Κατ’ αρχάς, θα ξεκινήσω με τον εκδοτικό οίκο. Η αλήθεια είναι πως ανήκουν σε εκείνους που ύστερα από μια πρώτη επαφή σνόμπαρα για διάφορες τσίπικες επιλογές στο χαρτί και στην επιμέλεια, για κακό χτένισμα και λόγω θεματολογίας, ή παρουσίασης του site τους. Εν προκειμένω, οι κομπασμοί σχετικά με την Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία και δη τον Επίκουρο, με το στομφώδη τρόπο παρουσίασης εξακολουθούν να με ενοχλούν. Και στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχουν το κακής ποιότητας χαρτί που βλέπεις τα γράμματα της πίσω σελίδας και τα γραμματικά λάθη. Ευτυχώς δεν είναι πολλά, επίσης ο εκδοτικός μου έδειξε πως υπάρχουν σκεπτόμενοι άνθρωποι πίσω του: οι άνθρωποι έφεραν σ’ εμάς σε σύγχρονη έκδοση Βίκτορ Σερζ, τι άλλο να πούμε;
<< η αγωνία και ο πόνος ανακατεύονταν παντού με την ανεξήγητη και ακαταπόνητη θριαμβολογία των εφημερίδων, ‘’Καλησπέρα, σύντροφε Ρομάσκιν. Ξέρετε αρνήθηκαν την έκδοση διαβατηρίου στη Μάρφα και τον άντρα της, επειδή τους έχουν στερήσει τα εκλογικά τους δικαιώματα, μιας και είναι τεχνίτες που άνοιξαν δική τους δουλειά. Ξέρετε, θα γίνει νέα εκκαθάριση των υπαλλήλων, ετοιμαστείτε, στην επιτροπή του σπιτιού άκουσα να λένε ότι ο πατέρας σας ήταν αξιωματικός’’… Ο γείτονας έμπαινε και μονολογούσε για τα προσωπικά του βάσανα, επειδή η γυναίκα του είχε παντρευτεί στον πρώτο της γάμο έναν έμπορο, κινδύνευε να μην της ανανεώσουν, το διαβατήριο για τη Μόσχα >>
<< - Ξέρω ‘γω… Φυσικά δεν το χρειάζομαι. Τι να το κάνω; … Κανείς δε θέλει το κακό μου… Αλλά είναι πολύ ωραίο πράγμα ένα όπλο. Σου φέρνει στο νου…
- Δολοφόνους;
- Όχι, δίκαιους >>
<< Αν οι χειρότεροι δεν είχαν μερικές φορές πάρα πολλά κοινά με τους καλύτερους θα ήταν πραγματικά οι χειρότεροι >>
Στη χειμαρρώδη μουντάδα, στο συνεχή πνιγμό βρίσκει το χρόνο, ο συγγραφέας να σταθεί στο ζωώδες σμίξιμο δυο σαρκικών εραστών, ή σε μια κυρία στα 60 που σκαρφίζεται μικρές αναζητήσεις για να γλυκαίνει ένα κύριο, γεροπροϊστάμενο της. Το σημαντικό σε αυτό είναι η ομορφιά που απορρέει απ’ την τρυφεράδα, αν γνωρίζεις υπό ποιες συνθήκες προσωπικής πνιγμονής, γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Και σε ένα μπράντεφερ με τον εαυτό μου, το επόμενο λεπτό ξαναγίνεται αμίληκτος - << ψείρες! Ψείρες >>! Ή όπως θα ‘λεγε ο Μαρξ << έσπειρα δράκους και θέρισα ψείρες >>. Κι ύστερα από λίγο, πάλι, τρεις μεσήλικες τσακισμένοι απ’ τη διαρκή απειλή, μεταμορφώνονται σε παιδιά και παίζουν με το χιόνι. Και κάπου αργότερα, κάποιος ανεβαίνει στην ταράτσα του σπιτιού του να σκεφτεί, να ηρεμήσει, στην αγκαλιά της απλωτής νύχτας κι ένα ζευγάρι, εκεί ακριβώς, κάνει πατινάζ.
<< Στο ίδιο αυτό δωμάτιο είχαν ακούσει, ολόκληρη τη μέρα, ως αργά το βράδυ, τις παρανοϊκές, διαβολικές, αδυσώπητες, αδιανόητες φωνές που ξερνούσε το ραδιόφωνο. Αυτές οι φωνές γέμιζαν ώρες, νύχτες, μήνες, χρόνια, γέμιζαν την ψυχή παραλήρημα και απορούσε κανείς που τις είχε ακούσει κι όμως ζούσε ακόμα… η φωνή του άντρα πρώην μέλους της ΚΕ του Τουρκμενιστάν ‘’οργάνωσα τη δολοφονία του τάδε… Πήρα μέρος στην απόπειρα εναντίον του τάδε… η οποία απέτυχε… Υπονόμευσα τα σχέδια της άρδευσης… Υποκίνησα την εξέγερση των Μπασμάκων… Παρέδωσα στην Ιντέλιτζενς Σέρβις… Έλαβα από την Γκεστάπο’’…
- Είναι η αντεπανάσταση, Ντόρα
Η φωνή του ανωτάτου εισαγγελέα αναμασούσε ατελείωτα, δύσθυμα, συνωμοσίες, απόπειρες, εγκλήματα, καταστροφές, ατιμίες, προδοσίες, γινόταν λες ένα κατάκοπο αλύχτισμα που περιέλουζε με ύβρεις κάποιους ανθρώπους – οι οποίοι άκουγαν αποκαμωμένοι, με το κεφάλι σκυφτό, απελπισμένοι με το πλήθος να τους κοιτάζει, ανάμεσα σε δυο φύλακες, από αυτούς τους ανθρώπους, κάμποσοι ήταν αγνοί, πάναγνοι, οι άριστοι, οι ευφυέστεροι της επανάστασης – και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, υφίσταντο το μαρτύριο, δέχονταν να το υποστούν. Όταν τους άκουγες στο ραδιόφωνο, σκεφτόσουν καμιά φορά ‘’Πόσο πρέπει να υποφέρει… Κι όμως, όχι, αυτή είναι η φυσιολογική φωνή του, τι τρέχει; Πάει, τρελάθηκε; Γιατί λέει τέτοια ψέματα’’;
- Δεν κάθονταν καλύτερα να τους κομματιάσουν ζωντανούς Δεν καταλαβαίνουν ότι δηλητηριάζουν την ψυχή του προλεταριάτου;
- Δεν το καταλαβαίνουν. Εξακολουθούν να πιστεύουν ότι υπηρετούν το σοσιαλισμό. Κάποιοι ελπίζουν ακόμη ότι θα επιζήσουν. Τους έχουν βασανίσει… Όχι, δεν είναι δειλοί, όχι δεν τους βασάνισαν, δεν το πιστεύω. Είναι πιστοί, καταλαβαίνεις, είναι ακόμα πιστοί στο Κόμμα και δεν υπάρχει πια Κόμμα, έχουν μείνει μόνο ιεροεξεταστές, δήμιοι, καθάρματα… Όχι δεν ξέρω πια τι λέω, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα >>
<< Στην Ιστορία, δε γίνεται τίποτα που να μην είναι με κάποιο τρόπο ορθολογικό. Οι καλύτεροι πρέπει καμιά φορά να τσακίζονται γιατί βλάπτουν, ακριβώς επειδή είναι οι καλύτεροι >>
Αυτή η φράση δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, είναι μόνο η εκ των προτέρων, απάντηση του συγγραφέα, όταν 31 σελίδες μετά σου λέει πως κάποιοι θεωρούσαν το Μπουχάριν, δεξιό. Κι είναι βέβαια ένα μήνυμα για το σφάλμα στον πυρήνα κάθε πολιτικού συστήματος. Η αναθεώρηση από γενιά σε γενιά, σε αντίθεση με την αρχαία Αθήνα, γίνεται προσωποκεντρική και έτσι, τελικά τα αμιγώς σημαντικά μειονεκτήματα δε θίγονται, τουλάχιστον όχι άμεσα. Αναθεωρούνται άνθρωποι, ταυτότητες ατομικές, γίνονται συνώνυμα σε κανόνες για να μοιάζουν εξαιρέσεις και να κρυφτούν οι γάζες της μούμιας, να φαίνεται μόνο η μορφή, το περίγραμμα που νουθετεί πως κάτι είναι ακόμα ζωντανό. Ο αποπροσανατολισμός επιτυγχάνεται. Κι έτσι η χτεσινή απόφαση, που εφαρμοζόταν ως κάτι νέο και συστηματικό, γίνεται η σημερινή επέκταση ελευθεριών. Οι ελευθερίες βέβαια κατά τον τρόπο που εννοούσε ο Πελώριο Σαντ!
Παρακάτω, θα πει ο συγγραφέας, πως η ίδια μοίρα ακολουθεί και τους χείριστους. Άρα ποιοι μένουν; Ποιοι μένουν διαρκώς και πάντοτε και παντού; Ο καλύτερος, από την αρχή, θα πει όχι στο αδιέξοδο, ο χειρότερος είναι αυτός που όλα τα κάνει λάθος και γι’ αυτό νοείται ως κατάθεση σε κλειστό λογαριασμό, ο μελλοντικός αποδιοπομπαίος τράγος, ογκώδης αρκετά, ώστε να παρασύρει κι όποιον στέκεται κοντά του, να φωτίσει ένα ψεγάδι, ή ένα διαμάντι με μικρό σφάλμα. Κι ο χείριστος όλων – αλλά για ποιον χείριστος – θα τα κάνει όλα λάθος και όλα με τα λάθος κίνητρα, ώσπου κάποια στιγμή θα πει φτάνει και θα μείνει εκεί. Και θα πέσει με τρόπο που θα μείνουν στο χείλος του γκρεμού τα λάθη, θα πάρει μαζί του πέφτοντας χωρίς καμιά κραυγή, κάθετί σωστό.
<< Θεέ μου, θεέ μου, επαναλάμβανε μηχανικά η Άλια, προαισθανόμενη ότι μια δύναμη μέσα της θα σήκωνε το μαχαίρι, θα έπαιρνε φόρα, θα χτυπούσε αυτό το ξαπλωμένο ανδρικό σώμα, αυτό το ανδρικό σώμα που το είχε αγαπήσει ως τα βάθη του μίσους. Που να χτυπήσει; Να βρει την καρδιά, ήταν καλά προστατευμένη από την πανοπλία των οστών και της σάρκας κι ήταν δύσκολο να πετύχει σε βάθος, να τρυπήσει την έκθετη κοιλιά, όπου εύκολα τα χτυπήματα είναι θανατηφόρα, να ξεσκίσει το πέος του, που κείτονταν μες στην ήβη, σάρκα μαλακή, απαίσια και συγκινητική; Αυτή η ιδέα – μα δεν ήταν απλώς ιδέα, ήταν ήδη το προσχέδιο μιας πράξης – ταξίδεψε ζοφερή στα νευρικά της κέντρα… Αυτό το ερεβώδες ρεύμα συνάντησε ένα άλλο ρεύμα ανησυχίας. Γύρισε το κεφάλι και είδε ότι την κοίταζε >>
Η σκηνή που ακολουθεί είναι απ’ τις συγκλονιστικότερες που έχω παρακολουθήσει. Έχει μια μεταφυσική δύναμη που σε τσακίζει, σε κάνει να πονάς.
<< Σας ρωτώ που είναι ο Φομά >>
Πολλά ονόματα κάτι σημαίνουν, αυτή όμως ειδικά η φράση σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως είναι φόρος τιμής σε ένα παραγνωρισμένο διαμάντι. Και κάτι περισσότερο απ’ αυτό, ένας διάλογος μαζί του. Ειδικά όταν κάπου παρακάτω, δε στέκεται στην απελευθέρωση των δουλοπάροικων, αλλά στο συμβολισμό του φαινομένου: τους απελευθερώσαμε για να υποδηλώσουμε με σιγουριά την ψυχή τους. Καταλαβαίνεις; Δε θέλουμε να πουλήσουμε την ψυχή μας στο διάολο, θέλουμε να αγοράσουμε τη δική του!
Πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν ρεαλιστικό αντιμυθιστόρημα, με διαλόγους που πάντα μοιάζουν με κλεψύδρες. Η άμμος πέφτει κι ώσπου να αδειάσει το πάνω μέρος διαρκούν, κάνοντας σε να κοιτάς με νευρικότητα, αμηχανία, προσμονή, πότε θα πέσει κι ο τελευταίος κόκκος, σε ποιο σημείο τελειώνει ο χρόνος τους. Και στο γύρισμα της κλεψύδρας ποια σκέψη, ποιος διάλογος θα διαδεχτεί και θα δεχτεί τα προηγούμενα. Να διακρίνεις μια αλλαγή που ποτέ δεν έρχεται, γιατί είναι οι ίδιοι κόκκοι, σε συνδυασμούς και συμπλέγματα, αδύνατο να κατανοήσεις ως κάτι διαφορετικό κι όμως μοιάζουν κοντινοί, μοιάζουν ‘’λογικοί’’ και γι’ αυτό είναι τόσο παράλογοι. Και οι κόκκοι είναι πάντοτε οι ίδιοι. Ένα μυθιστόρημα που συνθέτει, ή καλύτερα, απ’ το οποίο αναδύεται μέσα από αλληλοσυμπλεκόμενα και συγκρουόμενα διηγήματα, που όμως το καθένα σέβεται απόλυτα τα όρια του άλλου, τη στιγμή που τα ποδοπατά. Κι όλα ξεκινούν με ένα εκκωφαντικό γεγονός, μια ‘’τυχαία’’ πράξη.
Ένας νέος κόσμος που θυμίζει περισσότερο την αποφυγή ανάληψης ευθύνης των ημερών μας. Κάποιοι ενίστανται, αν όμως πρέπει να πουν, εγώ έχω άλλη άποψη, διαφωνώ, δεν το κάνουν, δεν εκκαθαρίζουν, για να μην εκκαθαριστούν. Εγώ είμαστε εμείς, αλλά το εγώ ακυρώνεται. Αν είμαι εγώ, δεν είμαι μέρος του εμείς. Αν εγώ πιστεύω αυτό, κάηκα. Τα όρια είναι ασαφή, τα όρια υπάρχουν για να πιάνονται τα μικρά ψάρια στις σήτες περνώντας κάτω απ’ τα στρώματα των μεγάλων που στρώνουν του βυθού τα φίλτρα. Αν πεθάνει ο Αϊνστάιν και όσοι καταλαβαίνουν την επιστήμη του, τότε δεν υπήρξε. Αυτή είναι η γραμμή. Κι αν αποκολληθείς, αν ψελλίσεις κάτι, τότε εσύ υπονοείς ότι εμείς κοιτάμε εμάς, ότι εμείς μπορεί να κάναμε λάθος και εμείς δεν κάνουμε λάθη, άρα είσαι εχθρός. Γιατί εσύ θέλεις να είσαι εσύ κι αν υπάρχεις εσύ, δε μπορούμε να υπάρχουμε εμείς. Άρα, εσύ δεν υπάρχεις, δε σου συγχωρούμε την ύπαρξη σου. Εμείς δεν κάνουμε λάθη γιατί η άποψη μας είναι η καλύτερη δυνατή πορεία αυτού του κόσμου, γιατί στον πυρήνα μας έχουν γίνει ταπετσαρία οι παραλογισμοί του Χέγκελ, για το ποιόν αυτού του κόσμου, του καλύτερου υπαρκτού, του μόνου πραγματικού. Ένα μαύρο αμάξι, σιωπή, θάνατος, λήθη… δεν υπήρξες!
Συνειδητοποιείς τελικά πως ο Στάλιν κι ας λειτουργούσε διαφορετικά, δεν ήταν άλλος απ’ το Χίτλερ. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του ήταν μια ολόκληρη χώρα, ύστερα από μια φαινομενική νίκη και σιγά σιγά επεκτεινόταν… Ήταν όμως τόσο ισχυρό το μπαμ του αδερφού του, που έτσι έμεινε στο δευτερότοκο μόνη θέση για να ξεχωρίσει και να μπορέσει να δείξει τον τρίτο δρόμο, ο ρόλος του ήρωα. Τι κρίμα που δεν πρόφτασε να επεκταθεί περισσότερο στις Ισπανίες αυτού του κόσμου. Κι εκεί το ντοκουμέντο Τουλάγιεφ, συναντά το ντοκουμέντο Ισπανική Διαθήκη. Συνομιλούν σε ένα διάλογο, αυτή οι δυο νεκροί κι όμως ολοζώντανοι.
<< Άκουγε ήδη την ίδια του τη φωνή με έντονη δυσαρέσκεια., διότι έλεγε ανώφελα λόγια, που τα ήξερε απ’ έξω από παλιά και τα είχαν διαβάσει χίλιες φορές στα κύρια άρθρα στον τύπο, από αυτά τα λόγια για τα οποία ο Τρότσκι είπε μια μέρα ότι τα προφέρει κανείς και νομίζει ότι μασάει βαμβάκι. Γιατί ήρθα; Αυτοί γιατί ήρθαν; Διότι έχουμε εκπαιδευτεί να υπακούμε. Ό,τι τους λέω, ακόμη κι αν είναι αληθινό σαν τη λευκότητα του χιονιού, γίνεται φασματικό και ψεύτικο λόγω της υπακοής. Τους μιλάω, με ακούνε, μερικοί προσπαθούν ίσως και να με καταλάβουν και δεν υπάρχουμε: υπακούμε. Μια εσωτερική φωνή απάντησε: υπακούω, σημαίνει ωστόσο υπάρχω ακόμη, και συνέχισε τη συζήτηση: υπάρχω όμως, όπως οι αριθμοί και οι μηχανές >>
Ο λόγος του άλλοτε αποτελούμενος από μικρές φράσεις – τρικυμισμένο καράβι με τελείες βροντές κι άλλοτε μακροπερίοδος σα να παρακολουθούμε την ελπίδα φυλακισμένη, να χτυπιέται μανιασμένα στο ερμητικά κλειστό, κουτί της Πανδώρας. Αναμφίβολα, ένα απ’ τα δυσκολότερα βιβλία που έχω διαβάσει.
Ό,τι αγαπάω, μου τελειώνει. Μήνες λιβάνιζα το τελευταίο μυθιστόρημα του Τερζάκη, όπως λιβανίζω τώρα το Βιργίλιο του Μπροχ, όπως θα λιβανίσω και το Σερζ