«Πέρασαν πενήντα δύο ήδη ολόκληρα χρόνια από τότε που ο πατέρας μου έγραψε τη “Φαύστα”. Στο μυαλό μου όμως είναι σαν να την έγραψε χθες. Μου φαίνεται απίστευτο το ότι πέρασε ήδη μισός αιώνας από τότε που τον έβλεπα να δακτυλογραφεί το κείμενό του σκυφτός πάνω στην αρχαία γραφομηχανή του μάρκας Ολύμπια. Σχεδόν ακούω τον στακάτο ήχο της. Ακούω μαζί και τον σπηλαιώδη βρυχηθμό που είχε αντί για γέλιο ο πατέρας. Αυτός ο βρυχηθμός σήμαινε για την οικογένεια πως αυτό που έγραφε του φαινόταν και του ίδιου αστείο. Αστείο αστείο, γεγονός είναι πως πίσω από την ιστορία της «Φαύστας» κρύβεται ένα πραγματικά τραγικό συμβάν. Στην περιοχή του Κερατσινίου κάποτε, χάθηκε ένα παιδάκι την ώρα που κολυμπούσε. Οι εφημερίδες της εποχής ύστερα από έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως το δυστυχισμένο φαγώθηκε από ένα τεράστιο ψάρι. Πιθανότατα από καρχαρία.
Με έναυσμα αυτή την τραγική ιστορία, που του είχε κάνει τρομερή εντύπωση, ο πατέρας έκανε ένα σκίτσο το 1961 το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θεατής”. Σε εκείνο το σκίτσο –εν σπέρματι– βρίσκεται η δομή όλης της “Φαύστας”. Στο σκίτσο η κόρη χάνεται κολυμβώσα και, ως άλλος Ιωνάς, βγαίνει από το κήτος που ψάρεψε ο πατέρας της μετά από δέκα έτη. Επειδή όμως μύριζε ψάρι, όπως είναι φυσικό, την κατασπάραξαν οι γάτες. Κάποιοι γείτονες φέρνουν αργότερα ένα αγοράκι –που είχε βρεθεί σε άλλο ψάρι– διά συνοικέσιον, επειδή όμως το κοριτσάκι έχει ήδη φαγωθεί, δεν υπάρχει τέλος αίσιον».
Η «Φαύστα», έργο βαθύτατα πολιτικό, αν και δίνει την εντύπωση μιας απλής ανώδυνης σάτιρας, έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας. Οι υπόλοιπες ιστορίες διατηρούν τον αμίμητο και ιδιαίτερα σαρκαστικό τόνο του Μποστ.
Ο Χρύσανθος (Μέντης) Μποσταντζόγλου, γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Μποστ ήταν σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Μποσταντζόγλου, το γένος Παπαγιαννακοπούλου. Οι δυο γιοί του Κώστας και Γιάννης είναι σήμερα διακεκριμένοι στον χώρο της γραφιστικής και την υποκριτικής αντίστοιχα.
Το έργο του περιλαμβάνει πολιτικές γελοιογραφίες και χρονογραφήματα, εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, δέκα θεατρικά έργα και πολλές ζωγραφικές συνθέσεις. Για ένα διάστημα δούλεψε στη διαφήμιση όπου οι έντυπες καταχωρίσεις του για τη RENAULT (Ντοφίν εστί φιλοσοφείν), Flow Coat/Dupont (βάφεν ζι γκουντ πιλοτ?) ακόμα και οι πιλότοι της Λουφτβάφε βάφουν με βαφές Φλόου Κοτ.), άφησαν κυριολεκτικά εποχή με την τόλμη και τη διαφορετικότητά τους.
Το να είσαι σε τρένο στην Αγγλία, να γελάς σαν καθυστερημένος και να μην μπορείς να περιγράψεις (στα αγγλικά κιόλας!) στο διπλανό το γιατί (ο Μποστ δεν περιγράφεται, απλά βιώνεται), είναι στιγμές ανεκτήμιτης αξίας!
B.R.A.CE. 2019 Νο 65 Ένα βιβλίο που είναι θεατρικό κείμενο ή σενάριο
Θεωρώ το ότι διάβασα τον πρόλογο όπου εξηγείται η ιστορία του πως εμπνεύστηκε ο Μποστ την Φαύστα μου στέρησε κάτι από την χαρά της ανάγνωσης. Με την Φαύστα δεν γέλασα, περισσότερο εκνευρίστηκα και λυπήθηκα με την ατυχία της κόρης. Δεν κατάφερα να είμαι απέξω και να γελάω...
Τα υπόλοιπα διηγήματα όμως (Στη χώρα των τουλίπων, Αιγαίον: αφτό το άγνοστον, Ηρακλής μενόμενος, Το σενάριο, Το επάγγελμα της μητρός μου) ήταν απολαυστικά!
Με σκωπτική διάθεση και αστείρευτο χιούμορ ο Μποστ κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον με αυτή τη συλλογή ορισμένων εκ των διηγημάτων του αλλά και του θεατρικού Φαύστα.
Ενδιαφέρον βιβλίο, αλλά όχι το ξεκαρδιστικό που περίμενα. Η Φαύστα είναι απλά εξωφρενική, δε με έκανε να γελάσω, Τα άλλα διηγήματα, μοιάζουν με λαϊκές απομιμήσεις του Τσιφόρου ή του Ψαθά. Μπρίο, αλλά χωρίς την σπιρτόζικη αίσθηση της ισορροπίας που είχαν οι προαναφερόμενοι.