Jump to ratings and reviews
Rate this book

Υπέρθεση υπό κατάρρευση

Rate this book
Μια αυτοκτονία στις ράγες του ηλεκτρικού γίνεται η αφορμή μιας εσωτερικής περιπλάνησης. Καθοδόν για το καθοριστικό ραντεβού που είτε θα ανανεώσει τη σφοδρή σχέση του με την Ματίλντα, την Αλβανίδα αγαπημένη του, είτε θα επιβεβαιώσει το οριστικό τέλος της, ο ήδη φορτισμένος νους του ιδιοφυούς, αλλά ιδιόρρυθμου, ερωτευμένου κατακλύζεται από αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, της προβληματικής του οικογένειας και κυρίως των ιδιαίτερων στιγμών τους. Το φάντασμα του αυτόχειρα πλανάται συνέχεια πάνω του, σαν προειδοποίηση για την αβέβαιη έκβαση του τελευταίου ραντεβού.

Όταν ο έρωτας μετατρέπεται σε εμμονή, η μοναξιά σε κλειστοφοβικό μονόδρομο και το όριο ανάμεσα στο πάθος και την απώλεια του εαυτού θολώνει επικίνδυνα, οι ράγες του ηλεκτρικού δεν μοιάζουν πιο τρομακτικές από τον χωρισμό.

Υπέρθεση: Έννοια δανεισμένη από την κβαντομηχα νική, σύμφωνα με την οποία ένα σωματίδιο μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε πολλαπλές καταστάσεις, ώσπου να μετρηθεί και να «καταρρεύσει» σε μία συγκεκριμένη. Ένα τραπουλόχαρτο, για παράδειγμα, που ισορροπεί στην κόψη του βρίσκεται ταυτόχρονα στην κατάσταση «εμπρόσθια όψη» και στην κατάσταση «οπίσθια όψη».

203 pages, Paperback

Published December 7, 2025

About the author

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
0 (0%)
4 stars
1 (100%)
3 stars
0 (0%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Ελσόν Ζγκούρη.
Author 4 books25 followers
February 7, 2026
Απόλαυσα την ιστορία του κεντρικού ήρωα. Ολες του τις σκέψεις, τα συμβάντα, τις αναμνήσεις, τα τραύματα και τα συναισθήματα του παρά τα κενά που υπήρχαν για τον χαρακτήρα του, παρότι ήταν πολύ τέλειος για να είναι αληθινός. Μιλούσε ωστόσο μια γλώσσα που γνωρίζω πολύ καλά, μιλούσε την γλώσσα με την οποία μιλούσα με τους άντρες συμφοιτητές μου, τη γλώσσα που άκουγα περισσότερο. Λέει τόσες αλήθειες, περιγράφει τόσα προσωπικά και συλλογικά τραύματα που είναι αδύνατον να τα δεις όλα όσα του συμβαίνουν ως κάτι προσωπικό. Δεν είναι θέμα ταύτισης πάντα, είναι ο τρόπος γραφής — πολλές φορές σαν θεατρικός μονόλογος — που σε καθηλώνει. Ο συγγραφέας το έφτασε σε ένα καλό επίπεδο.

Χαίρομαι πολύ που ο Κούκα βρήκε έναν τόσο ευφυή τρόπο να πει αλήθειες για την πλειοψηφία και τραυματικές εμπειρίες για την μειοψηφία, τους Αλβανούς στην Ελλάδα. Έχει πολύ πόνο αυτό το μυθιστόρημα και ο πόνος είναι ένας τρόπος να ειπωθούν αλήθειες.

«Ο Άλφρεντ ήταν ο Αλβανός γείτονάς μας και καλός φίλος του πατέρα μου. Καμιά φορά ο πατέρας τον φώναζε Αλφρέντ. Πραγματικά δεν ήξερα πώς να τονίσω το όνομά του. Άλλες φορές τον φώναζε και Αλφρέντο, για να με μπερδέψει ακόμα περισσότερο. Εκείνος, όπως και αν τον έλεγαν, ήταν ο πρώτος Αλβανός που γνώρισα. Η αδελφή μου μού είχε δείξει μια φορά έναν Αλβανό που περνούσε έξω από την πόρτα μας. Τον έβλεπα με μεγάλη περιέργεια, μέχρι που η αδελφή μου φώναξε «Αστυνομία» και μετά «Police». Εκείνος επιτάχυνε το βήμα του χωρίς να κοιτάξει πίσω. Εγώ τρόμαξα και μπήκα μέσα για να μη με δει. «Ουστ από δω, βρομιάρη», είπε η αδελφή μου όταν εκείνος είχε απομακρυνθεί.

Τον θυμάμαι πολύ καλά στο πρόσωπο και στα ρούχα που φόραγε. Από τις παιδικές μου αναμνήσεις, η εικόνα του παραμένει ίσως η πιο αναλλοίωτη και βαθιά χαραγμένη απ' όλες τις άλλες. Είχα ακούσει τόσο πολλά γι' αυτούς και τώρα έβλεπα με τα μάτια μου έναν. Μου φάνηκε σαν εξωγήινος. Κουβαλούσε και κάτι πολύ βαρύ, το οποίο δεν μπόρεσα να δω καλά. Στο πρόσωπο και στα μαλλιά ήταν γεμάτος άσπρες σκόνες, οι οποίες κάλυπταν μαύρα χαρακτηριστικά. Τα ρούχα του ήταν φαρδιά και πολύχρωμα. Φαινόταν δυνατός, αλλά όχι στο πρόσωπο, Στο πρόσωπο φαινόταν μεγάλος. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο μεγάλος ήταν κανείς, αλλά αργότερα, όταν η εικόνα του περνούσε στο νου μου κάθε φορά που άκουγα στην τηλεόραση για εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Αλβανοί, θυμόμουν τις ρυτίδες του. Πολύ αργότερα , όταν πάλι άκουγα για Αλβανούς και συνέδεα το πρόσωπό του με τον τρόπο που περπατούσε, καταλάβαινα ότι όντως ήταν δυνατός και άρα όχι μεγάλος στην ηλικία. Οι Αλβανοί είχαν πολλές ρυτίδες και έδειχναν πολύ μεγαλύτεροι απ' ότι ήταν. Και οι γονείς της Ματίλντας είχαν ρυτίδες. Είχα δει και τον πατέρα της μια φορά, όταν έβγαινα από την πολυκατοικία της. Εκείνος έμπαινε. Ανταλλάξαμε μόνο αδιάφορα βλέμματα. Αργότερα, όταν η Ματίλντα μου είπε ότι πέρασε ο πατέρας της μόλις βγήκα εγώ, έκανα τη σύνδεση.

Ο Αλβανός φίλος του πατέρα τον είχε βοηθήσει μια φορά να καθαρίσει τον κήπο. Στον πατέρα άρεσε πολύ η δουλειά που έκανε και τον καλούσε κάθε φορά που είχε μερεμέτια να κάνει στο σπίτι. Νομίζω ότι του βρήκε και κανονική δουλειά σε έναν πλακά φίλο του. Δεν θυμάμαι τι στάση κράτησε η αδελφή μου. Δεν την θυμάμαι να τον βρίζει, όπως έβριζε τους άλλους Αλβανούς.

Δεν την θυμάμαι καν να ήταν παρούσα όταν ο Αλβανός δούλευε ή ερχόταν στο σπίτι για επίσκεψη. Εγώ τον κοιτούσα με περιέργεια να δουλεύει, κρυμμένος κάπου όπου δεν μπορούσε να με βλέπει. Όταν είχα ακούσει για εγκλήματα των Αλβανών τις προηγούμενες ημέρες, κρυβόμουν καλύτερα και παρακολουθούσα την κάθε του κίνηση. Ήθελα να προστατεύσω τον πατέρα μου αν τυχόν έκανε καμιά κίνηση εναντίον του, αν και τον φοβό μουν πολύ. Μια μέρα έφερε και τον γιό του. Τον φώναζε Ελτόν, αλλά στη γειτονιά τον γνωρίζαμε ως Αντώνη. Δεν ήξερα ότι ήταν ο γιος του. Τον έβλεπα συχνά δίπλα στα άλλα παιδιά. Στην αρχή τον είχα χτυπήσει. Η αδελφή μου με είχε παροτρύνει.

— Πήγαινε χτύπα τον, μου είπε όταν τον είδαμε να πλησιάζει δειλά και αργά την παρέα μας. Τότε ήμουν οκτώ παρά κάτι. Εκείνος δώδεκα και κάτι.

Του έδωσα μια σφαλιάρα. Δεν ήταν δυνατή. Δεν μπορεί καν να θεωρηθεί σφαλιάρα. Ήταν χάδι περισσότερο, αλλά το βλέμμα μου και η στάση του σώματός μου την έκαναν σφαλιάρα. Εκείνος με έσπρωξε στον ώμο με το ένα χέρι.

– Εσύ είσαι ξένος, του είπα. Δεν πρέπει να με χτυπάς.

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Δεν ξέρω αν κατάλαβε αυτό που του είπα, αλλά απομακρύνθηκε λίγα βήματα και δεν ξαναπλησίασε για καμιά βδομάδα. Στο σπίτι μου ήμασταν και οι δυο αμίλητοι. Εγώ δίσταζα να πλησιάζω, εκείνος δίσταζε να απομακρυνθεί από τον πατέρα του.

Τους έβλεπα και αναρωτιόμουν τι πατέρας ήταν αυτός. Δεν είδα κανένα χάδι, κανένα χαμόγελο, και σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε το ίδιο πρόβλημα με την μάνα μου».

~Υπέρθεση υπό κατάρρευση, Μαρτίν Κούκα.
Εκδόσεις Ισνάφι, 2025.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Displaying 1 of 1 review

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.