«Η Λαλά, η Λαλά! «Έτσι με φωνάζουν. Λαλά γράψε με κι εσύ, με αυτό έγινα φίρμα». Ο Ευάγγελος Χατζηδημητρίου δεν αναγνώρισε ποτέ το όνομα της ταυτότητάς του. Γεννημένος στα τέλη της δεκαετίας του '40, έζησε ως ανοιχτά γκέι άνδρας σε μια Ελλάδα που δεν ήταν έτοιμη να τον αποδεχτεί. Πολύ γρήγορα βρέθηκε στο περιθώριο της οικογένειας, του σχολείου, της γειτονιάς. Η αφήγησή του διατρέχει τις δεκαετίες του '60, του '70, και του 8'0, μέχρι τον θάνατό του από AIDS στις αρχές της δεκαετίας του '90, σκιαγραφώντας μια ζωή γεμάτη προκλήσεις, σχέσεις, συγκρούσεις και ανατροπές. Μέσα από την απομαγνητοφώνηση των κασετών με την τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε σε έναν δημοσιογράφο ξετυλίγονται οι παράδρομοι της νυχτερινής Συγγρού, τα τσοντοσινεμά της Ομόνοιας, οι κρυφές γωνιές του Ζαππείου, οι θρυλικές αμμουδιές της Μυκόνου. Στις ιστορίες του παρελαύνουν σταρ της επιθεώρησης, ξεχασμένοι ηθοποιοί και χορευτές των μπουλουκιών, αρχισυνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ, η Τζέιν Φόντα και η Μάρμω Πανθέου, κρυφοί και φανεροί εραστές και ανώνυμοι περαστικοί με το χέρι βαθιά στη δεξιά τσέπη του παντελονιού. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, ξετυλίγει έναν κόσμο στον οποίο η επιθυμία συγκρούεται με τις κοινωνικές επιταγές, και συνθέτει το ψηφιδωτό μιας εποχής κατά την οποία η σεξουαλική ελευθερία υπήρχε, αλλά συχνά ήταν στο περιθώριο. Μέχρι την τελική μάχη με το AIDS, η Λαλά δεν υπήρξε ποτέ απλώς θεατής - ήταν πάντα πρωταγωνιστής. Μια σπαραχτική και χειμαρρώδης εξομολόγηση για την επιβίωση, τον έρωτα και την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου. Ένα ταξίδι σε μια εποχή που αλλάζει, αλλά όχι πάντα προς όφελος όσων τολμούν να ζήσουν με τους δικούς τους όρους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο ∆αμιανός Αγραβαράς γεννήθηκε το 1996 στον Πειραιά. Είναι ιστορικός, κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία και Ιστορία της Τέχνης» από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ο Αγραβαράς υιοθετεί τη φωνή μιας περσόνας που θεωρείται ο «στερεοτυπικός» γκέι, λόγω των πολλών σχετικών αποτυπώσεων στην ποπ κουλτούρα (σίριαλ, ταινίες κλπ). Αυτή η επιλογή επιφέρει και θετικά αλλά και ορισμένα αρνητικά. Από τη μία, δίνει την ευκαιρία μιας επανοικειοποίησης των φοβικών στερεοτύπων του παρελθόντος, από την άλλη, σε ορισμένα σημεία, ολισθαίνει τόσο εκφραστικά όσο και χαρακτηρολογικά στο κλισέ.
Υπάρχουν, παράλληλα, κάποιες σκηνές που δημιουργούν απορίες στο αναγνωστικό υποκείμενο. Οι ομοφοβικές επιθέσεις στη Λάλα από συμμαθητές της επικεντρώνονταν στον σεξουαλικό προσανατολισμό, θέμα που δεν ήταν τόσο ευρέως συζητήσιμο εκείνη την εποχή. Συνεπώς, οι ομοφοβικές επιθέσεις, θα ήταν λογικότερο να αφορούν κυρίως τη «γυναικωτή φύση» του Βαγγελάκη, κάτι που θα αναδείκνυε και τον βαθύ σεξισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ταυτόχρονα, λησμονείται η αποποινικοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας το 1951 όταν τέθηκε σε ισχύ ο νόμος που είχε ψηφιστεί με τον ποινικό κώδικα το προηγούμενο έτος, αλλά και η διαφορετική επιτρεπτή ηλικία συναίνεσης μεταξύ αρρένων σε σχέση με ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Παραβλέπονται δηλαδή ακουσίως κομβικές φάσεις της ιστορίας των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων στην Ελλάδα, καθώς επίσης και η συνεχιζόμενη νομολογική αδικία που υφίσταται η κοινότητα ακόμα και στις όποιες μέχρι τότε κατακτήσεις της.
Προκύπτει, επίσης, ένα αναμενόμενο «παράπονο» του αναγνωστικού υποκειμένου, που αναρωτιέται για ποιον λόγο να κατέχει και πάλι το επίκεντρο η ανδρική και όχι η γυναικεία ομοφυλοφιλία, αφού μάλιστα οι λεσβίες και οι θηλυκότητες ήταν αυτές που πρωτοστάτησαν στον αγώνα των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων. Παρά ταύτα, ο Αγραβαράς δίνει επιτυχώς βάρος σε μια καλλιτεχνική περιοδολόγηση ιδωμένη μέσα από τα μάτια του «στερεοτυπικού» ομοφυλόφιλου άνδρα, που στις ελληνικές ταινίες παρουσιαζόταν παρομοίως ως «κουνιστός». Επί της ουσίας, σχηματίζεται μια λογοτεχνική και ανορθόδοξη ιστοριογραφία επανοικειοποίησης της ΛΟΑΤΚΙ+ συνεισφοράς στην καλλιτεχνική ιστορία της Ελλάδας και γενικότερα στην πολιτιστική συμβολή. Η αφήγηση ξεκινά από τα μεταπολεμικά χρόνια και τις συνέπειες του εμφυλίου, περνώντας ύστερα στη σταδιακή ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών, την πολιτική κρίση του πραξικοπήματος και τέλος την ανάδυση και επικράτηση της εποχής του ΠΑΣΟΚ. Η αφήγηση είναι χρονολογικά πυκνή αφού συνοψίζει ταχύτατα ένα μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής περιόδου καταλήγοντας στην οικονομική κρίση. Εξαιρετικά χρειαζούμενη είναι η «μαρτυρία» της Λάλας τα χρόνια της Χούντας, αφού συχνά παραβλέπονται οι διώξεις που υπέστησαν με κάθε τρόπο τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Η οπτική της Λάλας αποτυπώνει εύστοχα την πολιτική σύγχυση, αλλά και την μακρά επικράτηση του πολυπρόσωπου φασισμού στην Ελλάδα: «Χορτάσαμε ξύλο, ροχάλες και κρατητήρια. Βέβαια, αν ήσουν δεξιός ή φασίστας και τον έπαιρνες ή τον έδινες, κάνανε τα στραβά μάτια και δεν ασχολούνταν μαζί σου. Το μάρμαρο το πλήρωναν οι αδερφές που δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι» (σελ. 87).
Θίγεται, λοιπόν, εμφανώς, η ταξική διάσταση της ομοφοβίας και των πολιτικών διώξεων, όπως αποτυπώνεται και σε άλλα σημεία, ακόμα και μετά τη Χούντα: «τέλη του ’70 ήταν άγρια η νύχτα αν ήσουν αδερφή ή τραβεστί» (σελ. 109) και (σελ. 112): «αδερφές, κωλομπαράδες, τραβεστί, λεσβίες, όλες στο ίδιο καζάνι βράζαμε, βράζουμε και θα βράζουμε». Παράλληλα, καταγράφεται και ένα σημαντικό φορτίο διακειμενικών σημείων που αφορούν την ιστορία της λαϊκής κουλτούρας στην Ελλάδα, από σίριαλ, ταινίες, μέχρι και μουσική, καθώς και σλόγκαν διαφημίσεων.
Επιπροσθέτως, ο έρωτας της Λάλας με τον Γρηγόρη αποτελεί ταυτόχρονα μια ρεαλιστική αποτύπωση ενός γκέι ρομάντζου του παρελθόντος, που, εξαιτίας της κοινωνικής επίκρισης, αναγκαστικά περιοριζόταν στους κλειστούς χώρους ενός δωματίου, αλλά και μια μνεία στο διαχρονικό πρόβλημα της ΛΟΑΤΚΙ+ μοναχικότητας που προκύπτει τόσο από πολιτειακούς περιορισμούς, όσο και από εμμένουσες κοινωνικές προκαταλήψεις: «Oι άνδρες πάντα θα επιστρέφουν στις γυναίκες τους. Δεν γεννηθήκαμε για έρωτες εμείς, εμάς μας χρησιμοποιούν για ένα βράδυ, ξεσπάνε και φεύγουνε. Πάντα αυτό γινόταν, πάντα αυτό θα γίνεται» (σελ. 139).
το magnum opus και καλύτερο προς στιγμής βιβλίο του Δαμιανού, ενός συγγραφέα που ωριμάζει σε κάθε έργο. αυτή τη φορά ένα σπαρακτικό διήγημα-αφήγηση που περιλαμβάνει όλη τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, από την οπτική των ανθρώπων που είναι στο περιθώριο και αναγκάζονται να ιδρύσουν δικές τους μικρές κομμούνες-κοινότητες για να βρουν αυτό που οι άλλοι θεωρούν δεδομενο. ξεκαρδιστικό, η χαρακτηριστική φωνή της πρωταγωνίστριας, Λαλάς καθίσταται ξεκάθαρη από την πρώτη σελίδα, και οικεία από τη δεύτερη, σε κάνει μάλιστα να γελάς όσο σου εξιστορείται τα απανωτά χαστούκια που της δίνει η ζωή, με ενδιάμεσα διαλείμματα ευφορίας.
Στις 19 Αυγούστου 1947 γεννήθηκε στο Δουργούτι ο Ευαγγέλος Χατζηδημητρίου. Εκείνα τα χρόνια το να είσαι γκέι ισοδυναμούσε με ξύλο, ντροπιαστικά λόγια και περιθωριοποίηση. Η οικογένεια του, η γειτονιά και το σχολείο του γύρισαν την πλάτη. Ο Βαγγέλης ή καλύτερα η Λαλά δεν το έβαλε κάτω και αποφάσισε να κυνηγήσει τα όνειρά της. Δούλεψε ως χορευτής στο θέατρο, έκανε ψωνιστήρι στο Ζάππειο, έζησε δυνατές στιγμές στη Μύκονο μέχρι που ο ιός του Aids τον έφερε πάλι στην απομόνωση.
Ένας δημοσιογράφος αποφασίζει να καταγράψει την ζωή της Λαλάς που έζησε την δικτατορία. Βίωσε στιγμές δόξας μέσω της δουλειάς της. Πληγώθηκε από τον έρωτα. Ανασυγκροτήθηκε από τις στάχτες της και αυτό που πάντα αναζητούσε στη ζωή της ήταν το δικαίωμα να ζήσει ελεύθερη χωρίς να την κακολογούν και να την εχθρεύονται.
Ο Δαμιανός Αγραβαράς μας χάρισε ένα εκπληκτικό βιβλίο που με εντυπωσίασε με την πρόζα του. Η αμεσότητα της γραφής του, οι έξυπνες ατάκες και η χρήση των διαλόγων έδωσαν στο κείμενο την ζωντάνια ενός θεατρικού μονολόγου.
Ένα ανάγνωσμα που σε κάνει να γελάσεις, να πονέσεις μα κυρίως να νιώσεις το ψυχικό σθένος που είχε η Λαλά να αφήσει στην άκρη τα πικρόχολα σχόλια και να ζήσει έντονα και με πάθος την Ζωή της όπως την ήθελε και όχι όπως θα της την επέβαλλαν.