Έφηβος είπατε; Ο δικός μας έφηβος δεν είναι απλώς έφηβος. Μοιάζει με επιστήμονα της ζωής, της ίδιας της ζωής του. Τα καταλαβαίνει όλα και δεν καταλαβαίνει τίποτε, καθώς η φαντασία του περιπλανιέται ανάμεσα στις ιστορίες της γιαγιάς του στην ορεινή Αρκαδία, στις αναμνήσεις του αριστερού θείου του και στην ολίγον ροκ Αθήνα της δεκαετίας του '70. Ερωτεύεται τραγουδώντας Σαββόπουλο, ενώ κρυμμένος κάπου στο άλσος της Νέας Σμύρνης βυθίζεται στην τρυφερή αγκαλιά της πρώτης του αγαπημένης. Τι είναι αυτό που τα κάνει να μοιάζουν όλα γύρω του μοναδικά; Τίποτε και όλα, κυρίως όμως η αθωότητα της ματιάς, το χιούμορ του όσο παρακολουθεί την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης να προχωράει τον δρόμο της κάπου ανάμεσα στην κακοφωνία της πολιτικής, στα παλιά συντηρητικά αντανακλαστικά και στη θέληση ενός ανθρώπου να βρει τον εαυτό του. Κι όλα τελειώνουν μ' ένα σώμα καλοριφέρ που ξεριζώνεται από τον τοίχο της σχολικής τάξης με στόχο τον αντιπαθέστατο καθηγητή. Ή μήπως τίποτε δεν τελειώνει; Γιατί στις περιπέτειες του Νοματαίου κρύβονται τα μυστικά της σημερινής Ελλάδας, η ανατομία μιας κοινωνικής βίας που γεννιέται και ωριμάζει στην αθωότητα της εφηβείας, η ήττα της πολιτικής, ο θρίαμβος μιας νεότητας που παλεύει να κερδίσει τον κόσμο για να ανακαλύψει, μέσα από τις ήττες της, πόσο πολύτιμη είναι η ζωή της.
"Παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα στη λαχτάρα για ζωή που εκπέμπει ο "Νοματαίος" του Βασίλη Κουνέλη", λέει ο συγγραφέας Στρατής Χαβιαράς. "Οικογένεια, φίλοι, κόντρες μέσα στις κόντρες, μαθήματα ιστορίας από πρώτο χέρι, κόμματα κι ένας πρώτος έρωτας που θέλει να σαρώσει τα πάντα είναι οι πέτρες που λαξεύει μία-μία ο συγγραφέας και το κονίαμα με το οποίο δομεί το συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα. Ο "Νοματαίος" είναι μια ιστορία ενηλικίωσης για ενήλικες".
Ο πρωταγωνιστής είναι δεκαπεντάχρονος και μιλάει από τη σκοπιά ενός παιδιού στην ηλικία αυτή, το οποίο μεγάλωσε τη δεκαετία του ’70, μεταφέροντας αυτούσιο το κλίμα της. Η ατμόσφαιρα μυρίζει καλαμπόκι στα κάρβουνα στο δρόμο, από κάπου ακούγεται ο Σαββόπουλος, δεν υπάρχουν υπολογιστές και κινητά. Το οικογενειακό τους είναι ένα απλό Ρενό 10, που μπαίνει μέσα του σύσσωμη όλη η οικογένεια για να πάνε στην καθιερωμένη επίσκεψη. Ο πρώτος έρωτας, η Βάσω, που την κρυφοσυναντά και προσπαθεί να της κρατήσει το χέρι. Το πρώτο φιλί που είχε άλλες διαστάσεις, έκρυβε άλλα συναισθήματα. Η προσπάθειά του να καταλάβει τους μεγάλους, τι συζητούν για τη χώρα, τι συμβαίνει σ’ αυτήν, τι συμβαίνει στην ίδια του την οικογένεια.
Γυρνώντας τις σελίδες του βιβλίου μπορεί κανείς να ζήσει καταστάσεις είτε που τις ξέρει, είτε τις έχει ακούσει, ή απλά έχει μεγαλώσει μ’ αυτές. Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο στο μυθιστόρημα αυτό είναι το ύφος και η γραφή του Β. Κουνέλη. Χειμαρρώδης, πηγαία, αδιάκοπη γραφή, μεταφέρει ακριβώς το πάθος, την ένταση και την ορμή ενός εφήβου 15 χρονών.
Κάτι που επίσης εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη του μυθιστορήματος είναι το χιούμορ του συγγραφέα. Μοναδικό, ξεκαρδιστικό, νοσταλγικό. Μια διάθεση που ταυτοποιεί άμεσα το ύφος του συγγραφέα και τον κάνει άμεσα αναγνωρίσιμο.
Ένα μυθιστόρημα- ταξίδι νοσταλγικό. Ένα μυθιστόρημα που διαδίδεται από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα. Θυμίζει Σάββατο βράδυ στις γειτονιές του Πειραιά, στα στενά της επαρχίας, με τα παιδιά να παίζουν μπάλα και τους νέους να αγωνιούν για την έξοδό τους. Χρόνια αθωότητας, αισιόδοξα, μελαγχολικά και γεμάτα. Μιας Ελλάδας που έχει φύγει ανεπιστρεπτί, μοναδικής, που μόνο μέσα από τις μαρτυρίες, τις αναμνήσεις και τα μυθιστορήματα αναβιώνει.