Άνθρωποι-δεντράκια, που προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι στην ισόβια διάρκεια του κόντρα καιρού. Άνδρες που έρχονται αντιμέτωποι με την ανασφάλεια, τη ματαίωση και την απώλεια. Γυναίκες που βιώνουν τη μοναξιά και την απόγνωση κι άλλες που κυνηγούν την ουτοπία. Μητέρες υπερπροστατευτικές κι άλλες αμήχανες ή κλεισμένες στον εαυτό τους. Γιαγιάδες τρυφερές και αγαπησιάρηκες κι άλλες κάπως παρεξηγημένες. Γιοι και κόρες που υφίστανται τις συνέπειες της γονεϊκής συμπεριφοράς ή που προσπαθούν να ξεφύγουν με όχημα την κατανόηση και τη συγχώρεση.
Δεκαεννιά διηγήματα, που διανύουν τριάντα και κάτι χρόνια, γραμμένα το καθένα με διαφορετική τεχνοτροπία, γλώσσα και δομή. Με το κωμικό ή σουρεαλιστικό στοιχείο να εναλλάσσεται με το δραματικό και κάποιες φορές με τη συγκίνηση.
Παρήγγειλε καπουτσίνο κι εγώ διπλό εσπρέσο. «Η ζωή είναι ωραία» σκέφτηκα. Ήµασταν έξι µήνες µαζί, ευτυχισµένοι και ερωτευµένοι. Ετοιµαζόµασταν µάλιστα να συγκατοικήσουµε. Ζητήσαµε και δύο αρµυρές κρέπες. Ξαφνικά εµφανίστηκε ένας κουστουµαρισµένος άνδρας. Ήταν ακαθορίστου ηλικίας κι έτρωγε, λαίµαργα, κρουασάν σοκολάτας. Όταν τελείωσε, έβγαλε από την τσέπη του ένα βρόµικο µαντίλι, σκουπίστηκε, ξερόβηξε και φώναξε τρεις φορές ρυθµικά: «Έξω οι βλάχοι απ’ την Αθήνα! Έξω οι βλάχοι απ’ την Αθήνα! Έξω οι βλάχοι απ’ την Αθήνα!» Κι έφυγε τρέχοντας. Απόσπασμα από το βιβλίο
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζεται στο χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Περίπλους" (1994-2005) και συνεκδότης του περιοδικού "Index" (2006-2011). Σήμερα διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr. Κείμενά του (διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα), συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα μονόπρακτά του "Στην πλατεία" και "Η τηλεόραση" παίχτηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, στα ισπανικά, στα αγγλικά, στα εβραϊκά, στα σουηδικά και στα φινλανδικά. Το 1996 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του για ενηλίκους "Πάτυ εκ του Πετρούλα" (υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού "Διαβάζω"), που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά και στο Ισραήλ. To 2013 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, "Μάρτυς μου ο Θεός", από τις εκδόσεις Κίχλη, το οποίο συμπεριλήφθηκε στα δεκατρία βιβλία που τιμήθηκαν, το 2014, με το European Union Prize for Literature, ένα βραβείο που απονέμεται σε νέους και ανερχόμενους ευρωπαίους συγγραφείς. Επίσης, έχει γράψει δεκατρία βιβλία για παιδιά.
Θεωρώ τη μικρή φόρμα και μάλιστα τα διηγήματα, ως δύσκολο είδος ως προς τη συγγραφή. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας πρέπει να πει πολλά μέσα σε λίγες παραγράφους, σε λίγες σελίδες.
Η πιο πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Μάκη Τσίτα, Τσίχλες Ταξιδίου, καταφέρνει να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ακριβώς γιατί μιλά για μητέρες και γιους, άνδρες και γιαγιάδες που οι ιστορίες τους μιλούν για θέματα όπως η μοναξιά και η απώλεια, η αγάπη και η γονεϊκή φροντίδα, με τρόπο άμεσο και σαφή, αλλά και με χιούμορ και τρυφερότητα.
Μια μικρή συλλογή διηγημάτων που διαβάστηκε σε ένα απόγευμα και με άφησε με ένα μειδίαμα και μια στάλα νοσταλγίας.
Μία συλλογή διηγημάτων με γεύση από τσίχλες ταξιδιού...
Τον συγγραφέα Μάκη Τσίτα τον ''παρακολουθώ'' αρκετά τα τελευταία χρόνια μέσα από τα βιβλία που υπογράφει. Νιώθω μία οικειότητα με την πένα του, καθώς και με τον τρόπο σκέψης του. Τί κι αν δεν είμαι στο ''πλάι'' του, ως αναγνώστρια, από τα πρώτα του συγγραφικά βήματα, μας έκανε μία μεγάλη χάρη προβαίνοντας στην έκδοση της συλλογής διηγημάτων του, με τίτλο ''Τσίχλες ταξιδιού'' (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) μέσα στην οποία περιέχονται 19 αυτοτελή και μεστά διηγήματά του που έχουν γραφτεί μέσα σε όλο αυτό το διάστημα και μας επιτρέπουν όχι μόνο να τον ''γνωρίσουμε'' καλύτερα, αλλά να μας γίνει φανερή και η συγγραφική του πορεία και εξέλιξη μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια.
Με κοινό παρονομαστή την εύστοχη και εκλεπτυσμένη -σε καμία περίπτωση αρνητική- ειρωνεία και σαρκαστική διάθεση του συγγραφέα και τα 19 διηγήματα της συλλογής διαβάζονται εύστοχα και γρήγορα, επιτρέποντάς μας να συγκρατήσουμε τους έξυπνους προβληματισμούς του δημιουργού γύρω από ζητήματα πιο απλά και καθημερινά (αξίζει να σταθείτε και σε εκείνα τα σχόλια γύρω από τον χώρο του βιβλίου και τα πρόσωπά του) έως και πιο σύνθετα κι επώδυνα όπως είναι η απώλεια και ο θάνατος. Κι όλα αυτά σε ένα πλαίσιο όπου οι ρεαλιστικοί και σουρεαλιστικοί διάλογοι ''ζωντανεύουν'' τα λεγόμενά του κάνοντας αυτό το κωμικοτραγικό ύφος των κειμένων να μας γεννούν ποικίλα συναισθήματα όπως είναι η χαρά, ο πόνος και η συγκίνηση που γεννάται από την αναπόληση τόσο καλών όσο και κακών θυμήσεων...
''Άνθρωποι-δεντράκια, που προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι στην ισόβια διάρκεια του κόντρα καιρού. Άνδρες που έρχονται αντιμέτωποι με την ανασφάλεια, τη ματαίωση και την απώλεια. Γυναίκες που βιώνουν τη μοναξιά και την απόγνωση κι άλλες που κυνηγούν την ουτοπία. Μητέρες υπερπροστατευτικές κι άλλες αμήχανες ή κλεισμένες στον εαυτό τους. Γιαγιάδες τρυφερές και αγαπησιάρηκες κι άλλες κάπως παρεξηγημένες. Γιοι και κόρες που υφίστανται τις συνέπειες της γονεϊκής συμπεριφοράς ή που προσπαθούν να ξεφύγουν με όχημα την κατανόηση και τη συγχώρεση." (Από το οπισθόφυλλο)
Καθένα από αυτά τα 19 διηγήματα με το μοναδικό ύφος γραφής είναι τοποθετημένο με τέτοια σειρά μέσα στο βιβλίο ώστε να μας γίνει η φανερή η βελτίωση στην πένα του δημιουργού που ποτέ, όμως, δεν έπαψε στιγμή να φέρει τη δική του προσωπική ταυτότητα που τον χαρακτηρίζει και τον κάνει να ξεχωρίζει και να είναι τόσο αγαπητός στο αναγνωστικό κοινό. Και ξέρετε τί είναι αυτό που επιλέγω να συγκρατήσω από εκείνα; Το πώς η επαφή μας με τα όποια συναισθήματά μας έχει χαθεί και ψάχνουμε να βρούμε λύσεις ώστε να καταφέρουμε να τα εκφράσουμε -αναφορικά με όλες τις σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους γύρω μας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας- ξανά με λόγια αληθινά που πηγάζουν από την ψυχή και την καρδιά μας.
Διάβασα με μία ανάσα όλα τα διηγήματα και έγινα ένα αόρατο κομμάτι κάθε ιστορίας. Ένιωσα πανταχού παρούσα και μπήκα στη θέση κάθε προσώπου αποκτώντας έτσι μία σφαιρική εικόνα όλων των γεγονότων. Συμβουλή! Μη βιαστείτε να με κρίνετε αυστηρά για την όποια λακωνικότητά μου σε σχέση με τα όσα έγραψα για το βιβλίο. Μη σας ξεγελά αυτό, όπως και ο όγκος του! Καμία φορά τα λίγα είναι πιο ''πλούσια'' από τα πολλά! Κρατήστε, λοιπόν, ότι αγάπησα κάθε στιγμή της ανάγνωσής του και σας παρακινώ να το αναζητήσετε κι εσείς με τη σειρά σας.