σάββατο πρωί γιόγκα στις δέκα έχεις ντυθεί ντύσει ταΐσει προετοιμάσει για τη δίωρη απουσία σου αποχαιρετήσει φιλήσει
δέκα παρά δέκα θέλω κοτσιδάκια, το παιδί δεν προλαβαίνω, εσύ φτιάξ’ της κοτσιδάκια, αυτός
προς την πόρτα, εσύ μπροστά στην πόρτα, αυτός, με ήρεμη μπάσα φωνή αν δεν φτιάξεις κοτσιδάκια δεν πας πουθενά κλειδώνει παίρνει το κλειδί
λάσπη το ξύλινο πάτωμα σηκώνεις το πόδι, η λάσπη σε ρουφάει βαθύτερα σπρώχνεις με τα χέρια, η λάσπη σε φέρνει κοντύτερα γίνεστε ένα· λασπώδης μπάλα σκούρα καφέ
το παιδί μπροστά στην υγρή χωματένια μπάλα την κόβει κομμάτια φτιάχνει κεφτεδάκια από λάσπη τα απλώνει στον ήλιο για να ξεραθούν
μ’ αρέσεις που απ’ όταν ξεκινάς να μ’ αγκαλιάζεις μέχρι να με σφίξεις τα χέρια σου παραμερίζουν ξερόχορτα αγριόχορτα αγκάθια σκαλίζουν καθαρίζουν ποτίζουν τη ρίζα τρέφουν του πνιγμένου φυτού