Θα έκανε τα πάντα. Θα ήταν σαν αγρίμι. Θα άρπαζε τα πιο μαλακά κομμάτια του εαυτού της και θα τα ξέσκιζε. Θα τα έτρωγε ένα ένα. Μέχρι να απομείνει ξανά μόνο εκείνο το πράγμα...
Όταν δεν είσαι κανένας, η επιλογή είναι πολυτέλεια. Το ίδιο ισχύει και για τη Λητώ. Εγκλωβισμένη σε μια εξαντλητική εργασία, προσπαθεί να φροντίσει τον μικρότερο αδελφό και την απούσα μητέρα της. Ώσπου, μια ατυχής συνάντηση αλλάζει βίαια τη ζωή της. Απρόσμενα αναγκάζεται να υπομείνει μια βάναυση εκπαίδευση και να ενταχθεί στο σώμα των Ρυθμιστών, υπό τη σκληρή επίβλεψη της Μονάδας Hope της Vis – ευθύνη της είναι η πειθαρχία στους δρόμους, στους πολίτες, σε μια ολόκληρη χώρα.
Ψηλά στην ιεραρχία της μονάδας βρίσκεται η θέση του Μέντορα – μια ελπίδα για κάτι καλύτερο. Χρήματα, ασφάλεια, εξουσία, επιλογή. Η Λητώ είναι διατεθειμένη να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για μια τέτοια ευκαιρία. Ό,τι χρειαστεί.
Βρισκόμαστε σε ένα δυστοπικο μέλλον ή και παρόν. Η χώρα διοικείται από εταιρείες, και η ανέλιξη σε αυτές δεν είναι εύκολη. Η Λητώ, κατάφερε να γίνει ρυθμιστρια αλλά δεν είναι αρκετό αυτό για να βοηθήσει τον αδερφό της. Τα χρήματα είναι λίγα και δεν αρκούν να καλύψουν τις οποίες ανάγκες. Η ανάγκη να γίνει μέντορας είναι επιτακτική μιας κι αυτό θα της εξασφαλίσει πέραν των απολαβών, μεγαλύτερη ασφάλεια και ευελιξία, οπότε η Λητω πρέπει να κάνει ότι χρειαστεί για να τα καταφέρει.
Η αφήγηση κινείται σε δύο πλαίσια, παρόν και παρελθόν και μας δείχνει την Λητω του σήμερα και όλα όσα συνέβησαν ώστε να γίνει η Λητώ ρυθμιστρια. Παρακολουθώντας λοιπόν τη ζωή της Λητως, η συγγραφέας μιλά για τις οικογενειακές και αδελφικές σχέσεις, αλλά και πόσο οι καταστάσεις αλλάζουν τους ανθρώπους.
Όταν η επιβίωση έχει τον πρώτο ρόλο, δοκιμάζονται οι αξίας τα πιστεύω και τα ηθικά στεγανά του καθενός μας.
Ενα καλογραμμένο μυθιστόρημα που σαφέστατα προβληματίζει!!