Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο "άνθρωπο" αλλά και θηρίο. Σ' αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.
Ακόμα και μία μυθιστορηματική καταγραφή του αρχείου της δίκης των δωσιλόγων, που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου, θα συνιστούσε ένα σημαντικό έργο που το αναγνωστικό κοινό θα αντιμετώπιζε θετικότατα. Αλλά η συγγραφέας προχωρά πολύ περισσότερο και σε βάθος.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου χτίζει την ιστορία της με εξαιρετική μαεστρία αφού φυσικά έχει πλάσει χαρακτήρες ιστορίες και φυσικά τα τραύματα των ηρώων της.
Χωρίς γραμμική ιστορικά δομή και με μαρτυρίες διαφόρων από τους ήρωες η αφήγηση κινείται σε πολλά επίπεδα διχως να χάνεται ο ειρμός ή να πλατιάζει. Κι έτσι, κάθε λέξη αίσθημα σκέψη είναι τόσο σημαίνουσα για την αφήγηση που δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί ούτε άνω τελεία. Η συγγραφέας μας παραδίδει ένα κείμενο μεστό, βαθυ και πολυεπίπεδο, που δεν παρασύρεται σε εύκολες λύσεις ούτε σε αχρείαστη συγκινησιακή φόρτιση. Για αυτό αφήνει το ίδιο το αρχείο στο επίμετρο να μιλήσει στον αναγνώστη.
«Θα πεις, περηφανεύεσαι; Όχι. Εξιστορώ. Σου λέω πώς έγιναν τα πράγματα.»
Το Επί σκοπώ πλουτισμού φαίνεται να είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας για τον δωσιλογισμό, αλλά καταλήγει ως μια αφήγηση για τη μεταθανάτια ζωή της βίας και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν κατοικεί μέσα μας, ακόμα κι εάν πιστεύουμε πως δεν μας αφορά.
Με αφετηρία ένα σχεδόν κινηματογραφικό εύρημα (ένα τηλεφώνημα από νοσοκομείο, μια παράξενη διαθήκη, ένα σπίτι γεμάτο τεκμήρια μιας ξένης ζωής) η Χ. δημιουργεί τον αμήχανο Γιώργο, ο οποίος ενώ αρχικά φαίνεται λίγο σαν κατασκεύασμα πρόφασης για την κυρίως αφήγηση, αρχίζει και μας… μοιάζει. Το κενό και η άγνοιά του, φέρνει κάτι από το σύγχρονο μη προσανατολισμένο μέτωπο που ανάμεσα στις γενιές ακροβατεί ανάμεσα στο «ξέχασα» και «δεν έμαθα». Μεγαλόψυχα ο ήρωας είναι γεμάτος περιέργεια, το βασικότερο συστατικό: μνήμη, ανάλυση, κατανόηση, δράση.
Ξεκινάμε από τη μνήμη. Η Χ. λοιπόν στήνει μια αφήγηση όπου η ιστορική έρευνα συναντά τη μυθοπλασία, όχι για να «αναπαραστήσει» την Ιστορία, αλλά για να εξετάσει πώς αυτή μετατρέπεται σε κληρονομιά, τραύμα και ηθικό βάρος. Ο ήρωάς της φαίνεται να «μπαίνει» μέσα στην αφήγηση και το χέρι του προσπαθεί να πιάσει το παρελθόν. Έχει διάθεση να κοιταχτεί γυμνός στον καθρέφτη και να αναρωτηθεί για την κληρονομιά του.
Αλλά βιαζόμαστε, όπως λέει και ο κύριος Σαρίκας.
Ο Γιώργος Ασλανίδης, λοιπόν, δεν αναζητά καμία αλήθεια· αντιθέτως, μοιάζει παιδί της λήθης. Η ζωή του διακόπτεται απότομα όταν καλείται να παραλάβει την κληρονομιά ενός άγνωστου ηλικιωμένου, του Δημοσθένη Σαρίκα. Αυτό που αρχίζει ως μια μυστηριώδης ιστορία κληρονομιάς μετατρέπεται σταδιακά σε κατάβαση μέσα σ’ ένα οικογενειακό και συλλογικό υπόγειο. Ο Γιώργος ανακαλύπτει πως ο παππούς του υπήρξε μέλος της Ειδικής Ασφάλειας και συνεργάτης των ναζί, ένας άνθρωπος που συμμετείχε σε βασανισμούς και εκβιασμούς «επί σκοπώ πλουτισμού» - δηλαδή έρχεται αντιμέτωπος με μια αποκάλυψη «υπαρξιακή ρωγμή».
«Και πράγματι έζεχνε ο τόπος μέσα στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, σου κοβόταν η ανάσα. Μια οσμή ανυπόφορη. Δυσώδη την είπε εκείνος ο μάρτυρας. Η δυσώδης οσμή της ηθικής σήψεως που θα κατακλύσει, λέει, ολόκληρον την κοινωνίαν, αν αυτή δεν αποκαθαρθεί από τα σεσηπότα μέλη της.»
Η Χ. δημιουργεί έναν ήρωα που καταλαβαίνει πως δεν «καλείται» να κάνει κάτι. Μπορεί για αρχή να μείνει εκεί που είναι και να πενθήσει μια σειρά από «υλικά» που δημιούργησαν την χώρα που έχουμε στα χέρια μας. Πόσο περήφανη είναι; Εάν η Ιστορία δεν αντιμετωπιστεί ως νεκρό αρχείο των ΓΑΚ, αλλά ως ενεργό σώμα που συνεχίζει να παράγει συνέπειες, τότε η υπαρξιακή ρωγμή, ευτυχώς, ανοίγει παραπάνω.
Μάλιστα, η φράση «Μην τα σκαλίζεις», που επανέρχεται μέσα στο μυθιστόρημα σαν οικογενειακή εντολή, συμπυκνώνει ακριβώς αυτή τη μεταπολεμική ελληνική συνθήκη: τη συστηματική απώθηση, τη σιωπή ως μέσο επιβίωσης, αλλά και ως μέσο συγκάλυψης. Το βιβλίο επιμένει πως τίποτα δεν εξαφανίζεται πραγματικά επειδή δεν μιλάμε γι’ αυτό. Είμαστε μια μικρή διαδρομή μακριά απ’ ότι αρχείο έχει διασωθεί, προκειμένου να θυμηθούμε κάτι που δεν ζήσαμε, αλλά οι νηπιακές μας μνήμες έχουν ποτίσει τα αντανακλαστικά μέσα μας, λέξεις όπως «πείνα» και «προδότες», με την χαρακτηριστική άρθρωση του προγόνου μας. Μια υπόγεια, φασματική διάσταση υψώνεται: ζητούν οι νεκροί δικαιοσύνη μέσα από τους ζωντανούς; Σάμπως και μετράει λιγότερο εάν δεν είναι φαντάσματα, αλλά το χτίσιμο μιας συνείδησης μέσα από τη βιολογική διάσταση της υψηλής αίσθησης δικαιοσύνης που θα μπορούσε να καταλαμβάνει κάθε ον;
Η Χ. επισκέπτεται και αξιοποιεί εκτενώς αρχειακό υλικό από τις δίκες των δωσιλόγων και ενσωματώνει στην αφήγηση πρακτικά δικαστηρίων, μαρτυρίες και έγγραφα. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η τεκμηρίωση δεν λειτουργεί επιδεικτικά, ούτε μετατρέπει το μυθιστόρημα σε ιστορική πραγματεία, αντίθετα, η αλήθεια των ντοκουμέντων έρχεται να ενισχύσει τη (πολύ συγκινητική) συναισθηματική και ηθική ένταση της μυθοπλασίας. Το ότι οι σκηνές βίας δεν παρουσιάζονται για να σοκάρουν, αλλά με σχεδόν κλινική καθαρότητα, τις καθιστά ακόμη πιο οδυνηρές, κι έτσι χτίζονται οι λεγόμενες γέφυρες με το παρελθόν και ο σύγχρονος αναγνώστης νιώθει δίπλα του την 17χρονη Αμαλία Σαρίκα. Πόσο τυχαίο είναι πως ήταν 17 ετών, στεκόταν με την αντίσταση, έγραφε ποιήματα; Ως σύμβολο, αποκαλύπτει έναν ξεκάθαρο στόχο. Η φρίκη φουντώνει, όταν ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως μέσα από τις λέξεις, «δένεται» με μια κοπέλα υπαρκτή-ανύπαρκτη, η οποία ήταν μέρος του γιγάντιου όλου που κινδυνεύει να γραφτεί από πάνω, λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική στροφή προς τη δεξιά.
Ακόμα, το μυθιστόρημα δεν εγκλωβίζεται σε μια απλοϊκή ηθική διαίρεση ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς», παρότι η θέση του απέναντι στον δωσιλογισμό είναι σαφής, η Χ. φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο να κατανοήσει τον μηχανισμό της ηθικής κατάρρευσης παρά να κατασκευάσει τέρατα. Το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο είναι το γνωστό αλλά και σημαντικότερο: πώς οι καθημερινοί άνθρωποι γίνονται ικανοί για ακραία βία όταν το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο το επιτρέπει ή το επιβραβεύει; Έτσι, το Επί σκοπώ πλουτισμού μιλά για τη διαχρονική ανθρώπινη δυνατότητα του αμοραλισμού και για την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει τον πόνο του άλλου σε προσωπικό όφελος.
Μια από τις σκοτεινές υποθέσεις της κατοχής (ιδιαίτερα χρήσιμη η ιστορική αναφορά στο τέλος του βιβλίου), στις οποίες εμπλέκονται οι Έλληνες δωσίλογοι και παρουσιάζεται ανάγλυφα ο ρόλος τους. Έξυπνα δομημένο, σε δύο χρόνους, πρόγονοι και απόγονοι, κι εδώ μπαίνει το ζήτημα κατά πόσο τα κρίματα των προγόνων βαραίνουν και τους απογόνους τους. Τα χρόνια της κατοχής ήταν δύσκολα, ο κόσμος πείνασε, δοκιμάστηκαν συγγένειες και φιλίες, και κυρίως ήταν η αρχή για να ξεκινήσει μια νέα εμφύλια διαμάχη μεταξύ του Λαού μας. Το κύριο σημείο όμως είναι, ότι οι Έλληνες στην πλειοψηφία τους αντιστάθηκαν στον κατακτητή, αλλά μετά το τέλος του πολέμου, αντί να επέλθει η εθνική συμφιλίωση, οι αγωνιστές έγιναν προδότες και κάθε δωσίλογος, προδότης, συνεργάτης των Κατακτητών βρέθηκε στη θέση των νικητών. Τα τραύματα ακόμα υπάρχουν, ευτυχώς έχουν αμβλυνθεί, και είναι η ώρα νομίζω για μια ψύχραιμη, επιτέλους αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων της εποχής εκείνης. Το μυθιστόρημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου, αυτό επιχειρεί, χωρίς να υποτιμά την αλήθεια.
"Μην το ξυπνάς το παρελθόν,άστο να κοιμηθεί,είναι κουρασμένο (...)Ένα απομεινάρι του παρελθόντος που προσπαθεί να κρατήσει την αξιοπρέπειά του σε ένα παρόν που το ειρωνεύεται(...)Τα χρονιά δεν περνούν,είπε κάποιος,τα χρόνια στέκονται,εμείς περνούμε.Εγώ δεν πέρασα.Στάθηκα.Εκεί στέκομαι ακόμη."
Δεν είναι εύκολο να μιλάς για το Παρελθόν,ακόμα και όταν είναι η δουλειά σου να το κάνεις.Ζούμε σε μια χώρα που δεν συμφιλιώνει εύκολα το Σήμερα με το Χθες.Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί στη σύγχρονη εποχή δημιουργούνται τόσες εντάσεις γι'αυτό.Πού ανήκει ο Διάλογος ως λύση;Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα και δεν αφορά το εκπληκτικό έργο της Χρονοπούλου.Με αφορμή μια έρευνα σε ιστορικά αρχεία,η συγγραφέας στήνει μια ιστορία μπλεγμένη με την πραγματικότητα,η οποία φέρνει στην επιφάνεια ένα απαιτητικό ζήτημα όπως είναι αυτό σχετικά με τους δωσίλογους και την τιμωρία τους.Για κάποιον που δεν έχει εικόνα γι'αυτό το κομμάτι της Ιστορίας του Β' Π.Π το άψογο επίμετρο του Μ.Χαραλαμπίδη είναι το πρώτο βήμα πριν την ανάγνωση του βιβλίου.Συνεχίζοντας τώρα με το καθαυτό έργο,δηλώνω εντυπωσιασμένη και βαθιά συγκινημένη για την κινηματογραφική και ζωντανή αφήγηση καθώς και την ανάδειξη της Ηθικής ως στοιχείο που διέπει τη ζωή των ανθρώπων.Κάθαρση ή τιμωρία,για ποια δικαιοσύνη μιλάμε όταν χάθηκαν αγαπημένοι άνθρωποι ή "τέρατα" έζησαν ελεύθερα;Η Μνήμη είναι μια μ��γάλη δύναμη που πολλοί δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν.Αλλά είναι αυτή που θα είναι πάντα εκεί να υπενθυμίζει,να τσιγκλάει και ίσως και να αφυπνίζει!Επίκαιρο ανάγνωσμα;Για εμένα πάντα είναι επίκαιρο το Παρελθόν μας,γιατί μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε το Παρόν μας!Η άρτια και προσεγμένη έκδοση συμπληρώνεται με επιπλέον υλικό που δίνει αφορμές για περαιτέρω αναζήτηση και προβληματισμό.Επίσης,αξίζει να αναφερθεί ότι από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί η σημαντική μελέτη του Δ.Κουσουρή σχετικά με τις Δικές των Δωσίλογων. Αναζητήστε τα!
"...Αυτή η εικόνα γεννά ένα σημαντικό ερώτημα, η απάντηση του οποίου μπορεί να φωτίσει τη σύγχρονη ιστορία της χώρας:από τι ανθρώπινο υλικό χτίστηκε η μεταπολεμική Ελλάδα;" (Από το επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη)
Δεν θα πω τίποτα για το βιβλίο, διότι αφενός είναι μικρό και δεν θέλω να χαλάσω την ατμόσφαιρα, αφετέρου είναι σοκαριστικό,γιατί,αυτά που περιγράφονται-όπως ακριβώς περιγράφονται,οι αναγνώστες της ηλικίας μου τα άκουσαν με τα αυτιά τους από τους παππούδες τους. Και,όπως οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική,το αφήγημα προσαρμόζεται πάντα ανάλογα με το ποιος το αφηγείται. ΥΓ 1:Το βιβλίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και η συγγραφέας έχει αντλήσει στοιχεία από τα Αρχεία του Κράτους. ΥΓ 2: Η απάντηση που έδωσα εγώ κλείνοντας το βιβλίο στην ερώτηση από τι ανθρώπινο υλικό χτίστηκε η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν "κοίτα τη Βουλή".
Ένα βιβλίο που καταπιάνεται με το πολύ άβολο θέμα των δοσίλογων. (Έτσι το είχα μάθει και η καινούρια, πιο σωστή, γραφή με ω μου φαίνεται ξένη). Αγόρασα το βιβλίο του Μ. Χαραλαμπίδη 'Δωσίλογοι' αλλά το έχω ακόμα στα αδιάβαστα. Πολύ ενοχλητικό το θέμα , το πάω πίσω-πίσω. Μεγάλωσα μ' αυτές τις ιστορίες και προσπαθώ πια να τις αποφεύγω όσο γίνεται (που δεν γίνεται). Διάβασα όμως με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο της Ε. Χρονοπούλου. Δεν είναι ιστορικός, βλέπει την υπόθεση από άλλη σκοπιά. Οι πρώτες εξήντα σελίδες με καταεκνεύρισαν. Ήμουνα κοντά να το παρατήσω, ευτυχώς δεν το έκανα. Η συγγραφέας "κάνει" λογοτεχνία. Μας φωνάζει "κοιτάτε τι ωραία που γράφω". Γιατί; το θέμα της καθαυτό είναι συναρπαστικό και η "λογοτεχνική" αρχή μόνο να το αποδυναμώσει μπορεί. Η συνέχιση της ανάγνωσης με αποζημίωσε. Ίσως δεν χρειάζεται να το προσθέσω, το Παράρτημα και, φυσικά, το Επίμετρο του Μ. Χαραλαμπίδη στα μεγάλα συν του βιβλίου.
Το Επι σκοπω πλουτισμου είναι το βιβλιο που το ελληνικο αναγνωστικο κοινο αναζητουσε. Μια συνδεση της συγχρονης ιστοριαςμε την προσφατη ιστορια μερικων χρονων πριν. Ακομα και μυθοπλαστικο, ειναι πολυ κοντα στην πραγματικοτητα και πιθανολογώ πως μόνο τα ονοματα θα αλλαζουν.
Περα απο την αξια του εργου -που για μενα ειναι μεγιστη, η γραφη σε παρασερνει και σε χωνει μεσα στην πλοκη χωρις να μπορεις να το αφησεις λεπτο.
Το θέμα και η πλοκή του βιβλίου ειναι συνταρακτικά. Μου άρεσε πολύ ο μηχανισμός που χρησιμοποίησε για να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν και βρήκα πολύ καλογραμμένα τα πρόσθετα "ντοκουμέντα" που παραθέτει. Ωστόσο βρήκα τη γενικότερη γραφή κάπως απλοϊκή και κλισέ, κυρίως στα κομμάτια που ο σύγχρονος αφηγητής περιγράφει όσα συμβαίνουν. Επίσης ένιωσα ότι ο χαρακτήρας αυτός έμεινε κάπως αχαρτογράφητος και η επίδραση του παρελθόντος ήταν κάπως επιφανειακή. Νομίζω θα ήθελα να δωθεί περισσοτερη έμφαση στην αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου που, αποκομμένος από την αλήθεια του παρελθόντος, ζει μια ζωή επιφανειακή, άνευρη και θλιβερή. Πτυχές αυτών των σκέψεων είναι ορατές και στο βιβλίο, αλλά μένουν κάπως ανεξερεύνητες και εξαντλούνται σε συναισθηματισμούς.
Το Επί Σκοπώ Πλουτισμού είναι ένα σημαντικό βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από όλα τα άτομα στην Ελλάδα. Τα γεγονότα που είδα να εξελίσσονται το Γενάρη του 2026 στο Ιράν, τα ξαναβίωσα μέσα από το βιβλίο στην Ελλάδα του 1943. Ασφαλίτες και χωροφύλακες να μπουκάρουν σε σπίτια χωρίς ένταλμα, να “συλλαμβάνουν” ανθρώπους επειδή θεωρούνται ύποπτοι και να παίρνουν ως αντάλλαγμα χρήματα ή χρυσό. Άνθρωποι να βασανίζονται, να κακοποιούνται, να εκτελούνται επί τόπου. Συγγενείς κρατουμένων να τρομοκρατούνται και να εκβιάζονται ώστε να αλλάζουν τις μαρτυρίες τους. Όλα βρίσκονται καταγεγραμμένα κάτω από τη μύτη μας, στα αρχεία του κράτους και μας τα θύμησε αυτό το μυθιστόρημα.
Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός άντρας, με μοναδική του συντροφιά το σκύλο του. Ξαφνικά μαθαίνει ότι κληρονομεί ένα σπίτι και κάποιους φακέλους από έναν άγνωστο παππού. Μέσα τους βρίσκει το ημερολόγιο εκείνου του ανθρώπου, και ανακαλύπτει ότι ο δικός του παππούς πέθανε εξαιτίας του. Όσο διαβάζει, καταλαβαίνει πως είναι ο κληρονόμος αυτού του σκοτεινού κομματιού της ελληνικής ιστορίας και ότι, αργά ή γρήγορα, πρέπει να πάρει θέση.
Με σιγκίνησε, ένιωσα αυτή την έλλειψη της δικαίωσης, μια ματαίωση της πίστης, ένα πένθος που δεν βρήκε ποτέ τρόπο να εκφραστεί, ένα τραύμα που ποτέ δεν επουλώθηκε, . Μέσα από μια γραφή που με απορροφησε κατευθείαν από την αρχή του βιβλίου και με επανέφερε στους ήρωες που ανοίγουν το δρόμο.
Καταπληκτικό βιβλίο και λογοτεχνικά και ιστορικά. Μπλέκονται δε η λογοτεχνία και η ιστορία με μαεστρία τέτοια που αναρωτιέσαι αν είναι αληθινή η συγκεκριμένη περίπτωση. Μικρή σημασία έχει βέβαια, μιάς και υπήρχαν τόσες παρεμφερείς αληθινές ιστορίες. Το επίμετρο του κ Χαραλαμπίδη στα μεγάλα συν του βιβλίου. Η Χρονοπούλου με εκπλήσσει θετικά για μία ακόμη φορά. Διαβάστε το!
Ένα μυθιστόρημα με ιστορικές δόσεις αλήθειας και καταγραφών για τις ενέργειες των δωσίλογων κατά την περίοδο της κατοχής στην Ελλάδα και πως πλούτιζαν, συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές, εις βάρος των Ελλήνων πολιτών
Πώς γίνεται να αγωνιάς για το τι θα γίνει όταν το υποψιάζεσαι ήδη απο τις πρώτες σελίδες; Είναι το θέμα που σε θυμώνει, είναι που αυτό που ξέρεις ότι θα γίνει δεν το χωράει το μυαλό σου και είναι η αφήγηση που είναι γεμάτη προοικονομία. Πόσο όμορφο βιβλίο. Με ένα από τα καλύτερα επίμετρα που έχω διαβάσει ποτέ. Φυσικό αναγνωστικό επακόλουθο οι Δωσίλογοι και τα υπόλοιπα βιβλία της Χρονοπούλου!
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο όπου τα 5 αστέρια τα παίρνει όχι για το λογοτεχνικό ύφος, αλλά κυρίως για την αναλυτική και εξαιρετική έρευνα, και για την σύνθεση της όλης πλοκής βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία με μαεστρικό τρόπο.Επιπλέον δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη στιγμή για την έκδοση του μυθιστορήματος «επί σκοπώ πλουτισμού» της Ελισσάβετ Χρονοπούλου (εκδόσεις Πόλις, επίμετρο Μενέλαος Χαραλαμπίδης). Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα συγκίνησης κι ενδιαφέροντος για την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση. Το πολύ σημαντικό στη δημόσια συζήτηση που άνοιξε, ήταν ότι δεν ανέδειξε μόνο τον ηρωισμό των 200, αλλά έριξε επίσης φως σε μια σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας μας. Στο γεγονός δηλαδή ότι η πλειονότητα των 200 εκτελεσμένων παραδόθηκαν στους Γερμανούς από τις ελληνικές αρχές. Η Κατοχή δεν ήταν μόνο η Αντίσταση.
Αυτή τη σκοτεινή πλευρά της ελληνικής Ιστορίας φωτίζει η ιστορία που αφηγείται η Ελισσάβετ Χρονοπούλου. Ένα απρόσμενο τηλεφώνημα και η μυστηριώδης διαθήκη τού Δημοσθένη Σαρίκα οδηγούν τον Γιώργο Ασλανίδη να ξετυλίξει το κουβάρι της ξεχασμένης δολοφονίας της ΕΠΟΝίτισσας Αμαλίας Σαρίκα (αδελφής του Δημοσθένη) από τον δωσίλογο Ασλανίδη -τον παππού του Γιώργου δηλαδή. Το έγκλημα θα μείνει ατιμώρητο μεταπολεμικά μιας και οι δωσίλογοι αναβαπτίστηκαν ως… πατριώτες στην κολυμπήθρα της εθνικοφροσύνης.
Η Αμαλία και ο Ασλανίδης συμβολίζουν τις δύο διαμετρικά αντίθετες επιλογές που καθόρισαν την Κατοχή. Από τη μια μεριά, τα οράματα και η ανιδιοτέλεια της Αντίστασης. Από την άλλη, ο αμοραλισμός και η κτηνωδία του δωσιλογισμού, που είχε ως κίνητρο τον προσωπικό πλουτισμό. Όμως η Χρονοπούλου δεν απλουστεύει την Ιστορία. Στην ιστορία της δεν υπάρχουν μόνο οι αντιστασιακοί και οι δωσίλογοι, αλλά και όσοι-ες δεν πήραν θέση, όσοι-ες αντιστάθηκαν ως ένα σημείο αλλά μετά τα παράτησαν, όσοι-ες συνεργάστηκαν κάποια στιγμή, αλλά δεν έγιναν επαγγελματίες δωσίλογοι.
Οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο του Γιώργου και του Δημοσθένη σε συνδυασμό με τις καταθέσεις στη μεταπολεμική δίκη του δωσίλογου και τα ποιήματα της Αμαλίας, συνυφαίνουν μια ιστορία για το ειδεχθές έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο · για την εκδίκηση που δεν φέρνει την αναγκαία κάθαρση · για τη μνήμη ��ου παρέμεινε ζωντανή παρά την οργανωμένη αποσιώπηση · για την ατιμωρησία των δωσίλογων που αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μια ιστορία που σε συγκινεί και σε θυμώνει, χωρίς να εκβιάζει τη συγκίνηση και χωρίς να ηθικολογεί.
Οχτώ δεκαετίες μετά, «ξυπνάμε το παρελθόν μαζί με τον Γιώργο και συνειδητοποιούμε ότι η ατιμωρησία των δωσιλόγων παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα. Μόνο η αλήθεια μπορεί να το επουλώσει.
Ένας καλός συγγραφέας, λένε, δεν δίνει απαντήσεις. Φροντίζει να διατυπώνει τις ερωτήσεις με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο. Αυτό πρέπει να κάνει ένας καλός αφηγητής. Αν όχι με την ευθεία μορφή, να αναγκάσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί. Στο «Επί σκοπώ πλουτισμού», (Εκδόσεις Πόλις, επίμετρο Menelaos Charalampidis) η Elissavet Chronopoulou το πετυχαίνει. Θα ήταν πολύ εύκολο να απαντήσει αφού καταπιάνεται με ένα από τα πιο δύσκολα θέματα για να κάνει κάποιος στις μέρες μας σύγχρονη λογοτεχνία: Την Κατοχή, τους δωσίλογους, τον λιμό, τα σπίτια και τις περιουσίες που άλλαζαν χέρια για "έναν τενεκέ λάδι", τον εμφύλιο. Θα ήταν εύκολο να κρατηθεί από τη μπάρα της ιδεολογικής σιγουριάς και να ισορροπήσει μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνικότητας, δίνοντας τη δική της εκδοχή. Εδώ, όμως, κερδίζει η λογοτεχνία. Σε όλη την έκταση του βιβλίου απλώνεται η αφηγηματική δεινότητα της Χρονοπούλου χωρίς εύκολους διδακτισμούς αλλά σκαλίζοντας το θέμα των πληγών της συλλογικής μνήμης αποφεύγοντας να δώσει ευθεία απάντηση στο αν είναι χρήσιμο να παραμένουν ανοιχτές ή να τις αφήνουμε να επουλώνονται και να περιορίζονται στον παιδευτικό τους ρόλο από γενιά σε γενιά. Η μόνη σίγουρη απάντηση που δίνει είναι ότι είμαστε φτιαγμένοι από όλα όσα προερχόμαστε, ακόμα και αν δεν τα έχουμε ζήσει ως αυτόπτες. Ακόμα και αν τα γνωρίζουμε μόνο από αφηγήσεις, διαβάσματα ή μόνο από το υλικό που πλέκει η μνήμη με το εργαλείο της φαντασίας και της ιστορικής γνώσης. Πλησιάζει να απαντήσει, μάλιστα, στο ερώτημα «από τι υλικό ήταν φτιαγμένοι οι άνθρωποι της μεταπολεμικής Ελλάδας». Η ιστορία είναι ευρηματική, ο ρυθμός σχεδόν κινηματογραφικός, η έρευνα που έχει κάνει η συγγραφέας στα αρχεία από τις δίκες των δωσιλόγων μπλέκεται με υποδειγματικό τρόπο στα πόδια της μυθοπλασίας. Ένας άνθρωπος πεθαίνει και αφήνει την όποια περιουσία του σε έναν φαινομενικά άγνωστο, τον Γιώργο Ασλανίδη. Ένα σπίτι, κάτι ελάχιστα σε έναν τραπεζικό λογαριασμό αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο πολύτιμο, ένα μπλε τετράδιο σε ένα συρτάρι. Κληρονομιά, όχι περιουσίας, αλλά ενός παρελθόντος. Που το κουβαλάει κανείς στην πλάτη και την καρδιά χωρίς να το έχει γνωρίσει. Αυτό ακριβώς είναι το «Επί σκοπώ πλουτισμού». Μια άγνωστη και τόσο γνωστή κληρονομιά και κληροδότημα μαζί. Μόνο η ίδια ζωή ξέρει τον τρόπο να το κάνει παράλληλα...
Σε μία άδεια Αθήνα τον δεκαπενταύγουστο ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ο Γιώργος Ασλανίδης με μοναδική του συντροφιά τον σκύλο του περνάει ανέμελες στιγμές ώσπου ένα τηλεφώνημα ταράζει την ηρεμία του. Η κλήση προέρχεται από τα επείγοντα ενός δημόσιου νοσοκομείου που τον ενημερώνει πως ο Δημοσθένης Σαρίκας διανύει τις τελευταίες μέρες του στην επίγεια ζωή και τον καλεί να τον επισκεφτεί.
Ο Γιώργος αποφασίζει να πάει στο νοσοκομείο και εκεί μαθαίνει ότι είναι ο βασικός κληρονόμος του. Ένα σπίτι, τα χρήματα και ένα γράμμα γίνεται η αφορμή να μάθει πράγματα από το παρελθόν.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου έγραψε μία ιστορία που αναφέρεται στις σκοτεινές πτυχές του Εμφυλίου και συγκεκριμένα για την δράση των δωσίλογων που η ακραία βία και ο φανατισμός τους οδήγησε να βασανίζουν τόσες αθώες ψυχές.
Στο ανάγνωσμα γίνεται αναφορά στην «Ελεύθερη Νέα» που υπήρξε αντιστασιακή οργάνωση που εντάχθηκαν πολλοί νέοι. Το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η προδοσία όπως επίσης ο φόβος και η άρνηση της αποδοχής μίας κατάστασης που επηρέασε μετέπειτα τις οικογενειακές κα�� φιλικές σχέσεις των ανθρώπων.
Ο Γιώργος όσο σκαλίζει και αναζητά πληροφορίες από το παρελθόν της οικογενείας του συγκλονίζεται από την τραγικότητα των γεγονότων και από τα εγκλήματα που έκαναν οι δωσίλογοι σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.
Το «επί σκοπώ πλουτισμού» αναφέρεται στη διαχείριση του διαγενεακού τραύματος με αφορμή μία ιστορική συνθήκη.
Ένα καλογραμμένο ανάγνωσμα που νομίζω θα αγγίξει την νέα γενιά αναγνωστών που δεν γνωρίζουν τα γεγονότα εκεινής της περιόδου. Το επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη είναι διαφωτιστικό γιατί σε βοηθάει να μάθεις περισσότερα πράγματα για την ρατσιστική χροιά που είχε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος που είχε στόχο να αφανίσει συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων.
Το Επί Σκοπώ Πλουτισμού είναι ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τη μυθοπλασία με την ιστορική μνήμη, φωτίζοντας σκοτεινές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Βασισμένο, μεταξύ άλλων, σε δικαστικά πρακτικά, καταφέρνει να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγηση και ως υπενθύμιση όσων συχνά μένουν στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης. Η ιστορία ξεκινά όταν ο αφηγητής πληροφορείται πως είναι ο μοναδικός κληρονόμος ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε ποτέ. Η αποδοχή αυτής της κληρονομιάς γίνεται η αφορμή για ένα ταξίδι ανακάλυψης, όχι μόνο του παρελθόντος ενός άγνωστου ανθρώπου, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής γεμάτης βία, φόβο, διώξεις και ηθικά διλήμματα. Η γραφή έχει κινηματογραφική αίσθηση και οι μεταβάσεις ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν γίνονται με φυσικό τρόπο, κρατώντας ζωντανό το ενδιαφέρον. Παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένα σημεία ένιωσα ότι το συναίσθημα προσφέρεται κάπως έτοιμο στον αναγνώστη. Ωστόσο, η ουσία του βιβλίου βρίσκεται αλλού. Στην ιδέα της κληρονομιάς, όχι ως υλικού, αλλά ως μνήμης, ευθύνης και ιστορίας. Ο αφηγητής δεν παραλαμβάνει απλώς υπάρχοντα, καλείται να κουβαλήσει το βάρος ζωών, επιλογών και γεγονότων που σημάδεψαν ανθρώπους και εποχές. Ένα βιβλίο συγκινητικό και ουσιαστικό, που με έκανε να σκεφτώ πόσο βαθιά μπορεί να επηρεάζει το παρόν ένα παρελθόν που δεν έχουμε ζήσει, αλλά εξακολουθούμε να κληρονομούμε.
Ένα καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα που έχει πατήσει σε τόσο καλή έρευνα από την συγγραφέα ώστε σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως είναι αληθινή ιστορία!
Δύσκολο θέμα, μια ανοιχτή πληγή που πρέπει να έρθει ξανά στο προσκήνιο γιατί είναι τόσο άδικο να έχει αμαυρωθεί η μνήμη τόσων ανθρώπων που πάλεψαν πραγματικά για ελευθερία ενώ οι δωσίλογοι κυκλοφορούν με το κεφάλι ψηλά στο όνομα ενός υποτιθέμενου πατριωτισμού.
Σύγχρονη ματιά στα φρικτά γεγονότα της Κατοχής/Εμφυλίου όπου κυνηγάγαμε συμπατριώτες μας, όχι πάντα για ιδεολογικούς λόγους, αλλά για ταπεινούς σκοπούς, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, η χρονική απόσταση από τα γεγονότα, πρέπει να είναι χάσμα και αυτό με θλίβει γιατί δεν έχει την ίδια ζωτικότητα με τα βιβλία που είναι γραμμένα από ανθρώπους που ζήσανε την εποχή εκείνη. Πάντως ήταν ευχάριστο και το διάβασα απνευστί.
Τα βιβλία που μιλούν για σκοτεινές εποχές της ελληνικής ιστορίας με θάρρος όμως χωρίς πάθος τα αγαπώ λίγο παραπάνω. Γιατί αφήνουν τους αναγνώστες να αναπνεύσουν, να κρίνουν με δικά τους κριτήρια και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Οι μαύρες σελίδες της ιστορίας θα συνεχίσουν να υπάρχουν κι εμείς οφείλουμε να τις διαβάσουμε όσο δύσκολο κι αν είναι. Εξαιρετικό βιβλίο!
«Τι σου έλειψε; Τι άφησα ποτέ να σου λείψει;» Τίποτα δεν της έλειψε. Τίποτα δεν μου έλειψε. Κι όλα αυτά που δεν μου έλειψαν ύφαναν επάνω μου αυτό το ξένο δέρμα, αυτό που προσπαθούσα να ξεκολλήσω αλλά δεν ξεκολλάει επειδή δεν είναι ξένο, είναι το δικό μου. Είμαι αυτά που δεν μου έλειψαν. Να τι είμαι. (σ.125)
[...]Τίποτα δεν της έλειψε. Τίποτα δεν μου έλειψε. Κι όλα αυτά που δεν μου έλειψαν ύφαναν επάνω μου αυτό το ξένο δέρμα, αυτό που προσπαθούσα να ξεκολλήσω αλλά δεν ξεκολλάει επειδή δεν είναι ξένο, είναι το δικό μου. Είμαι αυτά που δεν μου έλειψαν. Να τί είμαι.[...]
This entire review has been hidden because of spoilers.
Εξαιρετική γραφή και ωραίος ο συνδυασμός της λογοτεχνίας με την ιστορία, μιας ιστορίας πτυχές της οποίας πολλοί θέλουν να «σβήσουν». Τα μεγάλα μεγέθη όμως μένουν και στέκουν αγέρωχα εκεί, συγκινητικοί φάροι στο δυστοπικό σήμερα.
Διαβάζεται απνευστί! Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή ενα πολύ δύσκολο θέμα κ μια ακόμη πιο δύσκολη ιστορικά περίοδο. Κάποιες σκηνές είναι γροθιά στο στομάχι, άλλες βαθιά συγκινητικές. Συνολικά ολοκληρωμένη δουλειά, μαζί με τα ιστορικά στοιχεία μαι το επίμετρο!
Ένα συγκροτημένο ιστορικό μυθιστόρημα για τη συνθήκη του δωσιλογισμού και της ατιμωρησίας του που επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση της Ελλάδας, τα τελευταία χρόνια. Συμπυκνωμένο, με ζωντανούς χαρακτήρες και δράση που σε κρατάει ως το τέλος. Εξαιρετικό και το επίμετρο Χαραλαμπίδη.
Πρόκειται για ένα από τα πιο αξιόλογα κ καθηλωτικα βιβλία, που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Καταπιάνεται με την πιο μελανή περίοδο της ιστορίας με τέτοιον τρόπο, ώστε ο αναγνώστης αισθάνεται πως αποτελεί και ο ίδιος μέρος των γεγονότων. Η συγγραφέας διαθέτει τη ικανότητα να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.