Με αφορμή το θάνατο του πατέρα, οι τέσσερις γυναίκες της οικογένειας συναντιούνται για να προετοιμάσουν την κηδεία του. Μάνα, κόρη, θεία, αδερφή. Καθεμιά κουβαλάει το δικό της μερίδιο αυτής της απώλειας, τη δική της εκδοχή της ιστορίας.
Μέσα στα φορτισμένα δωμάτια του πατρικού σπιτιού οι αναμνήσεις τους θα ζωντανέψουν, θα μπλεχτούν μα και θα συγκρουστούν αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ μνήμης και αλήθειας.
Η επώδυνη ενηλικίωση που φέρνει ο γονεϊκός θάνατος, ο χρόνος που χαράζει σώματα και σχέσεις και οι αθέατες ρίζες που μας καθορίζουν γίνονται το κέντρο μιας πολύπτυχης αφήγησης για όσα κληρονομούμε και όσα επιλέγουμε ν’ αφήσουμε πίσω.
Ένα τρυφερό μα και σκληρό μυθιστόρημα που διερευνά την έννοια της επιστροφής, τη δυσκολία του αποχαιρετισμού, το πένθος και τη συγχώρεση αλλά και τη στερεότητα της μνήμης ως δομικό υλικό της ζωής.
Η Ματίνα Αποστόλου γεννήθηκε στην Άρτα το 1980. Εμφανίστηκε στα social media το 2019 μιλώντας για τα βιβλία με το ιδιαίτερο ύφος της. Σπούδασε χημικός μηχανικός, παρέδωσε τη μεταπτυχιακή της εργασία για τα αιωρούμενα σωματίδια αποφασισμένη να μην ασχοληθεί ξανά μαζί τους, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το πρώτο της βιβλίο έχει τον τίτλο Σωματίδια.
Καμιά φορά, όταν διαβάζεις κάτι που έγραψε ένας φίλος, ένας γνωστός, δεν εύχεσαι να είναι ωραίο για να μη βρεθείς στη δύσκολη θέση να στρογγυλέψεις τη γνώμη σου; Συμβαίνει και το άλλο. Λες σώνει και ντε κάτι καλό γιατί θες να συνεχίσεις να είσαι φίλος του. Κι εδώ έρχεται η Ματίνα Αποστόλου. Και σε βγάζει απ' τη δύσκολη θέση. Σου λέει σιγά αγόρι μου μην είχα την ανάγκη σου. Πάρτα τώρα. Σου τα σκάει ξεκινώντας με ένα όνειρο και καπάκι με ένα από τα ομορφότερα κεφάλαια που έχω διαβάσει, με μια περιγραφή θανάτου που γίνεται ένας ονειρικός θόλος που σε παγιδεύει μέσα του και ζεις μαζί της όλα αυτά που διαβάζεις χρόνια τώρα. Εκεί μέσα, παρέα με τον Ρέιμοντ Κάρβερ να παρατηρεί την Τες να φροντίζει τα λουλούδια στον κήπο τους λίγο πριν πεθάνει, με την Ελίζαμπεθ Στράουτ που βρίσκει τον πυρήνα του συναισθήματος και της σκέψης σου και τον βγάζει στο φως να τον δούμε όλοι και βρίσκεσαι ολόγυμνος μπροστά σε όλους, χωρίς να ντρέπεσαι, να λες αυτό είμαι, με βλέπετε; Με την Βιρτζίνια Γουλφ και την κυρία Ντάλαγουει και αυτό το φτερό που πετάει στον αέρα μαζί με τις λέξεις της, μουδιάζοντας το μυαλό σου και κάνοντας σε να ερωτεύεσαι παράφορα αυτή τη μαγική συνήθεια, να διαβάζεις.
Και μετά σε τραβάει από εκεί μέσα και σε σέρνει στην ελληνική επαρχία, στα σιδερένια κάγκελα με τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια άτσαλα βαλμένα, τις γυναίκες με τους ρόλους που τους φόρεσαν από μικρές, τη σαπίλα του ανικανοποίητου που φτύνουμε σαν κόμπλεξ όπου δούμε χαρά... Και αντίθετα με πολλούς που διάβασα εντυπώσεις τους, δεν έκλαψα, δεν με στεναχώρησε κάνοντας τις δικές μου αναγωγές. Ένιωσα όμως μια ανακούφιση. Πως κάπως με κάποιους οι κώδικές μας ταιριάζουν.
Καθένας μας διαχειρίζεται το πένθος και την απώλεια διαφορετικά. Ακόμη και μέσα στην ίδια την οικογένεια δεν υπάρχουν οι ίδιες αντιδράσεις. Κι οι αναμνήσεις μοιάζουν διαφορετικές γιατί καθένας μας έχει τη δική του οπτική.
Στις Ρίζες η συγγραφέας με κέρδισε περισσότερο από τα Σωματίδια. Δεν νομίζω ότι είχε μόνο να κάνει με το θέμα, μα και τον τρόπο που θέλησε να μιλήσει για αυτό, μέσα από τις γυναίκες της οικογένειας. Σκέψεις που έχουν κάνει, λόγια που δεν έχουν ειπωθεί, μα και αστείες στιγμές που ενδεχομένως να κρύβουν βαθιά θλίψη.
«Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι με το θάνατο, δεν το λένε για να μην το γρουσουζέψουν, όμως έχουν την ελπίδα πως η δική τους ζωή στο τέλος κερδίζει γιατί είναι ξεχωριστή, ότι ο θάνατος συμβαίνει στους άλλους και κάτι θα γίνει τελευταία στιγμή στην περίπτωση τους, μια παραχώρηση, θα βρεθεί παραθυράκι.»
Οι μνήμες του τηλεφωνήματος ότι κάτι κακό έχει συμβεί άγγιξαν χορδή. Κάποιες φορές το περιμένεις, αλλά τις περισσότερες ζεις τη ζωή σου χωρίς να πιστεύεις ότι αυτό το κάτι κακό θα βρει εσένα.
Μου άρεσε που καταπιάστηκε με την οπτική του πένθους μέσα από τα μάτια τεσσάρων γυναικών και τις διαφορετικές μνήμες που η καθεμία είχε για τον άντρα αυτόν. Για την κόρη ήταν ο πατέρας της, στοργικός, αφιερωμένος, η μια σταθερά της, για τη σύζυγό ήταν στήριγμα, τον αγαπούσε αλλά και ήταν κι άπιστος και δε θα του το συγχωρήσει ποτέ, για την κουνιάδα του ήταν ένας βίαιος άντρας και για την αδερφή του ήταν το πρώτο της παιδί. Ο ίδιος άνθρωπος.
Η γραφή είναι πιο ώριμη από τα «Σωματίδια» και εμένα μου χτύπησε τα ενοχικά στο κόκκινο. Πόσο θα ζουν ακόμα οι γονείς μας για να βλέπουμε το όνομα τους στην οθόνη του κινητού να μας καλούν και να επιλέγουμε να μην το σηκώνουμε; Θα τους πάρω αργότερα, λέμε, και αυτό το αργότερα δεν έρχεται πάντα μέχρι που ξαναπαίρνουν εκείνοι.
Θα ήθελα πολύ η Ματίνα να πειραματιστεί στο μέλλον με μεγαλύτερη έκταση κειμένου και να αποδώσει αυτό το υπέροχο ψυχογράφημα που κάνει στους ήρωες της σε μεγαλύτερο βάθος και εμβέλεια, να μείνουν κατιτις περισσότερο μαζί μας όσο διαβάζουμε το επόμενο βιβλίο της.
«Οι γονείς μου είναι πάντα πενηντάρηδες, έχουν τη φωνή με την οποία με ξεγελούν στα τηλεφωνήματά τους –η φωνή γερνάει τελευταία–, σταθερά στην ηλικία της φωτογραφίας τους που έχω κολλημένη με μαγνητάκι στο ψυγείο, έτσι τους βλέπω κάθε μέρα που περνάω από μπροστά τους και γι’ αυτό χρειάζομαι λίγη ώρα κάθε φορά που επιστρέφω για να συνηθίσω την εικόνα τους.»
3.5 ⭐ Η συγγραφέας καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες να φτιάξει 4 διακριτές φωνές γυναικών-χαρακτήρων και να τις βάλει στο ίδιο δωμάτιο ώστε να πενθήσουν τον νεκρό τους. Ως εκεί, τα POV της καθεμιάς και ο τρόπος γραφής των σκέψεων τους είναι άκρως καθημερινά κ πειστικά. Από κει και πέρα υπάρχει ένας ακαταλαβιστικος καβγάς από το πουθενά κι ένα squirting που προσωπικά με έβγαλε τελείως από το ρεαλιστικά πένθιμο κλίμα. ***Η περιγραφή του νεκρού πατέρα που γίνεται ρίζωμα ήταν από τα αγαπημένα μου σημεία.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Πως γίνεται να γράφει σαν είναι φίλη μου; Ή σαν να το είχα γράψει εγώ; Πόσο ευχαρίστηση να πάρεις από ένα βιβλίο να νιώθεις ότι ακούγεσαι να νιώθεις ότι διαβάζεις για έναν άνθρωπο που σου μοιάζει;
Υπέροχη γραφή και ευφυές στήσιμο της πλοκής. Έχεις την αίσθηση ότι η συγγραφέας εξερευνά ταυτόχρονα πολλά στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας τα οποία συνήθως διατηρούνται χωριστά - αλλά εξαιτίας του θανάτου του πατέρα υποχρεωτικά τα διαφορετικά επίπεδα καταρρέουν το ένα στο άλλο, αποκαλύπτοντας βαθιά κρυμμένες πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης εν γένει. Το πένθος και η δυσκολία του γίνονται εναύσματα για μια ψυχολογική εξέταση του θανάτου ως άρρηκτου μέρους της ζωής. Μέσα από τα γήινα γυναικεία μάτια (όλη τη μεταφυσική σε αυτό το βιβλίο την κάνουν οι άντρες: θετουν υποθετικά ερωτήματα που δεν παίρνουν απάντηση, μιλούν σαν να αρνούνται την πραγματικότητα, είναι ελλειματικά παρόντες μέσα στον κόσμο των γυναικών, της φύσης, σαν αερικά ή πνεύματα χωρίς κορμί, κι εκείνες το ξέρουν) ξεδιπλώνονται τέσσερις ιστορίες που διεκπεραιώνουν βουβά τη γιγάντια απώλεια του πατέρα, αδερφού και συζύγου, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή φόβο απέναντι σε ό,τι απαντά έξω από το συμβατικό-τελετουργικό κάδρο της επαρχίας και της εσωτερίκευσής της στη γυναικεία ψυχή που βιώνει το ανακάτεμα της τράπουλας εκ νέου - ή, πιο ελληνικά, της νέας (ή ακόμα μιας) παρτίδας τάβλι με την οποία κλείνει το βιβλίο. Αυτή η υποψία μιας αέναης επιστροφής και ενός επίπλαστου νόστου ίσως αποτελεί το πιο γυναικείο στοιχείο στην ιστορία, απέναντι στην οποία η ανδρική φύση πάντα αντιστέκεται. (Συγχωρήστε με για τον επαρχιώτικο σεξισμό μου• αναπαράγω χωρίς κακή πρόθεση δομικά γνωρίσματα της οπτικής γωνίας του βιβλίου.)
Κεντάει με τις λέξεις της. Τα κείμενά της είναι για πολλούς λόγους βαθιά οικεία, αλλά παράλληλα με τον τρόπο που τοποθετεί τις λέξεις της στις προτάσεις της είναι σαν να σε κρατάει σε μια απόσταση. Να μην ταυτιστείς απόλυτα με τους ήρωές της, να μπορείς να τους παρατηρείς από μια απόσταση. Και δεν ξέρω πολλούς που να μπορούν να το κάνουν αυτό. Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω, αλλά θα τη διαβάζω ακόμα κι αν γράψει βιβλίο μαγειρικής.
για την απώλεια, τη μνήμη, για τον πυρήνα της ελλάδας και τον πυρήνα του κόσμου μου, για το να είσαι γυναίκα, σύντροφος, κόρη και αδερφή, για το να είσαι όλα - και ταυτόχρονα εσύ, για τις ρίζες που σε δεσμεύουν και σε απελευθερώνουν, για τους γονείς μου, που όταν φεύγουν κοιτάζω μέχρι να χαθούν τα φώτα του αυτοκινήτου από το οπτικό πεδίο, για το μικρό τελετουργικό - για να είναι ασφαλείς, για τον ιππόκαμπο που σε γυρίζει σπίτι, για ό,τι ορίζεις σπίτι
να θυμηθώ:
1. να παίρνω τηλέφωνο κάθε μέρα, εναλλάξ 2. να μην ψευτοθυμώσω με την μαμά, που θα ψευτοθυμώσει με τον μπαμπά που θα θέλει τα πλαστικά και όχι τα ξύλινα καλάθια από τα jysk 3. να μην μαλώσω τη γιαγιά που θα την ψάχνω στο τηλέφωνο για ώρες γιατί «βρε λυγαριά μου, πήγα στην Καίτη για καφέ και ξέχασα το κινητό» 4. ζούμε όλοι για πρώτη μας φορά
Ένα εκληκτικά γραμμένο βιβλίο που κυλάει σαν νερό μέσα σε μία ημέρα. Ο θάνατος, οι ανθρώπινες σχέσεις, η ελληνική επαρχία, περιπλέκονται και αποδομούνται με λέξεις που μεταμορφώνονται σε οικείες εικόνες και αποδίδονται με τέτοιο τρόπο που δύσκολα σε αφήνουν ασυγκίνητο.
Η Αλέκα, η Βάσω, η Άννα και η Μάρα. Οι γυναίκες της ζωής μας, εκείνες που μας ενώνουν και μας χωρίζουν. Στις χαρές και στις λύπες. Στα εύκολα και στα δύσκολα. Από μακριά και από κοντά.
Ένα υπέροχα γραμμένο βιβλίο για τον γυναικείο κόσμο. Τον κόσμο μας.
Με διέλυσε ακόμα μια φορά η γραφή της Ματίνας Αποστόλου με τον πιο ήσυχο και αληθινό τρόπο. Θάνατος, πένθος, οικογένεια, μνήμες, είναι όλα εκεί και, χωρίς υπερβολές ή μελοδραματισμούς, ριζώνουν στην ψυχή σου καθώς διαβάζεις.
Μια εξαιρετική πρώτη επαφή με τη γραφή της Ματίνας Αποστόλου. Το «Ρίζες» είναι ένα βιβλίο με γρήγορη ροή, που σε παρασύρει από την πρώτη στιγμή, παρά τη βαριά θεματική του γύρω από την απώλεια, το πένθος και την επιστροφή. Αυτό που ξεχώρισα ιδιαίτερα είναι η δομή του: τα μικρά, κοφτά κεφάλαια δίνουν έναν πολύ ζωντανό ρυθμό, ενώ οι αναφορές σε άλλους Έλληνες δημιουργούς στην αρχή κάθε κεφαλαίου λειτουργούν υποδειγματικά. Είναι σαν μικρές πνευματικές «ρίζες» που σε προετοιμάζουν συναισθηματικά για όσα ακολουθούν, συνδέοντας το προσωπικό βίωμα με μια συλλογική μνήμη. Ένα πολύ προσεγμένο, συγκινητικό και ατμοσφαιρικό βιβλίο για όσα κουβαλάμε και όσα επιλέγουμε να αφήσουμε πίσω.
το αληθινό κατόρθωμα είναι να συγχωρείς όταν δεν μπορείς να ξεχνάς
Οι «Ρίζες» διακλαδώνονται μέσα από τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της απώλειας: του πατέρα, του συντρόφου, του αδελφού, του συζύγου. Τέσσερις γυναίκες, τέσσερις μνήμες, τέσσερις διαφορετικοί τρόποι να θυμάσαι τον ίδιο άνθρωπο.
Μέσα από τις σιωπές, τις ενοχές, τις ανοχές και τα «στραβά μάτια», ξεδιπλώνεται μια οικογένεια που κουβαλά όσα κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά. Και η μνήμη γίνεται η ρωγμή: εκεί απ’ όπου περνάει μια άλλη εκδοχή της αλήθειας και όσα θεωρούσαμε δεδομένα αρχίζουν να μετακινούνται.
Οι ρίζες είναι και δεσμός και βάρος· αυτό που μας κρατά στο ίδιο χώμα, αλλά και το καύσιμο για να μετακινηθούμε.
Ένα πολύ καλογραμμένο βιβλίο με πολύ ενδιαφέρον θέμα για την απώλεια, το γάμο, τις οικογενειακές σχέσεις με φόντο μια επαρχιακή πόλη που πάντα βρέχει. Καθώς είμαι κι εγώ από την Άρτα, όπως και η συγγραφέας, μπορούσα να μπω απόλυτα στην ατμόσφαιρα και το κλίμα της πόλης, κι επειδή έχασα τον πατέρα μου πριν ένα χρόνο, στη διάθεση της Μάρας, της κόρης στο βιβλίο.
Το διάβασα κατευθείαν μόλις το αγόρασα, σε λιγότερες από 24 ώρες, και το έδωσα ήδη σε μια φίλη για να το διαβάσει και αυτή. Εξαιρετικό.
Η απώλεια έρχεται αναπάντεχα. Δεν την ενδιαφέρει τι κάνεις, πρέπει να επιτελέσει τον σκοπό της. Δεν έχει σημασία πόσο νομίζεις ότι έχεις προετοιμαστεί για την εμφάνιση της, το σοκ της συνειδητοποίησης θα σε γραπώνει κάθε φορά απ’ το λαιμό για να κατευθυνθεί στην καρδιά, τους πνεύμονες, τα χέρια, τα μάτια.
Κι όταν η απώλεια έχει να κάνει με το χαμό μιας ζωής, αυτόματα αποκτάει μια κοσμική απολυτότητα. Το μόνο που μπορείς να ελπίζεις και να γραπωθείς από αυτό, είναι οι αναμνήσεις του αγαπημένου σου προσώπου, η μυρωδιά του, ο ήχος της φωνής του, ο τρόπος με τον οποίο στεκόταν στο δωμάτιο, ο τρόπος που σε κοιτούσε όταν έλεγες ότι είσαι νηστική. Μπορεί να είναι μητέρα, σύντροφος, φίλος ή συγγενής, εδώ είναι πατέρας, αδελφός, θείος .
Οι τέσσερεις γυναίκες της ζωής του θα βρεθούν στον ίδιο χώρο, στο ίδιο μέρος, προσπαθώντας να θυμηθούν τον τρόπο που έζησε και να ξεχάσουν τον τρόπο που έφυγε. Αυτό που κάνει εδώ η Ματίνα είναι να δείχνει πώς ένας άνθρωπος αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή στο νου του καθενός μας, φτιαγμένος από διαφορετικά κομμάτια συναισθημάτων και αναμνήσεων, είναι αλήθεια, κατοικούμε ο ένας μέσα στον άλλο με ένα εκατομμύριο τρόπους και διαχειριζόμαστε το κενό της απώλειας έπειτα με άλλους τόσους.
Κάθε απώλεια είναι μια κρίση ταυτότητας, ειδικά όταν είσαι κόρη. Σταματάς να είσαι κατά μια έννοια εκείνη η μικρή εκδοχή του εαυτού σου, ενηλικιώνεσαι για δεύτερη φορά. Το τμήμα του εγκεφάλου σου που ταξινομεί κι αποθηκεύει τις αναμνήσεις δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις φανταστικές απ’ τις πραγματικές στιγμές που υπήρξαν, αδιαφορεί.
Η Ματίνα σκάβει το χώμα κι αγγίζει τις ρίζες των γυναικών, μεταφέροντας με τον δικό της μοναδικό τρόπο, με απόλυτο ρεαλισμό κι έντονη τρυφερότητα, τον πόνο του αποχαιρετισμού και τη σημασία της μνήμης στη ζωή μετέπειτα.
«Αν ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά, δε θα του έλεγα κάτι σημαντικότερο, κάτι βαθύτερο, ούτε αντίο, ούτε αγάπες. Μόνο πως τον καταλαβαίνω, ότι είχε δίκιο να θυμώνει» ❤️🩹