Roma, 21 marzo 2004. Prima del derby Roma-Lazio, intorno all'Olimpico si verificano duri scontri tra tifosi e forze dell'ordine. La violenza poliziesca e la quantità di gas CS – vietato dalla Convenzione sulle Armi Chimiche del 1993 ma normalmente utilizzato in Italia a fini di “ordine pubblico” – sono tali da rendere credibile la notizia della morte di un bambino, investito da un furgone della polizia o colpito in pieno da un candelotto. Mentre inizia la partita, la voce si diffonde nello stadio. Gli ultras della Curva Sud chiedono che il derby venga sospeso e tolgono gli striscioni. In un gesto di solidarietà, i laziali fanno lo stesso. I calciatori si fanno interpreti della volontà delle due tifoserie. Il gioco si ferma. Scelta etica condivisa, risposta dal basso a una situazione insostenibile, rottura della logica “the show must go on”? Non per gli apparati repressivi e per i media, pronti a lanciare l'ennesima ondata di panico morale. A dieci anni dalla prima edizione ritorna Il derby del bambino morto, ultimo libro pubblicato in vita da Valerio Marchi, inchiesta sociologica e militante, racconto corale, immersione appassionata ma precisa nei rapporti tra sport, culture giovanili, opposizione sociale e legislazione repressiva. Un testo che non potrebbe essere più attuale, utile a chiunque sappia prolungarne i fili fino all'oggi... e ancora più in là.
Lo spettro di Genova aleggia sempre più possente sull’Olimpico. La pacifica folla del settore distinti che si ammassa e si calpesta, che soffoca e vomita sotto l’effetto del gas ha le stesse sembianze terrorizzate e attonite delle anziane pacifiste sanguinanti riprese nella lunga diretta genovese di Rai 3, il terrore di chi oltre a non aver provocato alcuno scontro non è nemmeno attrezzato, fisicamente e psicologicamente, per sostenerlo. «Io che ho l'asma un altro po' morivo […]. Giuro, una cosa così non m'era mai capitata...».
Όσοι έχουν βρεθεί στα γήπεδα, πιθανότατα θα έχουν αντιμετωπίσει κάποια στιγμή συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Είτε κάποιος είναι παρών στο πέταλο είτε σε κάποια άλλη θύρα. Ζώντας χρόνια τα γήπεδα αλλά και τις πολιτικές πορείες (ειδικά παλιότερα), μέσα μου είναι ξεκάθαρη η διάκριση. Η καταστολή είναι πάντοτε πολύ πιο βίαια στις γηπεδικές εκδηλώσεις. Δεν μπορώ να ξεχάσω τις γκλοπιές στην αδερφή μου όντας στην εφηβεία έξω από τη θύρα μας στο κλειστό του ΟΑΚΑ ή τα δακρυγόνα πριν ενάμιση χρόνο στη Λιβαδειά μέσα στην κερκίδα και τον κόσμο (οπαδούς και απλούς φιλάθλους, μεταξύ των οποίων και παιδιά) να πηδάει στον αγωνιστικό χώρο για να σωθεί. Φυσικά, αντίστοιχα σκηνικά έχουν βιώσει κατά καιρούς φίλοι όλων των ομάδων. Τρανταχτό παράδειγμα, πριν κάτι περισσότερο από έναν χρόνο πριν, η επίθεση που δέχτηκαν από τα ΜΑΤ οι φίλοι του Άρη, χωρίς λόγο, στο Περιστέρι. Αποφεύγω συνειδητά να αναφερθώ σε οπαδικές συγκρούσεις. Ο λόγος είναι συγκεκριμένος. Οι συγκρούσεις στα γήπεδα λάμβαναν χώρα πολύ πριν υπάρξει η έννοια του οπαδού και δη του οργανωμένη οπαδού. Πχ στην Ελλάδα υπάρχουν αναφορές σε γηπεδικά επεισόδια από το 1930 ακόμα. Στο εξωτερικό φτάνουμε ακόμα παλιότερα. Αν αλλάξουμε αθλητικό χώρο, θα φτάσουμε πολύ βαθιά στην ιστορία, με τρανταχτό παράδειγμα τη Στάση του Νίκα το 532 μΧ. Η οπαδική κουλτούρα σταδιακά δημιουργήθηκε και εδραιώθηκε ξεκινώντας με τη σύγχρονη μορφή της από τους Ιταλούς Ultras. Αλλά ακόμα και πριν τη δημιουργία των Ultras, τα επεισόδια εντός και εκτός γηπέδων, δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Τον Μάρτιο του 2004 έλαβε χώρα ένα ακόμα παραδοσιακό ντέρμπι της Ρώμης μεταξύ της Λάτσιο και της Ρόμα. Ένα ντέρμπι που έμεινε στην ιστορία για την ακραία χρήση βίας από τις δυνάμεις καταστολής απέναντι σε οπαδούς και απλούς φιλάθλους, λίγα μόλις χρόνια μετά το φεστιβάλ καταστολής στη Γένοβα. Στο βιβλίο του "Το ντέρμπι του νεκρού παιδιού", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απρόβλεπτες σε μετάφραση Βαγγέλη Ζήκου, ο Βαλέριο Μάρκι περιγράφει το τι συνέβη εκείνη την ημέρα στο στάδιο Ολίμπικο της Ρώμης. Με πληθώρα μαρτυριών αλλά και άρθρα από εφημερίδες παρουσιάζει εκτενώς τα περιστατικά εκείνης της ημέρας. Η καταστολή ξεκίνησε πολλές ώρες πριν την έναρξη του αγώνα, με μια αστυνομία να μην προσπαθεί να εκτονώσει την κατάσταση αλλά αντιθέτως να ανοίγει τη βία της ακόμα σε και σε ηλικιωμένους ανθρώπους. Σε όλες τις μαρτυρίες, μια λέξη επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Γένοβα. Οι δυνάμεις καταστολής της Ρώμης προσπάθησαν μέχρι και να εισέλθουν στο πέταλο των Ultras της Ρόμα αλλά και στις θύρες των απλών φιλάθλων. Μέσα στον όλον πανικό, άρχισε να διαδίδεται η φήμη ότι ένα παιδί έχει σκοτωθεί. Όλες οι μαρτυρίες ταυτίζονται ως προς το ότι λόγω των συνθηκών εκείνης της ημέρας, όλοι το πίστεψαν αμέσως και το θεώρησαν πολύ λογικό. Σε μία στιγμή οπαδικής αλληλεγγύης, ακόμα και οι Ultras των άσπονδων εχθρών της Ρόμα, εκείνοι της Λάτσιο, μάζεψαν τα πανό τους και αποχώρησαν από το πέταλό τους. Κάτι που οι δημοσιογράφοι, οι δυνάμεις καταστολής αλλά και γενικά η κυβέρνηση εξέλαβαν ως ευκαιρία για να μιλήσουν για "συνωμοσία" και για οργανωμένο σχέδιο των Ultras απέναντι στην "ηρωική αστυνομία που προστατεύει τους πολίτες". Ο Βαλέριο Μάρκι αναλύει μέσα από τα γεγονότα εκείνης της ημέρας αλλά και της ιταλικής κοινωνικής ιστορίας, τον ρόλο των δυνάμεων καταστολής και τη φιγούρα των Ultras. Η κοινωνική βία που ξεσπά στα γήπεδα είναι μια μορφή αντίδρασης απέναντι στην καθεστηκυία τάξη ακόμη και όταν δεν υπάρχει εμφανές πολιτικό πρόσημο. Βλέπουμε περιπτώσεις τόσο σε μαζικές απεργίες όσο και σε γήπεδα, συναυλίες ή απλώς σε συνθήκες του δρόμου γενικότερα, που η αστυνομία πατάει στο αίσθημα της "ασφάλειας" και της "τάξης" για να προχωρήσει σε ένα φεστιβάλ καταστολής και βίας. Η διαφορά είναι ότι στις απεργίες αυτή η καταστολή θα έρθει αντιμέτωπη με την "επίσημη" Αριστερά ακόμη και ως θέμα εντός κοινοβουλίου ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις, τόσο η Αριστερά όσο και η κοινή γνώμη ενστερνίζεται την άποψη ότι "οι ταραξίες φταίνε". Αυτό συμβαίνει όμως, μέχρι η κοινή γνώμη να επισκεφτεί ένα γήπεδο ή μία συναυλία όπου θα ανακαλύψει με βίαιο τρόπο ότι η βία καταστολής δεν απευθύνεται τελικά μόνο στους "ταραξίες" αλλά σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνίας. Με δεδομένα τα παραπάνω, η φήμη για ένα νεκρό παιδί κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων δεν είναι τυχαία, ούτε επίσης είναι τυχαία η απόρριψη κάθε επίσημης ανακοίνωσης περί του αντιθέτου. Πολύ απλά, οι δυνάμεις καταστολής και τα κυβερνητικά μέσα δεν έχουν ουδεμία σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Ο συγγραφέας έχει κάνει μία εκτενή έρευνα και παρουσιάζει μία χορταστική ανάλυση για την πορεία των σωμάτων ασφαλείας κατά τη διάρκεια της ιταλικής ιστορίας και παράλληλα μιλάει, εξίσου αναλυτικά, για τις κοινωνικές αντιδράσεις, που πολλές φορές με όχημα την κερκίδα, και κυρίως μέσω από τη φιγούρα του "περιθωριακού και βίαιου" νέου, τα βάζουν με την εξουσία που παρουσιάζεται στο κοινό από τον μεσάζοντά της, δηλαδή την αστυνομία. "Άνθρωποι έτοιμοι για εξέγερση, που κάνουν τη δασκάλα να κλαίει και τον χωροφύλακα να τρέχει..." Εν κατακλείδι, "Το ντέρμπι του νεκρού παιδιού" είναι ένα βιβλίο το οποίο, ακόμα και για άτομα που δεν τους ενδιαφέρει η γηπεδική κουλτούρα, αξίζει να διαβαστεί. Ο λόγος είναι απλός. Όσα λαμβάνουν χώρα στα γήπεδα, έχουν συμβεί είτε θα συμβούν ξανά και σε υπόλοιπους κοινωνικούς χώρους και η γνώση των πρακτικών αυτών είναι ένα πολύ σημαντικό εφόδιο για την κριτική και πράξη απέναντι στις δυνάμεις καταστολής.
Saggio molto esaustivo con una lettura scorrevole: Valerio Marchi parte dalla tematica principale (il derby del bambino morto), espandendosi poi su altri argomenti inerenti al movimento ultras, come gli strumenti repressivi che vengono utilizzati dalla celere. Lettura che consiglio fortemente a chiunque voglia avvicinarsi al panorama ultras.
fondamentale per capire le connessioni e le divisioni sulla nascita del tifo e sui metodi repressivi, più che un romanzo un saggio che Marchi grande studioso delle strade rende con parole semplici ed efficaci una pagina immancabile della nostra storia