Οι ιστορίες της ζωής μας είναι συνήθως εύλογες, αλλά όσο κι αν το θέλουμε, όχι πάντα λογικές. Η απόσταση ανάμεσα σ΄αυτήν την προσδοκία και την πραγματικότητα γεννά μια ειδική θλίψη. Λίγη, όχι πολλή. Στις "Ιστορίες απλής λογικής και λίγης θλίψης", ένας αφηγητής περιδιαβάζει απορημένος, διασκεδασμένος, και πάντα λίγο θλιμμένος, ανάμεσα σε ιστορίες με υπέρμετρες φιλοδοξίες λογικής. «Κάποιος έπεσε», ενημερώνει από το πάτωμα την παρέα ο μεθυσμένος· «Μάλλον πέθανα», συμπεραίνει ο ξενύχτης ξυπνώντας ανάμεσα σε γαρύφαλλα· δώδεκα κιλά χλωρίνη, μαθηματικά υπολογισμένα, απαιτούνται για να λιώσουν οι νεκροί σ΄ ένα χωριό της Ηπείρου. Σ΄αυτή τη συλλογή, ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης, στέκεται πλάι σε εκείνες κι εκείνους που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο με τη δική τους, ο καθένας και η καθεμία, απλή λογική. Και καταγράφει αυτή τη λίγη, τόσο ανθρώπινη θλίψη που αφήνει πίσω του το εύλογο καθώς καταρρέει μέσα στο ίδιο του το βάρος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
“Αναστενάζω με όλα όσα χάνονται για μένα.” Ανάμεσα σε άλλα, αυτή η πρόταση, έφυγε από τα χείλια ενός ηθοποιού. Αν δεν κάνω λάθος ήταν η παράσταση “Η πόλη στα γόνατα”, το μακρινό 2006, σε σκηνοθεσία Θάνου Αναστόπουλου και κείμενα Μισέλ Φάις και παρουσιαζόταν στις Δοκιμές του θεάτρου Αμόρε. Συγκεκριμένα στο πατάρι του Αμόρε, στην Πριγκηποννήσων, εκεί που τώρα ορθώνεται ένα σούπερ-μάρκετ. Ίσως και να μπορούσα να ψάξω στο αρχείο μου, όταν έγραφα το κείμενο, να δω αν όντως η ατάκα ήταν έτσι. Και αν όντως την έλεγε ο ηθοποιός Νέστορας Κοψιδάς. Αλλά δε βαριέσαι. Αρκεί που το θυμάμαι έτσι. Και από τη στιγμή που το θυμάμαι εγώ έτσι, έτσι και έγινε. Έτσι και γίνηκε, για να το πω πιο σωστά. Σε όλη του τη συγγραφική διαδρομή και ακόμα περισσότερο σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, ο Στέργιος δεν αναστεζάνει μόνο με όλα όσα χάνονται για αυτόν αλλά προσπαθεί και να τα καταγράψει. Άλλοτε ψύχραιμος, άλλοτε αστείος, άλλοτε βαριά βέβηλος και απαξιωτικός, άλλοτε με όλη την ευαισθησία του κόσμου. Άλλοτε με πολλές παρενθέσεις και με Παναγίες που αυξάνονται γεωμετρικά. Άλλοτε με τη στόφα του καλύτερου πολιτικού αναλυτή που είσαι τυχερός που τον παρακολουθείς. Άλλοτε με μια πικρή μελαγχολία για τις νύχτες που πέρασαν και άλλοτε με μια αισιοδοξία ότι τα καλύτερα είναι αυτά που θα βρούμε μπροστά μας σε μια πρωινή βόλτα. Άλλοτε βαθιά μόνος και άλλοτε με μια αγωνία για να μην φανεί. Οι ιστορίες και οι σκέψεις που υπάρχουν στις σελίδες του βιβλίου του “Ιστορίες απλής λογικής και λίγης θλίψης” αποτελούν την ψυχή ενός κόσμου που χάνεται. Ή, για να γίνω και πιο ειλικρινής με τον εαυτό μου, ενός κόσμου που έχει ήδη χαθεί. Οι ιστορίες χάνονται. Οι ιστορίες μας χάνονται. Η προφορική εξιστόρηση των ιστοριών χάνεται. Η ανάγκη των ανθρώπων να τις αφηγηθούν σε φίλους και γνωστούς σε μπάρες, σε τηλεφωνικές συνομιλίες που ξεκινούν με τη φράση “ρε μαλάκα ξέρεις τι θυμήθηκα χτες;”, σε τυχαίες συναντήσεις, σε ανταμώματα με συγγενείς το Πάσχα πάνω από σουβλισμένα αρνιά και κοκορέτσια ή ανάμεσα σε κουραμπιέδες και στολισμένα δέντρα όλο και φθίνει. Ένα ξαφνικό αμυδρό χαμόγελο που συνοδεύεται από τον διάλογο “- τι γελάς ρε; -κάτι θυμήθηκα -για πες”, ένα μεγάλο μήνυμα που ξεκινάει με τη φράση “ακούστε τι μου συνέβη σήμερα το πρωί στο λεωφορείο”. Το μικρό αυτό διάλειμμα μέσα στη μέρα μας, το πάγωμα του χρόνου, που ένας αφηγείται κι ένας ακούει τίνει να μηδενιστεί. Δεν υπάρχει ο χρόνος πια. Στην καλύτερη κάποιος να μιλάει και ο άλλος να ακούει και να γράφει παράλληλα στο κινητό και στην ακόμα καλύτερη να ειπωθεί κάτι του τύπου “πες εσύ, στέλνω κάτι αλλά ακούω”. Όλα χάνονται. Αντικαθίστανται τάχιστα με βίντεο, ηχητικά, βουβές αντιδράσεις που σε βρίσκουν στο κρεβάτι και σε κάνουν να γράφεις με παγωμένο, αδιάφορο πρόσωπο “χαχαχα” ή “κλαίω” ή “τρομερό”. Με gifακια, με emojis, με ιστορίες άλλων που έχει παράγει ο καπιταλισμός προς όφελός μας, όχι με τις δικές μας ιστορίες. Ήδη στα κινητά των περισσότερων από εμάς προστέθηκε η επιλογή που σε κάνει να ακούσεις το ηχητικό του συνομιλητή σου στον διπλάσιο χρόνο για να μην βαριέσαι να τον ακούς και για να μην χάνεις χρόνο φυσικά. Αυτό παραμορφώνει την φωνή αλλά ναι, δεν χάνουμε χρόνο. Μεγαλώνω και έχω γίνει γκρινιάρης. Το ξέρω. Αλλά ξέρετε, ο κόσμος μας πεθαίνει και εμείς, η δική μας γενιά, είμαστε αυτοί που το παρακολουθούμε να συμβαίνει. Μεγάλωσαμε γεμάτοι από την αγάπη να αφηγούμαστε ιστορίες, ακόμα και στα διαλείμματα του σχολείου περιμέναμε τη σειρά μας για να αφηγηθούμε την αγαπημένη μας σκηνή από την ταινία που είχε παίξει το προηγούμενο βράδυ η τηλεόραση. Ακούγαμε με τις ώρες, σε σάλες που άνοιγαν μόνο στις γιορτές, τους θείους μας να αφηγούνται ιστορίες από όταν ήταν παιδιά. Ξέραμε πως αυτό που μόλις μας συνέβη, για να το αρχειοθετήσουμε πρέπει να το αφηγηθούμε σε κάποιον ή κάποια. Κι αυτό το κρατούσε ζωντανό για πάντα. Κι ας μην είχε καταγραφεί από κάποιο σύγχρονο μέσο, από κάποιο recorder. Αν κάτι προσπαθεί να κρατήσει τον κόσμο μας ακόμα ζωντανό είναι να, κάτι προσπάθειες σαν αυτή του Στέλιου. Καταγράφει με επιμέλεια και αγωνία τις μικρές βαλκανικές ιστορίες που τώρα πια φαίνονται να ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, κι ας συνέβησαν κάποιες από αυτές μόλις πέρυσι. Κρατάει το φως ανοιχτό σε μικρές στιγμές που δεν πρέπει να χαθούν, που μας θυμίζουν πως κάποτε που ήμασταν κλάρα απ’τα ξίδια πέφταμε από σκαμπώ και δεν ξέραμε αν πέσαμε εμείς, που κοντέψαμε να βάξουμε επειδή ήπιαμε ένα σφηνάκι τζιν εν μέσω βότκας, που δώσαμε εξετάσεις για μηχανάκι χωρίς να θέλουμε να δώσουμε εξετάσεις για μηχανάκι και μας έζωσαν τα φίδια. Και όχι μόνο τα περάσαμε όλα αυτά, αλλά την άλλη μέρα τα αφηγηθήκαμε σε φίλους και φίλες και αυτοί με τη σειρά τους σε άλλους κι άλλες βάζοντας ο καθένας τη δική του πινελιά στην αφήγηση και η ιστορία ξέφυγε πια από τα χέρια μας και έγινε μια ιστορία απλής λογικής ή λίγης θλίψης ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα των ανθρώπων.