Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο "άνθρωπο" αλλά και θηρίο. Σ' αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.
Μια από τις σκοτεινές υποθέσεις της κατοχής (ιδιαίτερα χρήσιμη η ιστορική αναφορά στο τέλος του βιβλίου), στις οποίες εμπλέκονται οι Έλληνες δωσίλογοι και παρουσιάζεται ανάγλυφα ο ρόλος τους. Έξυπνα δομημένο, σε δύο χρόνους, πρόγονοι και απόγονοι, κι εδώ μπαίνει το ζήτημα κατά πόσο τα κρίματα των προγόνων βαραίνουν και τους απογόνους τους. Τα χρόνια της κατοχής ήταν δύσκολα, ο κόσμος πείνασε, δοκιμάστηκαν συγγένειες και φιλίες, και κυρίως ήταν η αρχή για να ξεκινήσει μια νέα εμφύλια διαμάχη μεταξύ του Λαού μας. Το κύριο σημείο όμως είναι, ότι οι Έλληνες στην πλειοψηφία τους αντιστάθηκαν στον κατακτητή, αλλά μετά το τέλος του πολέμου, αντί να επέλθει η εθνική συμφιλίωση, οι αγωνιστές έγιναν προδότες και κάθε δωσίλογος, προδότης, συνεργάτης των Κατακτητών βρέθηκε στη θέση των νικητών. Τα τραύματα ακόμα υπάρχουν, ευτυχώς έχουν αμβλυνθεί, και είναι η ώρα νομίζω για μια ψύχραιμη, επιτέλους αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων της εποχής εκείνης. Το μυθιστόρημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου, αυτό επιχειρεί, χωρίς να υποτιμά την αλήθεια.
"Μην το ξυπνάς το παρελθόν,άστο να κοιμηθεί,είναι κουρασμένο (...)Ένα απομεινάρι του παρελθόντος που προσπαθεί να κρατήσει την αξιοπρέπειά του σε ένα παρόν που το ειρωνεύεται(...)Τα χρονιά δεν περνούν,είπε κάποιος,τα χρόνια στέκονται,εμείς περνούμε.Εγώ δεν πέρασα.Στάθηκα.Εκεί στέκομαι ακόμη."
Δεν είναι εύκολο να μιλάς για το Παρελθόν,ακόμα και όταν είναι η δουλειά σου να το κάνεις.Ζούμε σε μια χώρα που δεν συμφιλιώνει εύκολα το Σήμερα με το Χθες.Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί στη σύγχρονη εποχή δημιουργούνται τόσες εντάσεις γι'αυτό.Πού ανήκει ο Διάλογος ως λύση;Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα και δεν αφορά το εκπληκτικό έργο της Χρονοπούλου.Με αφορμή μια έρευνα σε ιστορικά αρχεία,η συγγραφέας στήνει μια ιστορία μπλεγμένη με την πραγματικότητα,η οποία φέρνει στην επιφάνεια ένα απαιτητικό ζήτημα όπως είναι αυτό σχετικά με τους δωσίλογους και την τιμωρία τους.Για κάποιον που δεν έχει εικόνα γι'αυτό το κομμάτι της Ιστορίας του Β' Π.Π το άψογο επίμετρο του Μ.Χαραλαμπίδη είναι το πρώτο βήμα πριν την ανάγνωση του βιβλίου.Συνεχίζοντας τώρα με το καθαυτό έργο,δηλώνω εντυπωσιασμένη και βαθιά συγκινημένη για την κινηματογραφική και ζωντανή αφήγηση καθώς και την ανάδειξη της Ηθικής ως στοιχείο που διέπει τη ζωή των ανθρώπων.Κάθαρση ή τιμωρία,για ποια δικαιοσύνη μιλάμε όταν χάθηκαν αγαπημένοι άνθρωποι ή "τέρατα" έζησαν ελεύθερα;Η Μνήμη είναι μια μεγάλη δύναμη που πολλοί δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν.Αλλά είναι αυτή που θα είναι πάντα εκεί να υπενθυμίζει,να τσιγκλάει και ίσως και να αφυπνίζει!Επίκαιρο ανάγνωσμα;Για εμένα πάντα είναι επίκαιρο το Παρελθόν μας,γιατί μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε το Παρόν μας!Η άρτια και προσεγμένη έκδοση συμπληρώνεται με επιπλέον υλικό που δίνει αφορμές για περαιτέρω αναζήτηση και προβληματισμό.Επίσης,αξίζει να αναφερθεί ότι από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί η σημαντική μελέτη του Δ.Κουσουρή σχετικά με τις Δικές των Δωσίλογων. Αναζητήστε τα!
Ένα βιβλίο που καταπιάνεται με το πολύ άβολο θέμα των δοσίλογων. (Έτσι το είχα μάθει και η καινούρια, πιο σωστή, γραφή με ω μου φαίνεται ξένη). Αγόρασα το βιβλίο του Μ. Χαραλαμπίδη 'Δωσίλογοι' αλλά το έχω ακόμα στα αδιάβαστα. Πολύ ενοχλητικό το θέμα , το πάω πίσω-πίσω. Μεγάλωσα μ' αυτές τις ιστορίες και προσπαθώ πια να τις αποφεύγω όσο γίνεται (που δεν γίνεται). Διάβασα όμως με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο της Ε. Χρονοπούλου. Δεν είναι ιστορικός, βλέπει την υπόθεση από άλλη σκοπιά. Οι πρώτες εξήντα σελίδες με καταεκνεύρισαν. Ήμουνα κοντά να το παρατήσω, ευτυχώς δεν το έκανα. Η συγγραφέας "κάνει" λογοτεχνία. Μας φωνάζει "κοιτάτε τι ωραία που γράφω". Γιατί; το θέμα της καθαυτό είναι συναρπαστικό και η "λογοτεχνική" αρχή μόνο να το αποδυναμώσει μπορεί. Η συνέχιση της ανάγνωσης με αποζημίωσε. Ίσως δεν χρειάζεται να το προσθέσω, το Παράρτημα και, φυσικά, το Επίμετρο του Μ. Χαραλαμπίδη στα μεγάλα συν του βιβλίου.
Το Επι σκοπω πλουτισμου είναι το βιβλιο που το ελληνικο αναγνωστικο κοινο αναζητουσε. Μια συνδεση της συγχρονης ιστοριαςμε την προσφατη ιστορια μερικων χρονων πριν. Ακομα και μυθοπλαστικο, ειναι πολυ κοντα στην πραγματικοτητα και πιθανολογώ πως μόνο τα ονοματα θα αλλαζουν.
Περα απο την αξια του εργου -που για μενα ειναι μεγιστη, η γραφη σε παρασερνει και σε χωνει μεσα στην πλοκη χωρις να μπορεις να το αφησεις λεπτο.
Καταπληκτικό βιβλίο και λογοτεχνικά και ιστορικά. Μπλέκονται δε η λογοτεχνία και η ιστορία με μαεστρία τέτοια που αναρωτιέσαι αν είναι αληθινή η συγκεκριμένη περίπτωση. Μικρή σημασία έχει βέβαια, μιάς και υπήρχαν τόσες παρεμφερείς αληθινές ιστορίες. Το επίμετρο του κ Χαραλαμπίδη στα μεγάλα συν του βιβλίου. Η Χρονοπούλου με εκπλήσσει θετικά για μία ακόμη φορά. Διαβάστε το!
Ένα μυθιστόρημα με ιστορικές δόσεις αλήθειας και καταγραφών για τις ενέργειες των δωσίλογων κατά την περίοδο της κατοχής στην Ελλάδα και πως πλούτιζαν, συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές, εις βάρος των Ελλήνων πολιτών
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο όπου τα 5 αστέρια τα παίρνει όχι για το λογοτεχνικό ύφος, αλλά κυρίως για την αναλυτική και εξαιρετική έρευνα, και για την σύνθεση της όλης πλοκής βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία με μαεστρικό τρόπο.Επιπλέον δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη στιγμή για την έκδοση του μυθιστορήματος «επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισσάβετ Χρονοπούλου (εκδόσεις Πόλις, επίμετρο Μενέλαος Χαραλαμπίδης). Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα συγκίνησης κι ενδιαφέροντος για την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση. Το πολύ σημαντικό στη δημόσια συζήτηση που άνοιξε, ήταν ότι δεν ανέδειξε μόνο τον ηρωισμό των 200, αλλά έριξε επίσης φως σε μια σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας μας. Στο γεγονός δηλαδή ότι η πλειονότητα των 200 εκτελεσμένων παραδόθηκαν στους Γερμανούς από τις ελληνικές αρχές. Η Κατοχή δεν ήταν μόνο η Αντίσταση.
Αυτή τη σκοτεινή πλευρά της ελληνικής Ιστορίας φωτίζει η ιστορία που αφηγείται η Ελισσάβετ Χρονοπούλου. Ένα απρόσμενο τηλεφώνημα και η μυστηριώδης διαθήκη τού Δημοσθένη Σαρίκα οδηγούν τον Γιώργο Ασλανίδη να ξετυλίξει το κουβάρι της ξεχασμένης δολοφονίας της ΕΠΟΝίτισσας Αμαλίας Σαρίκα (αδελφής του Δημοσθένη) από τον δωσίλογο Ασλανίδη -τον παππού του Γιώργου δηλαδή. Το έγκλημα θα μείνει ατιμώρητο μεταπολεμικά μιας και οι δωσίλογοι αναβαπτίστηκαν ως… πατριώτες στην κολυμπήθρα της εθνικοφροσύνης.
Η Αμαλία και ο Ασλανίδης συμβολίζουν τις δύο διαμετρικά αντίθετες επιλογές που καθόρισαν την Κατοχή. Από τη μια μεριά, τα οράματα και η ανιδιοτέλεια της Αντίστασης. Από την άλλη, ο αμοραλισμός και η κτηνωδία του δωσιλογισμού, που είχε ως κίνητρο τον προσωπικ�� πλουτισμό. Όμως η Χρονοπούλου δεν απλουστεύει την Ιστορία. Στην ιστορία της δεν υπάρχουν μόνο οι αντιστασιακοί και οι δωσίλογοι, αλλά και όσοι-ες δεν πήραν θέση, όσοι-ες αντιστάθηκαν ως ένα σημείο αλλά μετά τα παράτησαν, όσοι-ες συνεργάστηκαν κάποια στιγμή, αλλά δεν έγιναν επαγγελματίες δωσίλογοι.
Οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο του Γιώργου και του Δημοσθένη σε συνδυασμό με τις καταθέσεις στη μεταπολεμική δίκη του δωσίλογου και τα ποιήματα της Αμαλίας, συνυφαίνουν μια ιστορία για το ειδεχθές έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο · για την εκδίκηση που δεν φέρνει την αναγκαία κάθαρση · για τη μνήμη που παρέμεινε ζωντανή παρά την οργανωμένη αποσιώπηση · για την ατιμωρησία των δωσίλογων που αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μια ιστορία που σε συγκινεί και σε θυμώνει, χωρίς να εκβιάζει τη συγκίνηση και χωρίς να ηθικολογεί.
Οχτώ δεκαετίες μετά, «ξυπνάμε το παρελθόν μαζί με τον Γιώργο και συνειδητοποιούμε ότι η ατιμωρησία των δωσιλόγων παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα. Μόνο η αλήθεια μπορεί να το επουλώσει.
Ένας καλός συγγραφέας, λένε, δεν δίνει απαντήσεις. Φροντίζει να διατυπώνει τις ερωτήσεις με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο. Αυτό πρέπει να κάνει ένας καλός αφηγητής. Αν όχι με την ευθεία μορφή, να αναγκάσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί. Στο «Επί σκοπώ πλουτισμού», (Εκδόσεις Πόλις, επίμετρο Menelaos Charalampidis) η Elissavet Chronopoulou το πετυχαίνει. Θα ήταν πολύ εύκολο να απαντήσει αφού καταπιάνεται με ένα από τα πιο δύσκολα θέματα για να κάνει κάποιος στις μέρες μας σύγχρονη λογοτεχνία: Την Κατοχή, τους δωσίλογους, τον λιμό, τα σπίτια και τις περιουσίες που άλλαζαν χέρια για "έναν τενεκέ λάδι", τον εμφύλιο. Θα ήταν εύκολο να κρατηθεί από τη μπάρα της ιδεολογικής σιγουριάς και να ισορροπήσει μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνικότητας, δίνοντας τη δική της εκδοχή. Εδώ, όμως, κερδίζει η λογοτεχνία. Σε όλη την έκταση του βιβλίου απλώνεται η αφηγηματική δεινότητα της Χρονοπούλου χωρίς εύκολους διδακτισμούς αλλά σκαλίζοντας το θέμα των πληγών της συλλογικής μνήμης αποφεύγοντας να δώσει ευθεία απάντηση στο αν είναι χρήσιμο να παραμένουν ανοιχτές ή να τις αφήνουμε να επουλώνονται και να περιορίζονται στον παιδευτικό τους ρόλο από γενιά σε γενιά. Η μόνη σίγουρη απάντηση που δίνει είναι ότι είμαστε φτιαγμένοι από όλα όσα προερχόμαστε, ακόμα και αν δεν τα έχουμε ζήσει ως αυτόπτες. Ακόμα και αν τα γνωρίζουμε μόνο από αφηγήσεις, διαβάσματα ή μόνο από το υλικό που πλέκει η μνήμη με το εργαλείο της φαντασίας και της ιστορικής γνώσης. Πλησιάζει να απαντήσει, μάλιστα, στο ερώτημα «από τι υλικό ήταν φτιαγμένοι οι άνθρωποι της μεταπολεμικής Ελλάδας». Η ιστορία είναι ευρηματική, ο ρυθμός σχεδόν κινηματογραφικός, η έρευνα που έχει κάνει η συγγραφέας στα αρχεία από τις δίκες των δωσιλόγων μπλέκεται με υποδειγματικό τρόπο στα πόδια της μυθοπλασίας. Ένας άνθρωπος πεθαίνει και αφήνει την όποια περιουσία του σε έναν φαινομενικά άγνωστο, τον Γιώργο Ασλανίδη. Ένα σπίτι, κάτι ελάχιστα σε έναν τραπεζικό λογαριασμό αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο πολύτιμο, ένα μπλε τετράδιο σε ένα συρτάρι. Κληρονομιά, όχι περιουσίας, αλλά ενός παρελθόντος. Που το κουβαλάει κανείς στην πλάτη και την καρδιά χωρίς να το έχει γνωρίσει. Αυτό ακριβώς είναι το «Επί σκοπώ πλουτισμού». Μια άγνωστη και τόσο γνωστή κληρονομιά και κληροδότημα μαζί. Μόνο η ίδια ζωή ξέρει τον τρόπο να το κάνει παράλληλα...
Σε μία άδεια Αθήνα τον δεκαπενταύγουστο ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ο Γιώργος Ασλανίδης με μοναδική του συντροφιά τον σκύλο του περνάει ανέμελες στιγμές ώσπου ένα τηλεφώνημα ταράζει την ηρεμία του. Η κλήση προέρχεται από τα επείγοντα ενός δημόσιου νοσοκομείου που τον ενημερώνει πως ο Δημοσθένης Σαρίκας διανύει τις τελευταίες μέρες του στην επίγεια ζωή και τον καλεί να τον επισκεφτεί.
Ο Γιώργος αποφασίζει να πάει στο νοσοκομείο και εκεί μαθαίνει ότι είναι ο βασικός κληρονόμος του. Ένα σπίτι, τα χρήματα και ένα γράμμα γίνεται η αφορμή να μάθει πράγματα από το παρελθόν.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου έγραψε μία ιστορία που αναφέρεται στις σκοτεινές πτυχές του Εμφυλίου και συγκεκριμένα για την δράση των δωσίλογων που η ακραία βία και ο φανατισμός τους οδήγησε να βασανίζουν τόσες αθώες ψυχές.
Στο ανάγνωσμα γίνεται αναφορά στην «Ελεύθερη Νέα» που υπήρξε αντιστασιακή οργάνωση που εντάχθηκαν πολλοί νέοι. Το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η προδοσία όπως επίσης ο φόβος και η άρνηση της αποδοχής μίας κατάστασης που επηρέασε μετέπειτα τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις των ανθρώπων.
Ο Γιώργος όσο σκαλίζει και αναζητά πληροφορίες από το παρελθόν της οικογενείας του συγκλονίζεται από την τραγικότητα των γεγονότων και από τα εγκλήματα που έκαναν οι δωσίλογοι σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.
Το «επί σκοπώ πλουτισμού» αναφέρεται στη διαχείριση του διαγενεακού τραύματος με αφορμή μία ιστορική συνθήκη.
Ένα καλογραμμένο ανάγνωσμα που νομίζω θα αγγίξει την νέα γενιά αναγνωστών που δεν γνωρίζουν τα γεγονότα εκεινής της περιόδου. Το επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη είναι διαφωτιστικό γιατί σε βοηθάει να μάθεις περισσότερα πράγματα για την ρατσιστική χροιά που είχε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος που είχε στόχο να αφανίσει συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων.
Ένα καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα που έχει πατήσει σε τόσο καλή έρευνα από την συγγραφέα ώστε σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως είναι αληθινή ιστορία!
Δύσκολο θέμα, μια ανοιχτή πληγή που πρέπει να έρθει ξανά στο προσκήνιο γιατί είναι τόσο άδικο να έχει αμαυρωθεί η μνήμη τόσων ανθρώπων που πάλεψαν πραγματικά για ελευθερία ενώ οι δωσίλογοι κυκλοφορούν με το κεφάλι ψηλά στο όνομα ενός υποτιθέμενου πατριωτισμού.
[...]Τίποτα δεν της έλειψε. Τίποτα δεν μου έλειψε. Κι όλα αυτά που δεν μου έλειψαν ύφαναν επάνω μου αυτό το ξένο δέρμα, αυτό που προσπαθούσα να ξεκολλήσω αλλά δεν ξεκολλάει επειδή δεν είναι ξένο, είναι το δικό μου. Είμαι αυτά που δεν μου έλειψαν. Να τί είμαι.[...]
This entire review has been hidden because of spoilers.
Εξαιρετική γραφή και ωραίος ο συνδυασμός της λογοτεχνίας με την ιστορία, μιας ιστορίας πτυχές της οποίας πολλοί θέλουν να «σβήσουν». Τα μεγάλα μεγέθη όμως μένουν και στέκουν αγέρωχα εκεί, συγκινητικοί φάροι στο δυστοπικό σήμερα.
Διαβάζεται απνευστί! Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή ενα πολύ δύσκολο θέμα κ μια ακόμη πιο δύσκολη ιστορικά περίοδο. Κάποιες σκηνές είναι γροθιά στο στομάχι, άλλες βαθιά συγκινητικές. Συνολικά ολοκληρωμένη δουλειά, μαζί με τα ιστορικά στοιχεία μαι το επίμετρο!
Ένα συγκροτημένο ιστορικό μυθιστόρημα για τη συνθήκη του δωσιλογισμού και της ατιμωρησίας του που επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση της Ελλάδας, τα τελευταία χρόνια. Συμπυκνωμένο, με ζωντανούς χαρακτήρες και δράση που σε κρατάει ως το τέλος. Εξαιρετικό και το επίμετρο Χαραλαμπίδη.