Σχεδόν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, βλέπω ακόμη τον Ε.Χ. Γονατά να ψάχνει έντρομος στη μεγάλη δερμάτινη τσάντα που πάντα κουβαλούσε, θαρρείς σαν γιατρός, για να βρει το πολύτιμο εργαλείο που θα τον βοηθούσε καλύτερα στην εξερεύνηση του κόσμου: τα γυαλιά του, ένα κολλύριο για τα μάτια, μια φωτοτυπία, ένα απόκομμα εφημερίδας, τα κλειδιά του. Ήταν σαν να προσπαθούσε να θεραπεύσει την αντιφατική και ανησυχητική φύση της πραγματικότητας με ένα ελάχιστο αλλά αναγκαίο «τίποτε», κρυμμένο καλά, μέσα στο μυστικό και ανεξέλεγκτο στριφογύρισμα του χρόνου – ένας γιατρός της ψυχής μας; Ίσως. Οι κριτικοί της γενιάς του τον είπαν «ονειροποιό», «παραδοξογράφο», «ερημίτη της Κηφισιάς», «αυτοεξόριστο στο εργαστήρι του». Μόνο μετά το 1980 το έργο του άρχισε να γίνεται γνωστό, να συζητιέται, να εμπνέει τους νεότερους, να αποκτά φανατικούς αναγνώστες, να βρίσκει μαθητές, να διασκευάζεται για το θέατρο. Γιατί δεν είναι μυστικό ότι εκείνος ανέδειξε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τις αρετές και τη μαγεία της λεγόμενης «μικρής φόρμας», της λογοτεχνικής μινιατούρας. Αυτό το επέτυχε καλλιεργώντας συνειδητά μια πρόζα με ποιητική εμβέλεια. Η πρόζα αυτή, ιδιόμορφη και ανήσυχη, συγγενεύει με το παραδοξογράφημα, τη φανταστική λογοτεχνία, τη «νουβέλα θαυμασίων πράξεων», το «merveilleux» του Μπρετόν, την ονειρική αφήγηση, και έχει προσλάβει τη μορφή της σύντομης και παράξενης ιστορίας. Tο βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται από παλιότερα. Γεννήθηκε στα χρόνια της φιλίας μου με τον Γονατά, που κράτησε από τη γνωριμία μας το 1980 μέχρι τον θάνατό του. Ένα πρώτο υλικό σχηματίστηκε όταν δίδαξα το έργο του στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και των πρωτοποριακών κινημάτων στον Τομέα Φιλολογίας του ΑΠΘ. Η τελική μορφή είναι αποτέλεσμα εντατικής προσπάθειας των τελευταίων χρόνων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθεί τη ζωή και την πνευματική διαμόρφωση του συγγραφέα μέσα από το έργο και την αλληλογραφία του, τη σχέση με τους δασκάλους του, ιδιαίτερα τον Νίκο Εγγονόπουλο, και με τους φίλους του Γιώργο Κοτζιούλα, Γιώργο Μακρή, Μίλτο Σαχτούρη, Δημήτρη Παπαδίτσα, Νίκο Καχτίτση, Αλέξη Ακριθάκη. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει «Σημειώματα», στα οποία επανέρχομαι πιο διεξοδικά στους αγαπημένους του συγγραφείς και φίλους και σε ζητήματα-κλειδιά του έργου του. Φ. Α.
Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (English: Fragkiski Ampatzopoulou) είναι Ελληνίδα φιλόλογος και ακαδημαϊκός, γνωστή για τη συμβολή της στη μελέτη του ελληνικού υπερρεαλισμού και της εικόνας του «άλλου» στη νεοελληνική λογοτεχνία. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νέα Υόρκη και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στη Σορβόννη με θέμα τον ελληνικό υπερρεαλισμό. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Κύπρου και αναγορεύτηκε ομότιμη καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1988 ασχολήθηκε συστηματικά με τη μελέτη της εβραϊκής παρουσίας στην Ελλάδα, ερευνώντας την αναπαράσταση των Εβραίων στη λογοτεχνία πριν και μετά το Ολοκαύτωμα και επιμελούμενη εκδόσεις προφορικών μαρτυριών. Το έργο της εξετάζει τη μνήμη, το τραύμα, τη γενοκτονία και τις πολιτισμικές ταυτότητες, συνδέοντας τη λογοτεχνία με την ιστορία και την ιδεολογία. Παράλληλα, έχει αναπτύξει σημαντική μεταφραστική και ποιητική δραστηριότητα και έχει τιμηθεί με διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για τη συνολική προσφορά της.
Τώρα θέλω να διαβάσω όλα τα βιβλία του Γονατά ένα-ένα, να ξαναδιαβάσω ακόμα κι αυτά που έχω διαβάσει, και να ξαναδώ το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή. Αυτό το βιβλίο είναι αναφοράς, πολύτιμο. Ευγνωμοσύνη που γράφτηκε.