Η taqueria είχε σχεδόν αδειάσει. Όλες οι µάσκες γύρω της τώρα χαµογελούσαν µε φρύδια τσιγκέλια και στόµατα κόκκινα σαν βράγχια ψαριού. Έπρεπε να θυµηθεί. Να θυµηθεί τι; Κάτι. Ήταν πολύ σηµαντικό. Κάτι που σκεφτόταν πριν. Πριν; Πότε πριν; Πριν από τι;
Μια γυναίκα, µπλεγµένη τυχαία στην ατµόσφαιρα γιορτής στους δρόµους της Πόλης του Μεξικού. Στη µια πλευρά της Avenida οι µάσκες, οι χοροί του καρναβαλιού, η αχαλίνωτη λαγνεία. Στην άλλη, την «κακή πλευρά», η Σενιορίτα προσπαθεί να προσανατολιστεί σε µια παρέλαση τρόµου στους δρόµους της παράφορης ελπίδας και των διαψεύσεων, σκέφτεται την ταπείνωση του θανάτου, φυσάει το πένθος από τα πνευµόνια της και αγνοεί τις συστάσεις να µη βγαίνει µόνη της τη νύχτα – εξάλλου, τι πιο επικίνδυνο από τις εικόνες που ξεβράζει το ανυπάκουο, χαοτικό και επικίνδυνα ζωντανό µυαλό της;
Η Έρση Σωτηροπούλου επιστρέφει μετά από καιρό με νέο έργο, τη νουβέλα Σενιορίτα, στην οποία εξερευνά τις πολύπλοκες διακλαδώσεις του πένθους. Όχι μόνο, ωστόσο. Η νουβέλα, παρά το μικρό της μέγεθος, είναι λογοτεχνικώς πλουραλιστική.
Η δράση εκτυλίσσεται στο Μεξικό, χώρα των Μάγια, σε ένα ταξίδι της ηρωίδας. Στο αφηγηματικό πεδίο, η Σωτηροπούλου μάς τοποθετεί ήδη σε έναν επίλογο, σε μια λογοτεχνική τελεσφόρηση: ο σύζυγος είναι νεκρός, η μέρα έχει τελειώσει, η μνήμη παραδέρνει ανάμεσα στην αναπόληση και τη λήθη, και η γυναίκα (η χήρα) βγαίνει έξω στους δρόμους της πόλης, μόνη της, χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο. Βρισκόμαστε κατά μία έννοια στο λογοτεχνικό τέλος: ο θάνατος έχει συμβεί, η νύχτα έχει πέσει. Άραγε η σενιορίτα προκαλεί την τύχη της ή γιορτάζει τελετουργικά την αργοπορημένη της χειραφέτηση;
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί δομικά το καρναβαλικό στοιχείο, όπως άλλωστε έχει πράξει και σε άλλα της έργα. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση η αξιοποίηση της συγκεκριμένης αισθητικής μεθόδου, όπως την ανέλυσε ο Μπαχτίν, χρησιμοποιείται πιο ευρεία και με περισσότερη ενάργεια, ως μια εύστοχη διαλογικώς ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στο πολιτισμένο και το γκροτέσκο. Η αξιοποίηση της τοποθεσίας είναι επίσης εμφανής: πέραν της ιστορικής προοπτικής και το τελετουργικό/ θυσιαστικό παρελθόν των Μάγια, στο Μεξικό εορτάζεται μέχρι και σήμερα η Ημέρα των νεκρών (Dia de los muertos), κατά την οποία ο θάνατος στεφανοστολίζεται πανηγυρικά με το στήσιμο πολύχρωμων βωμών, ως φυσικό απότοκο της ζωής. Εδώ συνδέει η Σωτηροπουλου ευθυβόλως και τον μπαχτινικό καρναβαλισμό.
Στον καρναβαλισμό, όπως έχει αποτυπωθεί ως λογοτεχνικό σχήμα, συναντάμε την κατάργηση της ιεραρχίας, συνεπώς, στη συγκεκριμένη αφήγηση είναι η ιατρική αυθεντία αυτή που χάνει τον θρόνο της. Οι γιατροί δεν κρατάνε πια το προνόμιο της τελευταίας λέξης και ο καρκίνος ενθρονίζεται πανηγυρικά, ούτως ώστε στη συνέχεια να γελοιοποιηθεί, συμβολίζοντας την κυκλική φύση της ζωής. Η οριστική απώλεια του φθαρμένου δεν είναι δυστυχία αλλά ευτυχία, γιατί έτσι γεννιέται το νέο, το ελεύθερο: «Ο καρκίνος γλιστράει πάνω σε θρόνο, κάτι σαν το άρμα του Καρνάβαλου, οι δρόμοι όλοι ν’ αδειάζουν στο πέρασμά του, αυτός να αλλάζει συνέχεια μορφή, έκφραση, σύσταση, ιδιότητες, πέντε πόδια, δύο ουρές, τρια μάτια, τυφλός, τετράγωνος και τριγωνικός, σβολώδης, λείος, αγκαθωτός από κοντά να τρέχουν πεζοί οι βασιλικοί επίτροποι και να τον αερίζουν αλλάζοντας από χαρά» (σελ. 33).
Ο άνδρας/σύζυγος που πεθαίνει, δίνει, τρόπον τινά, την ευκαιρία στη γυναίκα να αναγεννηθεί. Πλέον δεν χρειάζεται συνοδό για να βγει στην «επικίνδυνη» νύχτα. Η επαναστροφή από την ιδιότητα της συζύγου σε χήρα και μετά σε seniorita (δεσποινίς), την αναζωογονεί. Εμπεριέχεται κατά αυτόν τον τρόπο και ένα στοιχείο φεμινιστικό αλλά και βέβηλο ως προς τον θάνατο. Βέβηλο κατά της σοβαροφάνειας, κατά, ακόμα, του ίδιου του συστήματος υγείας που έχει εκτραπεί πια σε ένα παθολογικό σύμπτωμα, σε αρρώστια.
Οι ουρές στον ΕΟΠΥΥ και η έκπτωση του συστήματος υγείας στην Ελλάδα ανταγωνίζονται ως παραληρηματικές εικόνες τον σουρεαλισμό της μεξικανικής νύχτας: μια γάτα με φέσι, ο καρκίνος που πια αναδεύεται σαν φαγητό ή έργο τέχνης, σαν «αραιωμένος χυλός» (σελ. 34) χωρίς σχήμα, «από μερικά σημεία στάζει, απότομα συμπυκνώνεται και κάθεται στον θρόνο του». Με αυτές τις τολμηρές λογοτεχνικά σκηνές η Σωτηροπούλου παραπέμπει στον καρκίνο ως τέχνη. Η ίδια η ιατρική είναι άλλωστε μια τέχνη, που ωστόσο, στα μάτια της ηρωίδας έχει εμπορευματοποιηθεί και απολέσει την αξιοπιστία της. Το βίωμα του καρκίνου επανέρχεται λοιπόν ξανά στους ασθενείς, οι οποίοι πλέον τον αφηγούνται και τον ζωγραφίζουν καταργώντας την εκφορά του ιατρικού λόγου ως την μοναδική δυνατή αφήγηση.
Ένα απαιτητικό και ποιητικό βιβλίο, με άμεσο αντίκτυπο τόσο στο σώμα, όσο και στο συναίσθημα. Δεν είναι νουβέλα που θα τη διαβάσει κανείς για την πλοκή, την ιστορία ή τις ανατροπές της. Αντίθετα, πρόκειται περισσότερο για ένα εσωτερικό κείμενο με ψυχολογική εμβάθυνση, που σε βάζει μέσα στον μηχανισμό του πένθους, του φόβου, της ασθένειας και την μνήμης.
Θα επανέλθω βέβαια με αναλυτική άποψη αλλά μέχρι τότε σας λέω πως εξήντα τρεις σελίδες αρκούν, για να τα πει κανείς όλα!
Η Σενιοριτα δεν είναι παρά μία γυναίκα που αλητευει στο Μεξικό η μάλλον ασκητευει η παράμαλλον, πενθεί στο Μεξικό και αναλογίζεται και θυμάται τον σύντροφό της και πιο πολύ όμως το νοσοκομείο, τους γιατρούς, τις γκουβερνάντες του θανάτου καθώς μας λέει, κι ολα αυτά σε μια tangerie, πασχιζοντας να καπνίζει επί ματαίω, ζώντας και ξαναζωντας τον εφιάλτη του νοσοκομείου,αλλά και των συγγενών
Θαρρείς πως όλα γυρίζουν γύρω από αυτό:οι γιατροί που μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο με ανησυχητικό ύφος, σαν να ναι ρόλος και βγαίνοντας από κει να μπαίνουν ξανά στην ρουτίνα του εαυτού τους
με τους συγγενείς πάνω από ολα κρεμασμένοι σαν σκουλαρίκια στα βλέμματα των γιατρών ψάχνοντας για μια καλή απάντηση
Έχω πάθει σοκ. Αυτό το βιβλίο ένιωσα πως έγραφε τις δικές μου σκέψεις στις σελίδες του. Ταυτίστηκα με τη νουβέλα. Τον φόβο για τον καρκίνο. Την ανάγκη να βλέπω τους γιατρούς σαν σωτήρες, να κρέμομαι από κάθε τους λέξη. Τα συναισθήματα τη στιγμή της διάγνωσης.
Και αυτή η μάσκα… το προσωπείο που φοράς για να αντέξεις μέχρι να περάσει η θύελλα.
Ο «αέρας» που διαπερνά το βιβλίο — αυτή η αόρατη δύναμη που σε παρασύρει αλλά ταυτόχρονα κρατά τη ζωή σε κίνηση. Ο κόσμος συνεχίζει, άνθρωποι περνούν δίπλα σου χωρίς να σε γνωρίζουν. Κι εσύ… ένας ακόμα μέσα στο πλήθος, με μια ιστορία που δεν φαίνεται.
Υπέροχη γραφή, ωμή, σκληρή και κατανοητή που σε κρατά διαρκώς σε εγρήγορση. Ένα μικρό, γρήγορο βιβλίο, με απεριόριστες ερμηνείες.
@ekdoseispataki — υπέροχο εξώφυλλο. Και η ποιότητα της έκδοσης, όπως πάντα, κάνει τη διαφορά.