Αφορμή για να (ξανα)διαβάσω αυτό το βιβλίο ήταν το προηγούμενο που διάβαζα (Οι Εργάτες της Νύχτας, Δαίμων του τυπογραφείου, 2017) και τα βασανιστήρια και οι εξορίες που περίμεναν του απείθαρχους στα τελειώματα του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Πόσο όμως αλλάξαν τα πράγματα; Στα μέρη μας από τις εξορίες του θαυμαστή των Ναζί Μεταξά, στα βασανιστήρια στα κελιά του γύψου της χούντας, και από κει μέχρι τα φτηνά φωτοσοπ στα πρόσωπα των παιδιών (στην υπόθεση της διπλής απαλλοτρίωσης στο Βελβεντό Κοζάνης) που εμφανέστατα βασανίστηκαν, και τους "ανεξήγητους" θανάτους στα κελιά της δημοκρατίας ή στο κολαστήριο του Κορυδαλλού το μόνο που παρατηρώ είναι ένα μένος κατά των ανυπάκουων. Όσων τολμούν να αμφισβητούν την εκάστοτε εξουσία.
Άραγε πόσο διαφέρουν οι δηλώσεις φρονημάτων της χούντας, από τις δηλώσεις μεταμέλειας που η "δημοκρατία" ζητά από πολιτικούς κρατούμενους σαν τον Κουφοντίνα και τον Γουρνά; πόσο διαφέρουν οι σκιές στην απομόνωση που περιγράφει ο Κοροβέσης, από τον ΣάΒβα Ξηρό που εξοντώνεται αργά και βασανιστικά; Πόσο διαφέρουν οι διώξεις φρονημάτων τον ολοκληρωτικών καθεστώτων από τις "δημοκρατικές" διώξεις ανθρώπων όπως ο Θεοφίλου και η Ηριάννα; Τίποτα δεν άλλαξε ποτέ. Το κράτος έχει συνέχει, όπως και η φρίκη επίσης.Οι Σπανοί και οι Γκραβαρίτες της χούντας γίνανε έντιμοι αστυνομικοί επί δημοκρατίας. Οι κάθε είδους Ε.Δ.Ε. και τα δικαστήρια αποφάνθηκαν πως δεν έγινε τίποτα (ορισμένοι μάλιστα δεν βρήκαν καν την ταράτσα της Μπουμπουλίνας). Έτσι οι διάφοροι Μάλλιοι και Μπάμπαλοι κυκλοφορούσαν σαν να μην έτρεχε τίποτα.
Ένα βιβλίο-μαρτυρία. Ένα βιβλίο που μαρτυρά τα μαρτύρια. Το βιβλίο αυτό έχει πολύ σκληρές εικόνες που όσο κι αν προσπαθούν οι λογοτεχνικές εκφράσεις και οι όμορφες λέξεις, δεν μπορούν να τις λειάνουν. Η μαρτυρία ενός ανθρώπου που πέρασε βασανιστήρια και ανακρίσεις απλά και μόνο για τα πιστεύω του. Οργουελικές εικόνες σου έρχονται στο μυαλό καθώς διαβάζεις αυτό το βιβλίο, και σε προκαλούν να φανταστείς που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη βαρβαρότητα. Μια βαρβαρότητα που κρύβεται μπροστά στα μάτια μας όσο οι φιλήσυχοι άνθρωποι αυτού του πλανήτη κοιτάζουν τη δουλεία τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προτελευταία παράγραφος του Επιλόγου όπου ο ανθρωποφύλακας και βασανιστής χωρίς καμία αιδώ και με πλήρη κυνισμό παραδέχεται πως έκανε απλά τη δουλεία του. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τους ανθρώπους που απλά κάνουν τη δουλεία τους.
Από τη μία η Ελευθερία, η Χαρά και η Ζωή, και από την άλλη η Βαρβαρότητα, ο Φόβος και το Μίσος. Αυτό το βιβλίο πρέπει να διαβάζεται για να μην ξεχνάμε. Γιατί η μνήμη είναι όπλο ενάντια στη λήθη. Όσ@ έχουν γερά στομάχια ας το απολαύσουν υπεύθυνα.