Στο «Απέξω» ο Αχιλλέας ΙΙΙ ακροβατεί πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει –και ταυτόχρονα συνδέει– το «εντός» και το «εκτός» παρουσιάζοντας ιστορίες με πρωταγωνιστές ανθρώπους οι οποίοι ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας και, ανεξαρτήτως αν θέτουν εαυτόν σε κοινή θέα κυκλοφορώντας στους δρόμους ή αν κρύβονται στις σκοτεινές πτυχές της πόλης, εκπέμπει ο καθένας το δικό του μοναδικό μήνυμα σε μια συχνότητα που συνήθως δεν γίνεται αντιληπτή.
Στα είκοσι δύο διηγήματα του βιβλίου, ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα διαφορετικό, γεμάτο ανατροπές λογοτεχνικό σύμπαν, συντονίζει για λίγο το βήμα του με το βήμα ανθρώπων με τους οποίους στην πορεία ανακαλύπτει πως έχει πολύ περισσότερα κοινά απ’ ό,τι αρχικά πίστευε, καθρεφτίζεται σε απρόσμενες επιφάνειες και κοιτάζει κατάματα σκληρές αλήθειες. Στη συνέχεια, προχωρώντας στο εσωτερικό ενός κόσμου όπου τα πάντα υπακούν στον κανόνα ότι «Δεν ισχύει κανένας κανόνας», κάποια στιγμή καλείται να αποφασίσει αν, τελικά, όσα έχει παρακολουθήσει να εκτυλίσσονται από σελίδα σε σελίδα είναι πιο παράδοξα από αυτά που καθημερινά τον περιβάλλουν και δεν του προκαλούν πλέον ιδιαίτερη εντύπωση απλώς και μόνο επειδή τα έχει πια συνηθίσει…
Απέξω Αχιλλέας III. Εκδόσεις Ίκαρος Ο κόσμος που περιγράφει ο Αχιλλέας στο Απέξω είναι ο κόσμος που ζει έξω στο δρόμο αλλά είναι και στην Απέξω, είναι ο κόσμος που η κοινωνία η ίδια έχει αφήσει στο περιθώριο και δεν ασχολείται πλέον μαζί τους, είναι οι αόρατοι άνθρωποι, αυτοί που ξαπλώνουν στους δρόμους πάνω σε χαρτοκούτες , αυτοί που σκεπάζονται με βρώμικες και φθαρμένες κουβέρτες, αυτοί που κοιμούνται με αρκουδάκια χωρίς μάτια που άλλαξαν χρώμα από την βρωμιά.Είναι αυτοί που δείχνουν τα γυμνά τους πόδια για να τους λυπηθείς και να ρίξεις τον οβολό σου στο πλαστικό ποτηράκι τους, αλλά κρύβουν το πρόσωπο τους γιατί ντρέπονται.Είναι διηγήματα που κανονικά θα σου δημιουργούσαν μια θλίψη, αλλά εκεί που πας να συνεφιάσεις , βάζει ο συγγραφέας τον σουρεαλισμό εν δράση και σε κάνει να χαμογελάς ,όχι γιατί πρόκειται για αστείες περιπτώσεις αλλά γιατί είναι μεγαλόψυχος και σε λυπάται, δεν θέλει να σε αφησει πικραμένο .Η φαντασία του είναι αστείρευτη ,όπως και το χιούμορ του και η μυθοπλαστική του ευφυία,η γραφή του εξελίσεται και από χιουμοριστική που ήταν, γίνεται περισσότερο ποιητική και φιλοσοφημένη. Χρησιμοποιώντας το χιούμορ σαν εργαλείο, σου μιλά για τα σοβαρά και σε βάζει σε σκέψεις. Περνά το μήνυμα του χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει κυνισμό και σκληρότητα σε επαναφέρει στη σωστή πορεία με λεπτότητα και ευγένεια ψυχής. Σε καλεί να κοιτάξεις πέρα από τα προφανή και να δεις πόσο ξεχωριστοί είναι αυτοί που κάνεις ότι δεν βλέπεις όταν περνάς από δίπλα τους.