Δεν θέλω να αρέσω. Θέλω να λέω την αλήθεια μου. Η ζωή μου δεν ήταν ποτέ επίπεδη – ευτυχώς. Κι αυτό το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό: η ζωή μου όπως τη θυμάται το σώμα μου, η καρδιά μου, η διαδρομή μου, η ύπαρξη μου. Από τον καθρέφτη του δωματίου μέχρι τον καθρέφτη του κόσμου, μια διαδρομή που ποτέ δεν ζήτησε έγκριση – μόνο χώρο. Και τον κέρδισα. Το τετράγωνο που μετέτρεψα σε κύκλο. Οι έρωτες που με σήκωσαν και με τσάκισαν, οι φιλίες που στάθηκαν, οι φίλες που «έφυγαν», οι μέρες που βρήκα ανάσα, οι νύχτες που έμαθα να περνώ από φωτιές αδιαφορώντας αν θα καώ. Μεγάλωσα ως τρανς γυναίκα σ’ έναν κόσμο που είχε πάντα άποψη για μένα – κι εγώ έμαθα να υπάρχω χωρίς να ζητάω την έγκρισή του. Δεν ωραιοποιώ, δεν κρύβω, δεν ντύνομαι για να μην τρομάξει κανείς. Αν κάτι έχω να προσφέρω, είναι η αλήθεια μου. Και τη δίνω όπως είναι: κοφτερή, τρυφερή, αστεία, σκοτεινή, άγρια, ανθρώπινη. Η ζωή μου. Αυτή είμαι. Με την απόφαση να μη σιωπήσω ποτέ ξανά. Κι όποιος θέλει, ακολουθεί.
Σε μια κοινωνία που γίνεται -συχνά ακόμη και στα υποτιθέμενα αριστερά της κομμάτια- ολοένα και πιο τρανσφοβική, τερφική και βίαιη απέναντι σε τρανς άτομα και ανθρώπινες υπάρξεις που αμφισβητούν τα απαραβίαστα κατά το σύστημα δίπολα αρρενωπότητας-θηλυκότητας, το εξαιρετικό αυτό βιβλίο της Άννας Κουρουπού αποτελεί μια τεράστια, λαμπερή ακτίνα φωτός μέσα στο σκοτάδι μίσους που καλύπτει καθημερινά τις ζωές της τρανς κοινότητας εν έτει 2026. Η Άννα δεν ωραιοποιεί τίποτα, ούτε προσπαθεί να εντυπωσιάσει ή να συγκινήσει επιτηδευμένα και ίσως αυτό αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της γραφής της. Απλώς καταγράφει σαν εξωτερική παρατηρητήρια και παρουσιάζει με τεράστια συγγραφική δεινότητα τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής της έτσι όπως ακριβώς έγιναν: τη βία που έζησε, την αδικία που πολέμησε, τη χαρά που πήρε, τις αναμνήσεις που την σημάδεψαν και, φυσικά, τα πρόσωπα που την ακολούθησαν από τα πρώτα της βήματα μέχρι σήμερα. Δημιουργώντας από την πρώτη κιόλας σελίδα ένα rollercoaster συναισθημάτων, σε βουτάει με ειλικρινή, ωμό και άμεσο τρόπο στα βιώματά της, σε ταξιδεύει σε κάθε μέρος της Ελλάδας όπου έζησε και σε οδηγεί ξανά και ξανά στην ίδια σκληρή διαπίστωση: η αδικία, το μίσος, οι αποκλεισμοί, οι απειλές, το ξύλο, τα δάκρυα και το αίμα ήταν οι συνέπειες με τις οποίες το σύστημα την εκδικήθηκε απλώς και μόνο επειδή επέλεξε να ζήσει ως ο αληθινός της εαυτός. Σίγουρα ένα βιβλίο που όταν τελειώνεις δεν πας εύκολα στο επόμενο, γιατί μένει μέσα σου για καιρό, μαζί με αμέτρητα συναισθήματα και σκέψεις για το πόσο απάνθρωπη και τιμωρητική μπορεί να γίνει η ελληνική κοινωνία απέναντι σε όποιο πλάσμα επιλέγει την αυθεντικότητα και την αλήθεια του ακόμα κι όταν κοστίζουν ακριβά. Κυρίως όμως, αφήνει μια λυτρωτική αίσθηση ευγνωμοσύνης για το ότι υπάρχουν άνθρωποι-θρύλοι σαν την Άννα, χάρη στην επανάσταση των οποίων τα δικαιώματα των queer ατόμων είναι σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα. Και ακόμα και αν το έρεβος συνεχίζει να υπάρχει και οι αγώνες μας δεν έχουν τελειώσει, η Άννα με τη ζωή της φωτίζει τον δρόμο προς τη νίκη.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Άννας, πέρασα βιωματικά μέσα απο την ολική γκάμα των συναισθημάτων. Θλίψη μπροστά σε όλες τις αγάπες που καταδικαστηκαν σε μια μόνιμη παύση. Θυμός μπροστά σε όλα τα ανθρωποειδή που τόλμησαν να νομίσουν ότι έχουν δικαιώματα πάνω στην αξιοπρέπεια και την αυτονομία των άλλων. Αηδία μπροστά στην γνωστή υποκρισία της κοινωνίας που αποπέμπει δημόσια την ηδονή που αναζητάει στα κρυφά. Έκπληξη απέναντι στις τόσες προδοσίες από άτομα που "καταλαβαίνουν", οι οποίες φαντάζομαι πως πονάνε διπλά. Φόβος μπροστά στην τόση βία— εξωτερική και εσωτερική. Χαρά μπροστά στην συνειδητοποίηση πως ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είχε χαθεί μέσα σε τόσες εμπειρίες ειναι ακομα μαζι μας και μας εμπνέει• και στην συνειδητοποίηση πως υπάρχουν γονείς-βράχοι που δεν χρειάζονται εντατικά μαθήματα για να αγαπήσουν τα παιδιά τους.
Το βιβλίο, λοιπόν, θα το περιέγραφα ως μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Χρειαζόμαστε πιο πολλές Άννες σε αυτόν τον κόσμο.
Η ωμότητα είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημά του βιβλίου. Η Άννα Κουρουπού δεν προσπαθεί να «γλυκάνει» όσα έζησε ούτε να τα παρουσιάσει με λογοτεχνικές υπερβολές. Τα λέει σχεδόν γυμνά, χωρίς φίλτρα. Αυτό κάνει πολλές σελίδες να διαβάζονται με κόμπο στο στομάχι.