O Immanuel Kant (1724 – 1804) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που έζησε στο Königsberg (Καινιξβέργη) της Πρωσίας (σημερινό Kaliningrad, Ρωσία). Ο Thomas de Quincey (1785 – 1859) ήταν Άγγλος συγγραφέας φιλολογικών και ιστορικών δοκιμίων.
Το συγκεκριμένο κείμενο με τίτλο "The Last Days of Kant" (Οι τελευταίες ημέρες του Ιμμάνουελ Καντ) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Blackwood's Magazine" (τόμος 21 Ιάν - Ιούν. 1827) και στην ουσία αποτελεί μια μετάφραση του γερμανικού έργου "Immanuel Kant in seinen letzten Lebensjahren, ein Beytrag zur Kenntniss seines Charakters und seines häuslichen Lebens aus dem täglichen Umgange mit ihm", γραμμένου στα 1804 από τον Ehregott Andreas Wasianski, φίλο και μαθητή του φιλοσόφου.
Άλλες βιογραφικές πηγές που χρησιμοποιεί ο de Quincey αντλούνται από καταγραφές των Reinhold Bernhard Jachmann, Friedrich Theodor Rink, Ludwig Ernst von Borowski. Το ίδιο το κείμενο περιέχει πολλές υποσημειώσεις στις οποίες ο de Quincey παρεκκλίνει από το θέμα του και αναλύει ζητήματα άσχετα με τον βιογραφούμενο φιλόσοφο αλλά ακόμα και με αυτές τις αδυναμίες του (και ορισμένες βιογραφικές ανακρίβειες) είναι ένα εύκολο, ενδιαφέρον και εξαιρετικά διαφωτιστικό ανάγνωσμα, ιδανικό για εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την ανθρώπινη πλευρά του Kant, το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς και τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο ηλικιωμένος φιλόσοφος είχε καταφέρει να αποκτήσει μια μικρή περιουσία. Ο de Quincey την υπολογίζει, στα 1827, σε 4.000 στερλίνες ή 20.000 δολάρια όπου ισοδυναμεί με κάτι λίγο παραπάνω από 400.000 σημερινά ευρώ (συνολικό εισόδημα). Ζει σε ένα σπίτι με ανέσεις, έχει έναν υπηρέτη και ένα μάγειρα και, όντας εργένης, δίνει καθημερινά δείπνα, στα οποία υποδέχεται τους φίλους και τους μαθητές του. Αγαπά τον καφέ και το κάπνισμα, αλλά αποφεύγει να κάνει κατάχρηση, και του αρέσει να συζητάει για διάφορα θέματα της καθημερινότητας και της πολιτικής επικαιρότητας. Είναι σταθερός στην καθημερινή του ρουτίνα την οποία τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια:
Ξύπνημα στις 4:55. Για πρωινό έπινε μόνο τσάι και επέτρεπε στο εαυτό του να καπνίσει με μέτρο. Ετοίμαζε τις σημειώσεις του και οργάνωνε το καθημερινό του πρόγραμμα. Στις 7:00 πήγαινε στο Πανεπιστήμιο για να δώσει τις διαλέξεις του. Μετά επέστρεφε στο σπίτι και πήγαινε κατευθείαν στο γραφείο του για να μελετήσει. Στις 12:45 έδινε το σύνθημα στον μάγειρά του και από τις 13:00 έως τις 17:00 συνέτρωγε με τους καλεσμένους του. Μετά συνήθιζε να κάνει έναν μοναχικό περίπατο για να ασκηθεί και να στοχαστεί και επιστρέφοντας στο σπίτι πήγαινε στη βιβλιοθήκη του και διάβαζε, έγραφε και ετοίμαζε τις διαλέξεις του, μέχρι το σούρουπο.
Κάτι που αγαπούσε ιδιαίτερα ήταν να κοιτάζει από το παράθυρό του το καμπαναριό της εκκλησίας του Lobenicht (κατεδαφίστηκε στα 1970), ένα θέαμα που τον ηρεμούσε και τον βοηθούσε να συγκεντρωθεί. Μόλις σκοτείνιαζε, ο υπηρέτης του έφερνε τα κεριά για να βλέπει, και ο φιλόσοφος συνέχιζε τη μελέτη του ως τις 22:00, οπότε πήγαινε για ύπνο μετά από ένα μικρό διάλειμμα προκειμένου να καθαρίζει το μυαλό από όλες εκείνες τις σκέψεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν τον ύπνο του.
Σαν χαρακτήρας, πέρα από κάποιες μικρές ιδιοτροπίες, ήταν ευγενής, καταδεκτικός, πρόσχαρος και ευχάριστος. Από τη περιουσία που κατάφερε να κάνει μετά από δεκαετίες αυστηρής οικονομίας φρόντιζε να παρέχει οικονομική ενίσχυση σε συγγενείς, φίλους και συμπολίτες του που το είχαν ανάγκη. Είχε ευαισθησίες μικρού παιδιού: Κάθε άνοιξη περίμενε με αγωνία την επιστροφή των πουλιών στον κήπο του σπιτιού του, χαιρόταν να τα βλέπει και να ακούει το κελάηδημά τους.
Καθώς η υγεία του επιδεινώνεται γίνεται ολοένα πιο αδύναμος σωματικά και διανοητικά. Χάνει την όρασή του και τη μνήμη του. Ωστόσο συνεχίζει να διατηρεί αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία και επιστημονικές γνώσεις που είχε αποκτήσει στο παρελθόν. Βασανίζεται από εφιάλτες και υποφέρει από πόνους στο στομάχι και το κεφάλι. Έχει ωστόσο αφοσιωμένους φίλους που του παραστέκονται καθώς και την αδερφή του.
Όταν έγινε γνωστό το νέο του θανάτου του, παρόλο που ο ίδιος στο παρελθόν είχε ζητήσει η κηδεία του να γίνει διακριτικά με λιγοστούς οικείους, στην πόλη του κηρύχθηκε δημόσιο πένθος. Για εκείνους ο Kant ήταν ο σπουδαίος σοφός του τόπου τους, ένας άνθρωπος με ευγένεια και ευαίσθητη ψυχή που όλοι γνώριζαν, θαύμαζαν και αγαπούσαν.
Τουλάχιστον αυτή είναι η εικόνα που δίνει ο συγγραφέας. Και δεν πρέπει να διαφέρει και πολύ από την πραγματικότητα, από όσο τουλάχιστον είμαι σε θέση να γνωρίζω. Βέβαια ακόμα δεν έχω καταλάβει τι στην ευχή αφορά η υπερβατολογική φιλοσοφία του (Transcendental Philosophy) αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.