενωμένοι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν, η γενικότερη αίσθηση που μου άφησε η Σωτηροπούλου με τις σκέψεις, τις περιγραφές, τους διαλόγους, τις διάφορες σκηνές. Όχι ότι είναι για όλα τα γούστα ή ότι είναι ένα αψεγάδιαστο λογοτεχνικό πόνημα, όμως προσωπικά μου άρεσε, με κράτησε αιχμάλωτό του, χάρη στη γραφή και την πλοκή με καθήλωσε, οπότε το πρόσημο είναι θετικότατο. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα διαβάσω και άλλα βιβλία της στο μέλλον, όπως για παράδειγμα το "Η φάρσα" ή το πιο γνωστό της, το "Τι μένει από τη νύχτα".
3.5 - Το βιβλίο αμφιταλαντεύεται μεταξύ δράσης και αδράνειας. Καλογραμμένο. Αξίζει μόνο για αυτά τα 3-4 σημεία όπου η Σωτηροπούλου ξεδιπλώνει τη συγγραφική της ικανότητα.