Η νεαρή Ολάνθη προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε μια κοινωνία αντιθέσεων, εκεί όπου η σκληρότητα στέκεται δίπλα στη φιλευσπλαχνία, το γέλιο έρχεται μαζί με το δάκρυ, το μίσος φωλιάζει πλάι στην αγάπη. Κουβαλώντας ένα παρελθόν που ακόμη και η ίδια αγνοεί και με μοναδικό στήριγμά της τη φίλη της Μαλαματένια, ζει και ελπίζει σε έναν κόσμο γεμάτο δεινά.
Πολυάριθμα πρόσωπα και ζωές που διασταυρώνονται δημιουργούν μια συνεχή αλληλουχία αφηγήσεων. Ο κάθε ήρωας εξομολογείται τη δική του ιστορία, αλλά και τη δική του εκδοχή που διαφοροποιεί τα γενόμενα, συνθέτοντας ένα μυθιστόρημα που καθρεφτίζει έναν ολόκληρο κόσμο που ζει και ενεργεί σε μια εποχή σε βαθιά αξιακή κρίση.
Η Αλκυόνη Παπαδάκη, στο νέο μυθιστόρημά της, με επίγνωση -σχεδόν αμείλικτη- αλλά και με τη σοφία της συγκατάβασης, ξεδιπλώνει τους ήρωες και το πεπρωμένο τους σαν το μίτο της Αριάδνης για να μας οδηγήσει -πάντα- σε μια φωτεινή διέξοδο, θυμίζοντάς μας ενθαρρυντικά πως θα ξανάρθουν τα χελιδόνια.
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα... Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν` ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους.
Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ` όνειρο ν` αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά!
Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν` αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ` αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να `χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν` αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου.
Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου `κρυψε ποτέ τα μάτια και τ` αφτιά μου.
Κατάφερα να τελειώσω το βιβλίο σε 2 μέρες. Είχα διαβάσει καλές κριτικές για τη συγγραφέα και ήθελα πολύ να διαβάσω κάτι δικό της. Παρόλο τα 3/5⭐ που του έβαλα δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε καθόλου, ήταν καλό αλλά περιμένω σίγουρα να διαβάσω και άλλα έργα της συγγραφέα.
Πρέπει να πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου η στροφή που έκανε η Παπαδάκη στα τελευταία της βιβλία. Στα πρώτα της έργα κυριαρχούσε ένας σκληρός ρεαλισμός που με συνέπαιρνε, με μια μικρή δόση λυρισμού (ο οποίος με ψιλοενοχλούσε αλλά ευτυχώς ήταν περιορισμένος). Τελευταίως όμως παρατηρώ ότι το λυρικό - ρομαντικό στοιχείο έχει πάρει τον κύριο λόγο στα βιβλία της, με ομιλώντα λουλουδάκια, πεταλουδίτσες, πουλάκια και κολοκύθια τούμπανα. Η δε πλοκή του "Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια" μου φαίνεται ότι Δημουλίζει κάπως. Περιστρέφεται γύρω από την γυναικεία φιλία και τον παράφορο έρωτα, θέματα που με αφήνουν αναγνωστικά αδιάφορη. Μήπως η Παπαδάκη είπε ότι σπουδαίο είχε να μας πει, και πλέον γράφει μόνο για βιοποριστικούς λόγους; Με πόνο ψυχής βάζω τρία αστεράκια στην αγαπημένη μου συγγραφέα, ελπίζοντας ότι θα ξαναβρεί σύντομα τον παλιό καλό της εαυτό. (Και όταν λέω τον "καλό" της εαυτό, εννοώ ακριβώς το αντίθετο!)
Μέχρι κάποιο σημείο ήθελα να δω ποια θα είναι η εξέλιξη. Γενικά όμως δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να προσφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο. Κυρίως γιατί οι χαρακτήρες είναι κάπως επιφανειακοί.
Απογοήτευση. Έχοντας διαβάσει τα πιο παλιά συγγράματά της, απογοητεύτηκα τόσο πολύ με αυτό γιατί μου φάνηκε σαν μια σαπουνόπερα γραμμένη σε βιβλίο. Την αγάπησα τόσο πολύ «στο χρώμα του φεγγαριού» που μόλις το τελείωσα έτρεξα να πάρω ένα πιο μεγάλο σε όγκο βιβλίο της για να μην τελειώσει τόσο γρήγορα αλλά απογοητεύτηκα γιατί είδα μια άλλη Αλκυόνη που δεν μου άρεσε τόσο. Που πήγε ο τόσο έντονος λυρισμός της ; Που πήγαν αυτές οι όμορφες περιγραφές που σε ταξίδευαν ; Χάθηκαν! Το μόνο που διαβάζεις εδώ είναι μια παρωδία της παλιάς Αλκυόνης. Λυπάμαι.
στην Αγαπημένη μου Αλκυόνη δε χωράνε πολλές κριτικές.. Πάντα με αφήνει άφωνη με τις ψυχοσυνθέσεις των ηρώων των βιβλίων της και αυτή ήταν μία ακόμα τέτοια στιγμή.Δε θα πω πολλά, δε χρειάζεται άλλωστε.. Μόνο αυτά τα δύο σημεία που άγγιξαν την καρδιά μου...
Στο βάθος του ορίζοντα, τρέχανε να στολίσουν τον ουρανό κάτι μικρά τρανταφυλλιά σύννεφα, Σαν τρυφερά φιλιά έμοιαζαν... Σαν ξέφτια ανεκπλήρωτων ερώτων....
Είχε σταματήσει η βροχή. Τα χελιδόνια πηγαινοέρχονταν στις φωλιές τους και οι φρέζες στον κήπο μοσχομύριζαν. Στέκονταν αγκαλιασμένοι, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Κι όλη η ομορφιά του κόσμου έσταζε αργά-αργά και νότιζε τα μέτωπά τους...
Ένα ακόμη βιβλίο από την πέννα της κυρίας Αλκυόνης που ήδη γνωρίζουμε και με το γνωστό της ύφος για την ζωή,την αγάπη και την ψυχή.Διαφορετικοί χαρακτήρες και ήρωες και ο καθένας με την δική του ιστορία.Η επιβίωση μέσα σε μια κοινωνία σκληρή ,κατά βάση,κυριαρχεί στην πλοκή.Φυσικά δεν λείπουν η διαφθορά,ο ρατσισμός,η φιλία και η φύση με την λυρικότητα που διακατέχει την συγγραφέα.
Η περιγραφή του βιβλίου σίγουρα δεν σε προετοιμάζει για το περιεχόμενο, όπως και τα πρώτα κεφάλαια. Οριακά στην αρχή μου προκαλούσε και εκνευρισμό η περιγραφή της Έλλας. Ωστόσο στη συνέχεια εκτυλίχθηκε με αρκετά μη αναμενόμενο τρόπο, με πολλά διαφορετικά τοπία και φόντα κάθε φορά. Σε ταξιδεύει σίγουρα και περνάει όμορφα μηνύματα.
Έχω διαβάσει πολλά από τα πρώτα βιβλία της Παπαδάκη τα οποία λάτρεψα και ξαναδιάβασα, αλλά αυτό ήταν αδιάφορο, επιφανειακό και η φωνή της συγγραφέως όταν αναλύει χαρακτήρες πιο πολύ κουτσομπουλίστικη, παρά λυρική και ευαίσθητη. Δεν κατάφερα να το τελειώσω.
[...]Τι χρειάζεται αλήθεια η ψυχή για να σπάσει τα καλούπια της και να λευτερωθεί… Μια τζούρα αγάπης χρειάζεται τίποτ΄ άλλο. Ούτε τύμπανα ούτε κραυγές ούτε λόγια συσκευασμένα σε ακριβό περιτύλιγμα. Ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτάκι που γράφει μερικές λέξεις: «Σ΄αγαπώ». Ή : «Είμ’ εδώ. Μη φοβάσαι». Το κρύβεις βιαστικά, μυστικά, να μη σε πάρει είδηση κανείς, στο μέσα τσεπάκι της ψυχής του άλλου, και… σφυρίζεις αδιάφορα.[...]
[...]Όποιος δεν έχει φυτέψει στα σκατά του ένα άνθος, δεν πρέπει να έχει τον τίτλο του ανθρώπου. Διότι είναι τίτλος να λέγεσαι άνθρωπος! Και πρέπει να τον κερδίσεις.[...]
[...]Τελικά ξέρεις πιο είναι το ζητούμενο; Να ’χεις ένα όνειρο μέσα σου, να περισώσεις ένα όνειρο, δηλαδή , και να προσπαθείς να το φτάσεις. Έστω κι αν ξέρεις πως είναι μάταιος ο κόπος σου. Ή…πως ακόμα κι αν φτάσεις, δεν θα ‘χεις καμιά σχέση με τη χίμαιρα που ονειρεύτηκες… Να ξέρεις και να επιμένεις. Να χάνεις και να εξακολουθείς να παίζεις. Αυτή είναι η γοητεία! Η ομορφιά! Εγώ δεν αναζητώ πια το Θεό. Αυτόν τον ανακάλυψα σ΄έναν σπόρο λουλουδιού.[...]